Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Γιαννόπουλος: Τζέημς Τζόυς – Οδυσσέας χωρίς επιστροφή  

”Θα δοκιμάσω να αναμετρηθώ με τις εξουσίες του κόσμου. Τα πάντα είναι ασταθή, εκτός από την πίστη στην ψυχή που αλλάζει όλα τα πράγματα και φωτίζει την αντιφατικότητά τους. Και παρότι μοιάζει σαν να έχω εκδιωχθεί από τη χώρα μου ως άπιστος, δεν έχω ακόμα βρει άνθρωπο με πίστη σαν τη δική μου”.

-Τζόυς 1902

 

  

     ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΙ ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ

   Όλα συνέβησαν στη ζωή του ανάμεσα σε δύο πορτραίτα: μια φωτογραφία και ένα σχέδιο όπου ένας Ιρλανδός μεγαλώνει, μεταναστεύει στην Ευρώπη και στο Νότο και γίνεται από ο άγνωστος εκείνος ψηλός νεαρός της φωτογραφίας με τη τραγιάσκα, ο Τζόυς, του σχεδίου που του έφτιαξε ο γλύπτης Κονσταντίν Μπρανκούζι. Είπαμε τι απεικονίζει η φωτογραφία. Ας πούμε και σε τι συνίσταται το σχέδιο της προσωπογραφίας: μία σπείρα και τρεις άνισες κάθετες γραμμές. Πρόκειται για το δεύτερο σχέδιο αφού το πρώτο το απέρριψε ασυζητητί μία φίλη του Μπρανκούζι η οποία του είπε ότι ναι μεν το σχέδιο που ήταν ένα συμβατικό σκίτσο θυμίζει τον Τζόυς, αλλά είναι πολύ μακριά απ’ το ύφος του γλύπτη. Όταν το έδειξαν στον πατέρα του Τζόυς την αφηρημενη προσωπογραφία, εκείνος εξέφρασε, τάχα, την έκπληξή του λέγοντας: ”Πώς άλλαξε έτσι ο γιος μου;”.

 

 Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

        Ο Τζόυς δεν κληρονόμησε μόνο το χιούμορ, τον σαρκασμό και την εξυπνάδα του πατέρα του, αλλά και τη ροπή προς το αλκοόλ, τον άστατο χαρακτήρα του και τη φτώχεια… Με λίγα λόγια έγινε αυτό που μεμφόταν: Ο πατέρας του. (ο Τζόυς φεύγει πολύ νωρίς από την Ιρλανδία) ”γλιτώνει, όπως το διατύπωσε ο ίδιος, και από τα τρία δίχτυα: εθνικότητα, γλώσσα και θρησκεία”. Είναι πια απαλλαγμένος και από τα τρία αυτά βαρίδια που κουβαλάει ο κάθε άνθρωπος και από τη μια τον εμποδίζουν να νιώσει ελεύθερος, αλλά από την άλλη του προσφέρουν μια τριπλή ταυτότητα που για την πλειονότητα των ανθρώπων είναι απαραίτητη για να αισθάνονται πως κάπου ανήκουν, σε κάτι πιστεύουν.

Ο Τζόυς πήρε αυτό το ρίσκο που θα τον άφηνε χωρίς σωσίβιο σε μια ταραγμένη θάλασσα  φωνάζοντας: ”Να ζεις, να σφάλεις, να πέφτεις, να δραπετεύεις, να αναδημιουργείς τη ζωή από τη ζωή”.

           

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

 

Με αυτό το θράσος και χωρίς ακόμη όπλα- παρά μόνο με τη πεποίθηση πως η τέχνη είναι η πιο καίρια έκφραση της ζωής- ξενιτεύτηκε. Κατάλληλος τόπος γι’ αυτόν του φάνηκε πως ήταν η Ιταλία. Έτσι εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στην Τεργέστη αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και της τέχνης του, στο Παρίσι και το τελευταίο κομμάτι της, στην Ελβετία. Ήταν λοιπόν όπως σημειώσαμε στον τίτλο, ένας Οδυσσέας ένας Οδυσσέας χωρίς επιστροφή στην Ιθάκη του.

        Οδυσσέας και γιατί έγραψε ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα μ’ αυτόν το τίτλο, το οποίο κυκλοφόρησε μετά από πολλές εκδοτικές περιπέτειες το 1922. Την ίδια χρονιά ο Έλιοτ κυκλοφορούσε την περίφημη ”Έρημη Χώρα” του. Ήταν αυτός ακριβώς που αναφώνησε: ”Ποιος μπορεί να ξαναγράψει διαβάζοντας το θαύμα του τελευταίου κεφαλαίου!”. Εννοούσε, φυσικά, τον πολυσέλιδο μονόλογο που εκφωνούσε η Μόλλυ, – κεντρική ηρωίδα του έργου – χωρίς ανάσα αφού λείπουν τα σημεία στίξης και τελειώνει μ’ ένα εμφατικό Ναι. Σχεδόν αποστομωτικό ακούγεται αυτό το Ναι γιατί αναδεικνύει εξίσου εμφατικά έναν άντρα με θηλυκά, θα λέγαμε στοιχεία, ο οποίος αγαπάει και κατανοεί τη γυναίκα, αλλά και την αγαπημένη του Νόρα, που γνώρισε πολύ νέος και παντρεύτηκε πολύ αργότερα.

