Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γεωργία Παπαδάκη: ΦΙΔΙ ΣΤΟΝ ΚΟΡΦΟ (ΜΟΥ)

      Η παραπάνω παροιμιακή φράση, που σημαίνει «εμπιστεύομαι, βοηθώ άνθρωπο ύπουλο ο οποίος θα αποδειχθεί αχάριστος ή εχθρός μου», μας έρχεται από τους αρχαίους χρόνους  και είναι παρμένη από τους μύθους του Αισώπου.1

 

      Ο Αίσωπος, ο διαμορφωτής του διδακτικού μύθου, έζησε τον 6ο αι. π. Χ.

Οι πληροφορίες γύρω από το πρόσωπό του αποτελούν ένα μείγμα ιστορικών στοιχείων και φανταστικών αφηγήσεων. Η παράδοση μιλάει για έναν απελεύθερο δούλο που καταγόταν από τη Φρυγία της Μικράς Ασίας, ο οποίος ήταν δύσμορφος, καμπούρης και τραυλός, αλλά εξαιρετικά ευφυής και σκωπτικός. Πολυταξιδεμένος, ήλθε στους Δελφούς, όπου φονεύθηκε από τους κατοίκους ως ιερόσυλος, αλλά ο Απόλλωνας εκδικήθηκε τον θάνατό του εξυψώνοντας τη φήμη του. Ο Αίσωπος δεν υπήρξε ο ευρετής των λαϊκών μύθων, αλλά ο άνθρωπος που τους τελειοποίησε. Φαίνεται ότι αποθησαύριζε στη μνήμη του παλαιούς λαϊκούς μύθους, αλλά και έπλαθε δικούς του και τους διηγόταν ο ίδιος σε κύκλους λαϊκούς και σε σπίτια αρχόντων.

    Οι αισώπειοι μύθοι έγιναν πολύ αγαπητοί στον λαό και είχαν ευρεία διάδοση. Με τον καιρό δημιουργήθηκαν διάφορες αυτοτελείς συλλογές αυτών των μύθων, με αρχαιότερη βεβαιωμένη γραπτή συλλογή την  αποδιδόμενη στον Δημήτριο τον Φαληρέα (300 π. Χ.). Οι συλλογές που έχουμε σήμερα δημιουργήθηκαν αρκετά αργότερα, με διασκευές που έγιναν επάνω στα αρχικά κείμενα του Αισώπου και με προσθήκη μύθων μεταγενέστερων μυθογράφων που καλύφθηκαν με το όνομα του πατέρα της μυθογραφίας.

     Οι σωζόμενοι μύθοι με το όνομα του Αισώπου είναι μικρά κείμενα, στα περισσότερα των οποίων μιλούν και συμπεριφέρονται σαν άνθρωποι ζώα, και σε λιγότερες περιπτώσεις πρωταγωνιστούν άνθρωποι, θεοί ή φυτά. Οι σύντομες αυτές διηγήσεις είναι ηθικοπλαστικού περιεχομένου. Ο Αίσωπος, βαθύς παρατηρητής της φύσης και ανατόμος της κοινωνικής ζωής, δίνει ανάγλυφα τις ανθρώπινες αδυναμίες, τα πάθη, τα ελαττώματα του ανθρώπου και, αποδοκιμάζοντας το κακό στις ποικίλες μορφές του, τα καυτηριάζει με λόγο απλό, λιτό και αποφθεγματικό. Με τον συνδυασμό του ευχάριστου και  του ωφέλιμου, οι αισώπειοι μύθοι παραμένουν αξεπέραστοι σε αξία και γι’ αυτό διαχρονικοί.

 

     Σχετικά με τα φίδια έχουμε να παρατηρήσουμε ότι οι αρχαίοι ΄Ελληνες γνώριζαν διάφορα είδη αυτού του ερπετού ( φίδι← ὀφίδιον, υποκοριστικό τού ὄφις2 ). Ο Αριστοτέλης γράφει για: τους τυφλίνας ὄφεις, τα τυφλά φίδια, κοινώς τυφλίτες· την ἀσπίδα της Λιβύης – πρόκειται για το δηλητηριώδες φίδι με το οποίο αυτοκτόνησε η Κλεοπάτρα· το ἱερὸν ὀφίδιονταυτίζεται με τη σηπεδόνα, το φίδι το κοινώς λεγόμενο σαπίτης· τους θαλασσίους ὄφεις – δεν είναι βέβαιο σε ποιο είδος αναφέρεται· τον ὕδρον (άλλως ὕδρα), λέξεις που προέρχονται από το ὕδωρ και δηλώνουν τη νεροφίδα – τη Λερναία ΄Υδρα, το νερόφιδο της Λέρνας, σκότωσε ο Ηρακλής· τον δράκονταδεν γνωρίζουμε για ποιο είδος φιδιού πρόκειται· στον ΄Ομηρο δράκων είναι το πελώριο σε μέγεθος φίδι.

Το συχνότερα απαντώμενο φίδι στα αρχαία κείμενα είναι ἔχις-εως, λέξη από την οποία σχηματίστηκε ἡ ἔχιδνα και οι τύποι της νεοελληνικής, καθομιλουμένης και δημοτικής, οχιά και όχεντρα. Κατά μία αρχαία εκδοχή η ἔχιδνα είναι το θηλυκό τού  ἔχεως. Για την Ἔχιδνα, το μυθολογικό τερατόμορφο όν, έχουμε κάνει λόγο στο άρθρο μας με το μεταφρασμένο απόσπασμα από τους Βατράχους του Αριστοφάνη (στήλη Μετάφραση Αρχαίας  Ελληνικής Γραμματείας, 19/3/2022).

