Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη ποίηση

Αφιέρωμα στην Σύλβια Πλαθ (27-10-1932 – 11-2-1963). Τρία ποιήματα. μτφρ Έφη Φρυδά

 

  • Δώρο γενεθλίων

 

Τι είναι αυτό, πίσω απ’ το πέπλο, ειν’ όμορφο, ειν’ άσχημο;

Τρεμολάμπει, στήθος έχει, έχει όρια;

 

Μοναδικό είναι, είμαι σίγουρη, σίγουρη είμαι ότι είναι ακριβώς αυτό που θέλω.

Σιωπηλή στα μαγειρέματά μου να με κοιτάζει το νιώθω, το νιώθω να σκέπτεται

 

«Αυτή είναι που ενώπιόν της θα παρουσιαστώ,

Αυτή είναι η εκλεκτή, αυτή με τα μάτια μαύρες κόχες και την ουλή;

 

Που το αλεύρι μετράει, που βγάζει το περίσσιο,

Που κολλάει στους κανόνες, στους κανόνες, στους κανόνες.

 

Αυτή είναι αυτό για την αναγγελία;

Θεέ μου, τι πλάκα!»

 

 

Όμως τρεμολάμπει, δεν σταματά, και θαρρώ εμένα θέλει.

Και κόκκαλα να ‘ταν δεν θα μ’ ένοιαζε, ή ένα μαργαριταρένιο κουμπί.

 

Έτσι κι αλλιώς, δώρα δεν θέλω φέτος.

Στο κάτω κάτω κατά λάθος είμαι ζωντανή.

 

Ευχαρίστως θα σκοτωνόμουν  κείνη τη φορά, με κάθε δυνατό τρόπο.

Τώρα είναι αυτά τα πέπλα, σαν κουρτίνες τρεμολάμπουν,

 

Διάφανα σατέν γεναριάτικου παραθύρου

Λευκά σαν στρωσίδια μωρουδίστικα, σπιθίζουνε με ανάσα νεκρή.

Ω φίλντισι!

 

Ένας χαυλιόδοντος πρέπει να ‘ναι εκεί, ένας φασματικός κίονας.

Ούτε που με νοιάζει τι ‘ναι, δεν το βλέπεις;

 

 

Να μου το δώσεις δεν  μπορείς;

Μην ντρέπεσαι – μικρό κι αν είναι δεν με νοιάζει.

 

Μην είσαι κακός, είμαι έτοιμη για θηριωδίες εγώ.

Ας κάτσουμε μαζί του, ένας από κάθε του πλευρά, αποθαυμάζοντας τη λάμψη,

 

Το λούστρο, τα τόσα καθρεφτίσματά του.

Ας φάμε το τελευταίο δείπνο απ’ αυτό, σαν από νοσοκομείου πιάτο.

 

Γιατί δεν μου το δίνεις ξέρω,

Τρομοκρατημένος είσαι

 

Ο κόσμος με μια στριγκλιά θ’ ανατιναχτεί, μαζί και το κεφάλι σου,

Ανάγλυφος, μπρούτζινος, μια ασπίδα αρχαϊκή,

 

 

Θαύμα για τα δισέγγονά σου.

Μην φοβάσαι, δεν είναι έτσι.

 

Θα το πάρω απλώς κι ήσυχα παράμερα θα σταθώ.

Ούτε που θα μ’ ακούσεις να τ’ ανοίγω, ούτε καν τρίξιμο χαρτιού,

 

Κορδέλες δεν θα πέσουν, ούτε επιφώνημα στο τέλος.

Τόση διακριτικότητα από ‘μένα, μάλλον, δεν περίμενες.

 

Μόνο αν ήξερες πως τα πέπλα ‘κείνα σκότωναν τις μέρες μου.

Για σένα είναι μόνο διαφάνειες, αεράκι καθαρό.

 

Όμως θεέ μου, τα σύννεφα βαμβάκι είναι λες.

Στρατιές ολόκληρες. Διοξείδιο του άνθρακα.

 

Γλυκά, γλυκά εισπνέω,

Τις φλέβες μου με τ’ αόρατα γεμίζω, με τα εκατομμύρια

 

Κόκκους πιθανούς που τα χρόνια της ζωής μου αφαιρούν.

Ασημοντυμένος είσαι για την περίσταση. Αχ αριθμομηχανή –

 

Αδύνατο σου είναι ν’ αφήσεις κάτι να ξεφύγει, αδύνατο πλήρες να τ’ αφήσεις να ξεφύγει;

Σφραγίδα μωβ πρέπει σ’ όλα να πατάς,

 

Να σκοτώνεις πρέπει ό,τι μπορείς;

Υπάρχει κάτι που θέλω σήμερα, και μόνο εσύ να μου το δώσεις μπορείς.

 

Στέκει στο παραθύρι μου, απέραντο σαν τον ουρανό.

Απ’ τα σεντόνια μου ανασαίνει, από το ψυχρό επίκεντρο

 

Όπου τσακισμένες ζωές πήζουν και σκληραίνουν ιστορία για να γίνουν.

Με το ταχυδρομείο ας μην έρθει, δάκτυλο με το δάκτυλο.

