Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Ζωή Σαμαρά: ένα πεζοποίημα

                                                Θυμήθηκα

 

Τον παλιό καιρό θυμήθηκα. Πρόσωπα εξωτικά, εικόνες με χρώματα που ξεπερνούσαν σε ποικιλία και ένταση τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου. Περαστικοί να περιμένουν. Να περιμένω, περαστική κι εγώ. Σε κήπο, σε δρόμο, στο κενό.

Ανάμεσα στην κρύα γη και τον ηλιόφωτο ουρανό.

 

Θυμήθηκα παράθυρα ανοιχτά, να μπαίνει κρύο σκοτάδι. Έτοιμη να φύγω, όχι και πολύ μακριά. Δεν ήταν μακριά η Κόλαση, τουλάχιστον. Κι αναρωτιόμουνα γιατί.

Μία φωνή ακουγόταν από τα βάθη της γης, και τ’ ουρανού, μια φιλική φωνή που με εμπόδιζε να κάνω το πρώτο βήμα. Δεν έμοιαζε ειρωνική.

– Δεν υπάρχει χώρος για σένα. Γέμισε ο Παράδεισος.

– Και η Κόλαση; Ρώτησα. Γέμισε κι αυτή;

– Αυτή γέμισε τόσο πολύ, τόσο πολύ νωρίς, που οι ένοικοί της ξαναγύρισαν στη Γη. Ζουν και βασιλεύουν ανάμεσά σας. Τους νιώθεις. Γι’ αυτό θέλεις να φύγεις.

– Λάθος! Πάλι κάνεις λάθος. Δεν δραπετεύουμε ποτέ από καμία κόλαση. Όσοι είμαστε παιδιά Σου την κοιτάμε κατάματα και, σαν να κρατάμε μια σβηστήρα μαγική, σβήνουμε, με ένα μας βλέμμα, ένα μας νεύμα, το σκοτάδι της.

– Και πότε έκανα το πρώτο μου λάθος; Ρώτησε σχεδόν με κατανόηση.

– Όταν τιμώρησες την αμαρτία. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.