Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Γεωργία Πολυκανδριώτη: ένα πεζοποίημα

ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ

 

Με λένε Αμφιτρίτη. Είμαι γυναίκα του βυθού. Στο κέλυφος μου καθρεφτίζονται τα όνειρα ανδρών. Το βράδυ ο Αχιλλέας έχει αναμμένο το κερί στο κομοδίνο του. Δίπλα του μια στοίβα βιβλία. Ο Αχιλλέας είναι ποιητής. Μαζί του νιώθω μόνη. Θέλει μια γυναίκα με σάρκα που να ζει την ημέρα. Χθες δεν άντεξα και γλίστρησα ξανά μες το βυθό. Τα δάκρυα μου έσβησαν το κερί. Εκείνος ξύπνησε το πρωί με λέξεις σαν ορυκτά. Άρχισε να γράφει και όσο έγραφε η θάλασσα έπαιρνε το χρώμα του γρανίτη. Κολυμπώντας σε ακίνητες στιγμές ένιωσα ισχυρούς πόνους στην κοιλιά. Κοίταξα προς τα κάτω και το κέλυφος μου είχε εξαφανιστεί, στη θέση του βρίσκονταν δυο γυναικεία πόδια. Έσπρωξα. Χύθηκε στο νερό αίμα. Γέννησα ένα αγοράκι. Η γέννηση του σήμανε έναν μικρό θάνατο. Δεν ήμουν πια γυναίκα του βυθού αλλά μια θνητή. Ο Αχιλλέας άφησε κάτω το μολύβι. Μέσα στο ποίημα σφάδαζε ο πόνος της απώλειας. Είχε χάσει τη γυναίκα του πριν δέκα χρόνια. Θυμήθηκε την ασημένια λάμψη που είχε το κοπάδι των ψαριών πριν ξημερώσει η μέρα του πνιγμού, τους ομόκεντρους κύκλους γύρω από την πέτρα που έριξε στο βυθό. Ο Αχιλλέας μη ξέροντας το λόγο κατέβηκε στη θάλασσα. Κράτησε στην αγκαλιά του το παιδί που ήταν τυλιγμένο με φύκια.

-Ήρθες; με ρώτησε.

-Με έφερε η θάλασσα, του είπα. Όλη η θάλασσα μέσα σου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.