 

Στόμα με στόμα ας μην έρθει, εξήντα θα ‘μαι

Ώσπου πλήρες να παραδοθεί, ανήμπορη κάτι για να το κάνω.

 

Μόνο άσε το πέπλο να πέσει, το πέπλο, το πέπλο.

Θάνατος αν ήταν

 

Τη βαθιά βαρύτητά του θα θαύμαζα, τ’ άχρονα μάτια του.

Τότε θα ήξερα πως σοβαρά το ’χες πάρει.

 

Αρχοντιά θα υπήρχε τότε, τότε θα ‘ταν γενέθλια.

Και το μαχαίρι δεν θα τεμάχιζε, θα μπηγόταν

 

Ανέγγιχτο και καθαρό σαν του μωρού το κλάμα,

Και το σύμπαν απ’ το πλευρό μου τότε θα γλιστρούσε.

 

Ariel, 30 Σεπτεμβρίου 1962

 

  • Καίνε τις μάγισσες

 

Στην αγορά στοιβάζουν τα ξερόκλαδα.

Μια συστάδα ίσκιων επίστρωμα φτωχό. Κατοικώ

Την κέρινη εικόνα του εαυτού μου, ένα σώμα κούκλας.

Η αρρώστια εδώ ξεκινά˙ είμαι στόχος σκοποβολής για μάγισσες.

Ο διάβολος μόνο μπορεί να παραβγεί τον διάβολο.

Το μήνα τούτο των κόκκινων φύλλων σε κλίνη πύρινη ρίχνομαι.

 

Εύκολο είναι να ψέγεις το σκοτάδι˙ το στόμιο μιας πόρτας,

Του υπόγειου την κοιλιά. Έσβησε μ’ ένα φύσημα το πυροτέχνημά μου.

Μια μαυροκαύκαλη γυναίκα φυλακισμένη μ’ έχει σε παπαγάλου κλουβί.

Μεγάλα που ‘ναι τα μάτια των νεκρών!

Στενές είναι οι σχέσεις μου με πνεύμα μαλλιαρό.

Καπνός στροβιλίζεται απ’ το ρύγχος της άδειας τούτης φιάλης.

 

 

Μικρούλα αν είμαι, να βλάψω δεν μπορώ.

Αν δεν πολυκινούμαι, τίποτα δεν θ’ αναποδογυρίσω. Αυτά είπα,

Καθισμένη κάτω από της χύτρας τη βαλβίδα, μικροσκοπική και αδρανής σαν σπυρί ρυζιού.

Ανάβουν τις εστίες, τη μια μετά την άλλη.

Γεμάτοι άμυλο είμαστε, μικροί λευκοί μου σύντροφοι. Μεγαλώνουμε.

Πονάει στην αρχή. Οι κόκκινες γλώσσες την αλήθεια θα διδάξουν.

 

Μητέρα σκαθαριών, το χέρι μόνο χαλάρωσε.

Σαν πεταλούδα άκαυτη στη μπούκα μέσα του κεριού θε να πετάξω.

Το σχήμα μου δωσ’ μου πίσω. Τις ημέρες έτοιμη είμαι να ερμηνεύσω

Με τέφρα ζευγάρωσα στον ίσκιο ενός βράχου.

Οι αστράγαλοί μου λάμπουν. Η λάμψη ανεβαίνει στους μηρούς.

Χαμένη είμαι, χαμένη, στο ένδυμα μέσα τόσου φωτός.

The Colossus 1959

 

 

Sylvia Plath and Ted Hughes, Yorkshire, England, 1956

 

  • Το ερωτικό τραγούδι του τρελού κοριτσιού

 

Κλείνω τα μάτια, χάνεται όλη η πλάση.

Τα βλέφαρα ανοίγω και γεννιούνται πάλι όλα.

(Θαρρώ πως μέσα στο μυαλό μου σ’ έχω πλάσει).

 

 Χορό μπλε, κόκκινα αστέρια έχουν στήσει,

Κι ορμά στα ξαφνικά καλπάζοντας το σκότος.

Κλείνω τα μάτια και η πλάση έχει σβήσει.

Στ’ όνειρο, με μάγια στο κρεβάτι μ’ είχες ρίξει,

Ερωτοχτυπημένη, στο φιλί σου τρελαμένη.

(Θαρρώ πως μέσα στο μυαλό μου σ’ έχω φτιάξει).

 

Κυλά ο Θεός από ψηλά, η Κόλαση αργοσβήνει·

Και εφορμούν τα σεραφείμ και του διαβόλου οι φίλοι·

Κλείνω τα μάτια, και η πλάση όλη κλείνει. 

 

Πως θα γυρνούσες πίστεψα το είχες τάξει

Όμως γερνώ και το όνομά σου το ξεχνώ

(Θαρρώ πως μέσα στο μυαλό μου σ’ έχω φτιάξει).

 

 

Πουλί φωτιάς θα έπρεπε να ‘χω αγαπήσει

Την άνοιξη τουλάχιστον αυτό θα ξαναρχόταν.

Κλείνω τα μάτια και η πλάση όλη έχει σβήσει

(Θαρρώ πως μέσα στο μυαλό μου σ’ έχω κλείσει).

 1953

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.