Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Βέης: Patrick Modiano, Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά- Μετάφραση: Ρούλα Γεωργακοπούλου, Εκδόσεις Πόλις.

           Έχει προ πολλού διατυπωθεί η άποψη από τον βραβευμένο  βρετανό συγγραφέα Λ. Π. Χάρτλεϊ (Leslie Poles Hartley, 1895-1972)  ότι «το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα, όπου ομιλείται μια άλλη γλώσσα». Αυτήν ακριβώς τη ξένη χώρα επιχειρεί να διασχίσει ο παροπλισμένος λόγω ηλικίας συγγραφέας Ζαν Νταραγκάν, με την αρωγή δύο απρόσκλητων βοηθών, δηλαδή του επίμονου, σχεδόν αγενούς Ζιλ Οττολινί, της «μεγάλης κολλιτσίδας», όπως είναι γνωστός στους φίλους του, και της σπασμωδικής, απρόβλεπτης συντρόφου του, της Σαντάλ Γκριππέ. Ο μίτος της Αριάδνης στην προκειμένη περίπτωση είναι η απολεσθείσα ατζέντα του πρώτου. Το προαναφερόμενο ζεύγος, αφού την βρει κάτω από ένα κάθισμα στο κυλικείο του σταθμού Λυών στο Παρίσι, την παραδίδει στο συγγραφέα. Στη συνέχεια, οι σε βάθος αναμοχλεύσεις τραυματικών και μη εμπειριών της παιδικής ηλικίας του Ζαν Νταραγκάν, οι επινοήσεις συμπεριφορών διαφόρων ημιφασματικών ή απλώς φασματικών χαρακτήρων, οι συνδυαστικές δράσεις αλλεπάλληλων συνειρμών, οι απόπειρες διαλεύκανσης ορισμένων οικογενειακών ζητημάτων και η φιλότιμη προσπάθεια εξόρυξης της όποιας εξ αντικειμένου αλήθειας, μέσα από τις διαδοχικές επιστρώσεις μιας ακαταπόνητης διαδικασίας λήθης, καθιστούν την όλη αφήγηση εξαιρετικά συναρπαστική. Αν μη τι άλλο αυτό που λογαριάζει ιδιαιτέρως εδώ είναι η πορεία προς το φως του ατομικού παραδείσου παρά ο ίδιος ο παράδεισος.

     Η αναζήτηση έχει καθαρά ιαματική πρόθεση. Απομονώνω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής την εξής ενδεικτική απόκλιση: «σε περιόδους κατακλυσμού ή ηθικού μαρασμού δεν υπάρχει άλλη καταφυγή από το να ψάχνεις ένα σταθερό σημείο για να κρατήσεις την ισορροπία σου και να μην πέσεις στη θάλασσα». Συγκρατώ εδώ ότι η απώτερη αστυνομική υφή των ανελίξεων της πλοκής προσδίδει στο σύντομο αυτό μυθιστόρημα μιαν άλλη διάσταση, αυτή της κατάκτησης του πραγματικού εαυτού. Οι αναδρομές στο εμφανώς λαβυρινθώδες Πριν, οι οποίες ασφαλώς ανακαλούν την ανάλογη στρατηγική του κορυφαίου του είδους, δηλαδή του Μαρσέλ Προυστ, αποδεικνύουν σε μεγάλο βαθμό την επάρκεια των ανιχνευτών. Άλλωστε στη φράση της εισαγωγικής σελίδας 13 «ζήτησε από τον οδηγό του ταξί να τον αφήσει στη Μαντλέν» υπονοείται το γλύκισμα μαντλέν, το οποίο έχει το χάρισμα κατά τον δημιουργό πάντα του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο να τον τροφοδοτεί με ό, τι σημαίνει προσωπικό, εξατομικευμένο  παρελθόν.   Η διερεύνηση του πλαισίου της καταγωγής, αλλά και της ανατροφής του Ζαν Νταραγκάν οργανώνεται μεθοδικά. Παρά ταύτα το μυστήριο δεν πολιορκείται όσο θα όφειλαν οι αυτοσχέδιοι ανατόμοι της ατομικής ιστορίας. Βεβαίως διεκδικούν τη συμπάθεια των αναγνωστών, οι οποίοι έχουν ενημερωθεί ήδη από την προμετωπίδα του έργου, δάνειο από τον πολύτροπο Σταντάλ,  ότι δηλαδή ο δημιουργός τους όντως «δεν μπορεί να δώσει την πραγματικότητα των γεγονότων, μπορεί να παρουσιάσει μόνο τη σκιά τους». Περιττό να τονίσω ότι στο σημείο αυτό ο Πατρίκ Μοντιανό, στον οποίο, ως γνωστόν, απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας το 2014, στηρίζεται στη νιτσεϊκή αρχή, η οποία αποφαίνεται ότι  δεν υπάρχουν τα γεγονότα καθαυτά, παρά μόνον οι ερμηνείες τους. Εξ ου και η επιλογική ομολογία του Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά : «πολλά χρόνια αργότερα, προσπαθείς να λύσεις αινίγματα που τότε δεν ήταν αινίγματα και θα ’θελες να αποκρυπτογραφήσεις μισοσβησμένους χαρακτήρες από μια πολύ αρχαία γλώσσα, της οποίας δεν ξέρεις καν το αλφάβητο».

       Ως την τελευταία σελίδα του βιβλίου, η γραφή παραμένει υποδειγματικά συνεπής με τις αρχές αυτής της διάπλευσης στο δίσημο, ομιχλώδες τοπίο των μεταπολεμικών χρόνων. Ο επτάχρονος Ζαν Νταραγκάν, εγκαταλελειμμένος από τη μητέρα του, απολαμβάνει της όχι και τόσο επιπόλαιης προστασίας τυπικών εκπροσώπων του υποκόσμου. Οι τελευταίοι και ιδίως η  νυχτόβια πεταλούδα Αννί Αστράν, είκοσι δύο ετών, πλέκουν ένα κουκούλι προστασίας γύρω από τον σταθερά ανυποψίαστο, μικρό τους φίλο. Ανταλλάσσεται έτσι το όποιο ευ ζην με την απόκρυψη της πραγματικότητας. Ο Ζαν Νταραγκάν δεν προλαβαίνει να νοιώσει εν τέλει ορφανός ή ψυχοπνευματικά ανάπηρος, διότι απολαμβάνει των προνομίων μιας καθόλα συνειδητής, γενικευμένης κηδεμονίας μέσα στην ατμόσφαιρα της πολύχρονης, ευεργετικής, όπως φαίνεται, ασάφειας. Το ότι επιβιώνει οφείλεται εν ολίγοις στο γεγονός ότι εξοικειώνεται εξ απαλών ονύχων με το φαντασιακό. Κι αυτό ίσως να συνιστά την ασφαλή δίοδο για μια διαρκή απεμπλοκή από το Κακό. Βρισκόμαστε δηλαδή στον αντίποδα της αντίληψης του Χένρι Τζέιμς για την περιώνυμη «imagination of disaster». Η μετάφραση λειτουργική και εξόφθαλμα έμπειρη πέτυχε να μεταφέρει στη γλώσσα μας τόσο το πνεύμα όσο και το γράμμα αυτού του λεκτικού κομψοτεχνήματος.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.