Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜετάφραση αρχαίας πεζογραφίας

ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ (σχ. 1) αποσπάσματα – Μετάφραση: Γεωργία Παπαδάκη  

 Από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές και αναγκαίες· άλλες είναι φυσικές, μα όχι και αναγκαίες· άλλες πάλι δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες, αλλά δημιουργούνται από ματαιοδοξία.

 

Και το κριθαρόψωμο και το νερό προσφέρουν τη μεγαλύτερη ηδονή, όταν τα βάζει στο στόμα του αυτός που τα στερείται.

 

Χάρη χρωστούμε στην ευλογημένη φύση που έκανε τα αναγκαία ευαπόκτητα και τα δυσαπόκτητα μη αναγκαία.

 

Από όλα όσα η σοφία προετοιμάζει για την ευτυχία όλης της ζωής, το κατά πολύ σημαντικότερο είναι η απόκτηση της φιλίας.

 

Δεν μπορεί κανείς να απαλλαγεί από τους φόβους για τα πιο σημαντικά πράγματα, αν δεν έχει κατανοήσει ποια είναι η φύση του σύμπαντος, αλλά βασίζεται σε εικασίες που απορρέουν από τους μύθους. Κατά συνέπεια, χωρίς γνώση των φυσικών φαινομένων δεν μπορεί να απολαύσει κανείς ακέραιες τις ηδονές.

 

Ασεβής δεν είναι εκείνος που αναιρεί τις δοξασίες των πολλών για τους θεούς, αλλά εκείνος που προσάπτει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών.

 

Ο δίκαιος είναι ο πιο ατάραχος άνθρωπος, ενώ ο άδικος γεμάτος από τη μεγαλύτερη ταραχή.

 

Το πιο φρικτό λοιπόν από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για μας, γιατί όσο εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος είναι απών· όταν δε ο θάνατος δίνει το παρών, τότε εμείς δεν υπάρχουμε.

 

 

  