 

        Ο Τζόυς παραδεχόταν στο πρώτο του μυθιστόρημα, μια αυτοβιογραφία, ”Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη”: ”Η νιότη μου υπήρξε εξαιρετικά βίαιη – οδυνηρή και βίαιη”.

        Ο ”Οδυσσέας” δεν θα ήταν ίσως δυνατό να γραφτεί αν δεν είχε προηγηθεί στα τέλη του 19ου αιώνα το έργο του Εντουάρ Ντυζαρντέν, ”Έδρεψε δάφνες” που πρόσφερε στη λογοτεχνία τον εσωτερικό μονόλογο από τον οποίο θα επηρεαστούν μια σειρά συγγραφείς της πρωτοπορίας των αρχών του 20ου αιώνα.

 

       ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ

 

        Ο Τζέημς Τζόυς γεννήθηκε στο ζώδιο του Υδροχόου στις 2 Φεβρουαρίου του 1882 στο Δουβλίνο. Ανήκε σε μια πολυμελή οικογένεια και ο πατέρας του, ένας απίθανος τύπος υπήρξε σπουδαστής, ναυτικός, κυνηγός, καλοφαγάς, πρωταθλητής κωπηλασίας, δρομέας, κάτοχος ρεκόρ άλματος, εξαιρετικός ηθοποιός και τραγουδιστής. Θεωρούνταν ο καλύτερος τενόρος της Ιρλανδίας. Μαζί με όλα αυτά ήταν και ο πατέρας του ήρωα του Τζόυς στον ”Οδυσσέα” Στήβεν Δαίδαλος, με το όνομα Λεοπόλδος Μπλουμ. Ολόκληρο το πολυσέλιδο έργο διαδραματίζεται σε μια μόλις μέρα στο Δουβλίνο και τα κεφάλαιά του παραπέμπουν φυσικά στην Ομηρική ‘’Οδύσσεια’’.

            ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΡΓΑ

 

        Έξι μόλις ετών το 1888, ο Τζέημς έδειξε το ταλέντο του γράφοντας το πρώτο του ποίημα. Το 1899 μετά τις εγκύκλιες σπουδές του, σχεδίαζε να σπουδάσει Ιατρική στο Δουβλίνο και το Παρίσι. Το 1903 είναι εικοσιενός ετών και τον πλήττει μία από τις μεγαλύτερες απώλειες της ζωής του: Χάνει τη μητέρα του που υπεραγαπούσε. Τη σκηνή του θανάτου της και άλλα επεισόδια της ζωής του αφηγείται στο ρεαλιστικό ”Πορτραίτο του Καλλιτέχνη”. Το 1906 ενώ τελειώνει το ”Στήβεν ο ήρωας” προάγγελο του ”Πορτραίτου …” στην Τεργέστη, γράφει τους ”Δουβλινέζους” – αριστοτεχνικά διηγήματα γύρω από την ζωή στην γενέτειρα του, που θα εκδώσει μετά από πολλές εκδοτικές ταλαιπωρίες το 1914.

 

 

                     

 

                Η ΝΟΡΑ

        Την Νόρα τη γνώρισε στα 22 του χρόνια, το 1904. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και ας μην ήταν η Νόρα παρά μια ταπεινή υπηρέτρια, πολύ δυναμική παρόλα αυτά, αλλά εντελώς αδαής περί την λογοτεχνία και τα παράξενα γραφτά του Τζόυς, που τον ερωτεύτηκε, ανέχτηκε την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του και κυρίως τη φτώχεια που ήταν θαρρείς κολλημένη απάνω του. Η Νόρα ήταν η πρώτη γυναίκα της ζωής του, ήταν αυτή που τον ανακούφισε από την περίσσια σπέρματος που είχε συσσωρεύσει και τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς έφυγαν μαζί απ’ την Ιρλανδία, μέσω Ζυρίχης, για την Τεργέστη, όπου ο Τζόυς συνάντησε για πρώτη φορά τον Έλληνα έμπορο Νικόλα Σάντα, τον οποίο επιφόρτισε να του μάθει Νέα Ελληνικά. Στην Τεργέστη προσπάθησε να διδάξει αλλά ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας του και η άσπλαχνοι εργοδότες τον ανάγκασαν να καταφύγει στον αδερφό του Στανίσλαο τον οποίο απομυζούσε οικονομικά όλη του σχεδόν τη ζωή χωρίς τύψεις. Σαν να μη του ’φτανε η φτώχεια και η ξενιτιά σκάρωσε και δυο παιδιά, τον Τζόρτζ και την άρρωστη ψυχικά αλλά και ταλαντούχα χορεύτρια, Λουτσία, την οποία προξένευε στον φίλο του Μπέκετ, αντί να φροντίσει για τη θεραπεία της. Ο Μπέκετ που υπήρξε γραμματέας του, έκοψε λάσπη για να αποφύγει το ειδύλλιο αλλά και τη βαριά σκιά του τεράστιου συγγραφέα.