Η μεταφορική σημασία με την οποία χρησιμοποιούμε σήμερα τη λέξη οχιά για την κακή, μοχθηρή γυναίκα έχει επιβιώσει από τους αρχαίους χρόνους. Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Ανδρομάχη χαρακτηρίζει την κακόβουλη γυναίκα ὃ δ’ ἔστ’ ἐχίδνης καὶ πυρὸς περαιτέρω, αυτό που ξεπερνά και την οχιά και τη φωτιά.

 

    Ας επιστρέψουμε στον αισώπειο μύθο που μας ενδιαφέρει με τον τίτλο « Ο γεωργός και το φίδι που πάγωσε από το κρύο»: 

 

           Γεωργός τις χειμῶνος ὥρᾳ ὄφιν, εὑρὼν ὑπὸ κρύους

           πεπηγότα, τοῦτον ἐλεήσας καὶ λαβὼν ὑπὸ κόλπον ἔθετο.

           Θερμανθεὶς δὲ ἐκεῖνος καὶ ἀναλαβὼν τὴν ἰδίαν φύσιν

           ἔπληξε τὸν εὐεργέτην καὶ ἀνεῖλε· θνῄσκων δὲ ἔλεγε·

           « Δίκαια πάσχω, τὸν πονηρὸν οἰκτείρας».

 

                                    Σε μετάφραση

 

            ΄Ενας γεωργός βρήκε χειμώνα καιρό ένα φίδι παγωμένο

           από το κρύο. Το λυπήθηκε, το πήρε και το έβαλε στον κόρφο του.  

          ΄Οταν εκείνο ζεστάθηκε και ξαναβρήκε τον εαυτό του, δάγκωσε

           τον ευεργέτη του και τον σκότωσε. Και αυτός πεθαίνοντας έλεγε:

          «Καλά να πάθω, αφού λυπήθηκα τον αχρείο».

 

   Στον Αίσωπο αποδίδεται και η ρήση:                                                  

      Το φίδι βγάζει από πάνω του το δέρμα του,3 όμως διόλου την έμφυτη τάση του.  

                                                                                                                  

      Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα μικρό ποίημα του ελεγειακού ποιητή Θέογνη,4 όπου η εν λόγω έκφραση αφορά όχι τον εξαπατηθέντα αλλά τον εξαπατήσαντα. Παραθέτουμε τους στίχους που συνέθεσε ο Θέογνης για τον ερώμενό του, τον Κύρνο, ο οποίος, όπως φαίνεται, εγκατέλειψε τον ποιητή (στ. 599-602):     

 

            Οὔ  μ’ ἔλαθες φοιτῶν κατ’ ἀμαξιτόν, ἣν ἄρα καὶ πρὶν

                  ἠλάστρεις, κλέπτων ἡμετέρων φιλίην.

            Ἔρρε θεοῖσίν <τ’> ἐχθρὲ καὶ ἀνθρώποισιν ἄπιστε,

                  ψυχρὸν ὃς ἐν κόλπωι ποικίλον εἶχες ὄφιν.  

 

                                                 Σε μετάφραση

 

               Δε μου ξέφυγες, σε πήρα είδηση που σύχναζες στη δημοσιά,

               απ’ όπου και παλιότερα περνούσες κλέβοντας τη φιλία μας.

               Στ’ ανάθεμα να πας, μισούμενε εσύ απ’ τους θεούς             

               και της εμπιστοσύνης των θνητών ανάξιε,

               εσύ που ’χες στον κόρφο σου φίδι ψυχρό πανούργο.

 

       

 

 

 

 

 

 

1) Άλλες φράσεις  με τη μορφή αποφθεγμάτων που προέρχονται από τους αισώπειους μύθους και συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε και σήμερα είναι: Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα· ένας αλλά λέων· συν Αθηνά και χείρα κίνει· από του λύκου το στόμα (με την έκφραση αυτή ασχοληθήκαμε στο κείμενό μας της παρούσας στήλης με τον τίτλο ΜΕ ΕΝΑ ΣΤΟΜΑ-ΑΠΟ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΤΟ ΣΤΟΜΑ, 12/3/2022) κ. ά.
2) Από το ὄφις σχηματίστηκε μεταξύ άλλων και το επίθετο ὀφιόεις-εσσα-εν= αυ(τός) που έχει πολλά φίδια, και κατά την αρχαιότητα τα νησιά Κύθνος και Ρόδος ήταν γνωστά με τον συνηρημένο τύπο του θηλυκού ὀφιοῦσσα (εννοείται νῆσος), λόγω, φυσικά, της αφθονίας  φιδιών.
3) Το κερατοποιημένο δέρμα που αποβάλλουν τα φίδια μία ή περισσότερες φορές τον χρόνο, το καθ’ ημάς ονομαζόμενο «πουκάμισο», οι αρχαίοι το έλεγαν γῆρας (χαίρεσαι την ευρηματικότητα τόσο της αρχαιο- όσο και της νεοελληνικής ονοματοδοσίας).
4) Για τον Θέογνη βλ. σχ. 2 του άρθρου μας με θέμα τη λέξη «χρυσός» (24/3/2018).

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.