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1) Ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος Επίκουρος  γεννήθηκε το 342/1 π. Χ. στη Σάμο, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του, καθώς ο πατέρας του είχε σταλεί στο νησί μαζί με άλλους Αθηναίους κληρούχους. Στα δεκαοκτώ του χρόνια ήλθε στην Αθήνα για να σπουδάσει, αλλά μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου οι Μακεδόνες έδιωξαν τους εποίκους από τη Σάμο, και οι δικοί του κατέφυγαν στην Κολοφώνα, στα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Εκεί πήγε και τους βρήκε ο Επίκουρος και συνέχισε τις σπουδές του. Το 309 άρχισε τη διδασκαλία του στη Μυτιλήνη, συνέχισε στη Λάμψακο και το 307-6 επανήλθε στην Αθήνα, όπου ίδρυσε Σχολή με το όνομα «Κῆπος», από το μικρό κτήμα με κήπο που αγόρασε και στο οποίο εγκαταστάθηκε. Εδώ έζησε και δίδαξε για 36  ολόκληρα χρόνια μέχρι τον θάνατό του (270 π. Χ). Πέθανε έχοντας υπομείνει για πολλά χρόνια καρτερικά τους συχνά δυνατούς πόνους από μια ασθένεια του στομάχου (;), της κύστης (;), από την οποία υπέφερε.
Ο «Κήπος» εξελίχθηκε σε μία κοινότητα, τα μέλη της οποίας συνδέονταν με βαθιά φιλία και ζούσαν μαζί, με αλληλεγγύη, άντρες και γυναίκες, μελετώντας και συζητώντας. ΄Ηταν ένα είδος κοινόβιου με ισότιμη αντιμετώπιση των γυναικών και χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα στον ελεύθερο και τον δούλο, στη σύζυγο και την εταίρα. Τα υλικά μέσα της Σχολής ήταν πάντα φτωχά, και όλα χαρακτηρίζονταν από απλότητα και εγκράτεια.
Ο Επίκουρος υπήρξε πολυγραφότατος, αλλά από τα έργα του μόνο αποσπάσματα έχουν φθάσει ώς τις μέρες μας. Επιπλέον, ο Διογένης ο Λαέρτιος διασώζει τρεις επιστολές του σε φίλους, μία συλλογή από σαράντα αφορισμούς του που ονομάζονται Κύριαι Δόξαι και τη διαθήκη του.
Ο Επικουρισμός απλώθηκε σε όλο τον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο. Στη Ρώμη κήρυκας της διδασκαλίας του υπήρξε ο ποιητής Λουκρήτιος, ο οποίος ανέπτυξε την Επικούρεια φιλοσοφία, προπαντός τη Φυσική, στο ποίημά του De Rerum Natura (Για τη Φύση των Πραγμάτων). ΄Άλλη μία πολύ σημαντική πηγή για τη φιλοσοφία του Επίκουρου είναι οι απανθρακωμένοι κυλινδρικοί πάπυροι που βρέθηκαν στο Herculaneum (ελλ. Ηράκλειον), πόλη νότια της Νάπολης, που καταστράφηκε με την έκρηξη του Βεζούβιου (79 μ.Χ.). Οι πάπυροι αυτοί περιέχουν κυρίως επικούρεια κείμενα, των οποίων στο μεγαλύτερο μέρος συγγραφέας είναι ο επικούρειος Φιλόδημος από τα Γάδαρα της Παλαιστίνης.
Καμία φιλοσοφία δεν είχε τόσους υποστηρικτές και τόσους επικριτές και διαστρεβλωτές όσο του Επίκουρου, είτε στους σύγχρονούς του είτε στους επόμενους αιώνες . Ο ίδιος ο φιλόσοφος απέκτησε αφοσιωμένους μαθητές και φίλους που τον λάτρευαν σαν θεό, αλλά και εχθρούς που τον κατηγόρησαν − και εξαιτίας της μορφής της Σχολής − για ακολασία, αμάθεια και για περιφρόνηση των θεών· (και σήμερα ακόμη, η λέξη «επικούρειος» διατηρεί τη μεταφορική σημασία του ευδαιμονιστή). Αντίθετα, ο Διογένης ο Λαέρτιος τον περιγράφει ως έναν άνθρωπο ευσεβή προς τους θεούς, καταδεκτικό απέναντι στους δούλους, φιλάνθρωπο και με αναμφισβήτητη τη λιτότητα του βίου του.
Η διδασκαλία του Επίκουρου βρήκε μεγάλη απήχηση, γιατί ανταποκρίθηκε σε βασικά αιτήματα της εποχής του, εποχής παρηκμασμένης και κουρασμένης. Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και κάτω από τη μακεδονική κυριαρχία, η Αθήνα ταλανίζεται από εμφύλιες συγκρούσεις που ξεσπούν ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις· η φτώχεια μεγαλώνει, η ανεργία πολλαπλασιάζεται, η δουλεία φουντώνει, και η ζωή για τους ανθρώπους γίνεται εξαιρετικά αβέβαιη. Κάθε άνθρωπος τώρα επιζητεί την ατομική του σωτηρία και ο Επίκουρος τον απελευθέρωσε από πλάνες και μάταιους φόβους, δίνοντάς του παρηγοριά και εξασφαλίζοντάς του μια καλύτερη, ειρηνική ζωή.
Από τις βασικές και θεμελιακές αρχές της φιλοσοφίας του Επίκουρου γενικά και ειδικά της ηθικής του είναι η αναγωγή όλων των φαινομένων όχι σε μεταφυσικές αρχές αλλά σε φυσικά αίτια. Η φυσική θεωρία του ακολουθεί το υλιστικό σύστημα, την ατομική θεωρία του Δημόκριτου, ότι ο κόσμος αποτελείται από άτομα και κενό. Πιστεύει στη μαρτυρία των αισθήσεων, πως δεν μας εξαπατούν ποτέ και αποτελούν τη βάση όλων των γνώσεών μας. Υποστηρίζει δε ότι η μελέτη της περί φύσεως επιστήμης απαλλάσσει τον άνθρωπο από τον φόβο των θεών και του θανάτου.
Στον τομέα της ηθικής, ο Επίκουρος διδάσκει ότι το μεγαλύτερο αγαθό, ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία του, που την ταυτίζει με την έννοια της ηδονής. Τονίζει όμως ότι η αληθινή ηδονή δεν έχει αποκλειστικά και μόνο σχέση με τις αισθήσεις· συνίσταται όχι στην άκρατη ηδονή των σωματικών απολαύσεων, στις ηδονές των ασώτων, μομφή που θέλησαν να του αποδώσουν, αλλά στην απελευθέρωση του σώματος από κάθε πόνο και στο υψηλότερο ιδανικό, στην αταραξία και γαλήνη της ψυχής. Μπορούμε, διακηρύσσει ο Επίκουρος, να γνωρίσουμε μεγάλες απολαύσεις, όμως αυτές πρέπει να είναι απλές και φυσικές και να ανταποκρίνονται σε επιτακτικές ανάγκες. Υπάρχουν διάφορα είδη ευτυχίας και ευχαρίστησης, ανώτερα και κατώτερα, και ο άνθρωπος πρέπει να επιλέγει το ανώτερο καλό. Πηγή μεγάλης ευχαρίστησης μπορεί να είναι η αυτοκυριαρχία, το μέτρο, η φιλία, την οποία θεωρεί το ευγενέστερο ανθρώπινο αγαθό, τον βασικό συντελεστή για την απόκτηση της μακαριότητας. Ο Α. Μπονάρ γράφει εύστοχα: « Μέσα στη φιλία κορυφώνεται ο Επικουρισμός, όπως λίγο αργότερα ο Χριστιανισμός μέσα στην αγάπη τού πλησίον».
Ο Επίκουρος θέλησε να μάθει στους ανθρώπους να είναι ευτυχισμένοι άμεσα, στην παρούσα ζωή τους. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αρνείται μεν την ύπαρξη των θεών, αλλά κατ’ αυτόν οι θεοί είναι υλικά όντα πανευτυχή και τέλεια, που κατοικούν ανάμεσα στους πολλαπλούς κόσμους του σύμπαντος, χωρίς να ενδιαφέρονται για τον κόσμο και τους ανθρώπους, καταπολεμώντας με αυτή τη θέση τον φόβο των θεών.
Σχετικά με την ψυχή, δέχεται ότι υπάρχει, αλλά δεν πιστεύει στην αθανασία της· υποστηρίζει ότι η σύστασή της είναι υλική και συνεπώς υπόκειται στην ίδια με το σώμα μοίρα της φθοράς.
Τέλος, στο πρόβλημα του θανάτου πρεσβεύει ότι χρέος του φιλοσόφου είναι να λυτρώνει τον άνθρωπο από τον φόβο του θανάτου, απαραίτητο αυτό στοιχείο της καλής και σωστής ζωής.
Συμπληρωματικά αναφέρουμε ότι απέρριπτε την αστρολογία, αρνούμενος ότι το μέλλον είναι δυνατόν να προκαθορίζεται από τις κινήσεις των πλανητών και, επίσης, δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική, θεωρώντας ότι κατέστρεφε τη γαλήνη της ψυχής.
Ο Επικουρισμός έζησε ώς το τέλος του αρχαίου κόσμου, ώς τον 4ο αι. μ. Χ., όταν καταπολεμήθηκε από τον Χριστιανισμό, που είδε στον υλισμό και «αθεϊσμό» του Επίκουρου τον πιο επικίνδυνο εχθρό του.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.