        Στην Αμερική ο ”Οδυσσέας” επιτράπηκε να κυκλοφορήσει 12 χρόνια μετά την έκδοσή του στο Παρίσι το 1934. Θεωρήθηκε εξαιρετικά τολμηρό με όλους τους τρόπους σύμφωνα με τα πουριτανικά αμερικανικά ήθη της εποχής.

         ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΗΡΩΕΣ  ΜΕ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

 

        Ο συμπατριώτης του Ρίτσαρντ Έλμαν, που του αφιέρωσε μια σπουδαία βιογραφία, υποστηρίζει πως οι δυο μεγάλες αγάπες του Τζόυς, τα μόνιμα πάθη του ήταν η οικογένειά του και οι ήρωές του, τους οποίους αντιμετώπιζε με την ίδια στοργή, την ίδια τρυφερότητα και την ίδια φροντίδα και ας ήταν ο ίδιος ένας αλλοπρόσαλλος και απροσάρμοστος άνθρωπος, μεταξύ άλλων, και λόγω της περιφρόνησης που έτρεφε για τις αστικές συνήθειες και συμβάσεις.  

        Τα τελευταία του χρόνια καταπιάστηκε με ένα πειραματικό έργο που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα παιχνίδι με τη γλώσσα που το τράβηξε ως τα άκρα, ”Την αγρύπνια των Φίννεγκαν” που εμπνεύστηκε από ένα παραδοσιακό λαϊκό ποίημα και παρουσιάζει τις αλλοιώσεις της γλώσσας των μεθυσμένων συγγενών που ξενυχτάνε το νεκρό τους.

 

            ΤΟ ΤΕΛΟΣ

 

   

        Ο Τζόυς πέθανε ξαφνικά στη Ζυρίχη όταν το ημερολόγιο έγραφε 13 Ιανουαρίου 1941 σε ηλικία 59 ετών όταν ο πόλεμος μαινόταν στην Ευρώπη. Την κηδεία του ακολούθησαν εκτός από τους στενούς συγγενείς ελάχιστοι ετερόκλητοι άνθρωποι, μεταξύ αυτών και ένας φίλος του, τενόρος, δύο Ιταλοί αξιωματούχοι και ένας ηλικιωμένος ο οποίος ρωτούσε τον έναν και τον άλλον ”ποιον κηδεύουμε σήμερα;” και του απαντούσαν, ”τον Χερ Τζόυς” αλλά ο ανθρωπάκος δεν έμεινε ικανοποιημένος, ξαναρωτούσε και ξαναρωτούσε, παίρνοντας την ίδια απάντηση και μένοντας με την απορία. Αυτός ο περίεργος τύπος θα ήταν σίγουρα ένας από τους ήρωες του νεκρού πια συγγραφέα που δε πρόλαβε να συναντήσει και να τον βάλει σ’ ένα βιβλίο του, γιατί σίγουρα θα του άρεσε πάρα πολύ αυτή η γκροτέσκα φιγούρα.

        Ήταν η σειρά της Νόρας να αντιληφθεί ότι μετά το θάνατό του όλα έμοιαζαν βαρετά και όλο μουρμούριζε: ”Ενώ όσο εκείνος ζούσε όλο και κάτι γινόταν”. Την ίδια στιγμή διαπίστωνε με μια σκέψη που της ήρθε από το πουθενά, πως αυτός που οδηγούσαν στον τάφο ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας του αιώνα.

        Το 1941 ο ανάστατος αιματοβαμμένος κόσμος που δεχόταν το Μπλιτς κριγκ του Χίτλερ, δεν επέτρεψαν μάλλον στον Τζόυς αντί να ταφεί στην ψυχρή, ουδέτερη γερμανόφωνη Ζυρίχη, να κάνει το ταξίδι της επιστροφής στην Ιθάκη του, αφού ο πανούργος, σχεδόν τυφλός πια Οδυσσέας, είχε καταλάβει μαζί με τον Αλεξανδρινό οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

 

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
-ΜΑΝΤΩ ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ, ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ, ζωή και έργπ, Θεμέλιο, 1983
-ΤΖΕΗΜΣ ΤΖΟΫΣ, Επικίνδυνη γραφή, σκέψεις για τη ζωή, την τέχνη, τη λογοτεχνία, ανθολόγηση, Φεντερίκο Σαμπατίνι, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, Πατάκης, 2020   
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.