Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Αρθούρος Ρεμπώ, «ο μαγκιόρος των φαντασιώσεων»  στην «Εποχή των Δολοφόνων» ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ

«Ο ποιητής είναι ένας παρίας, μια ανωμαλία, σε κατάσταση εξασθένισης. Ποιος μπορεί να ενδιαφέρεται σήμερα να γίνει τερατικός; Το τέρας είναι παντού. […] Ο τρομερός σίφουνας προχωράει».   Χένρι Μίλλερ

 

  Ο Ρεμπώ και ο Βερλαίν  στα καφενεία

 

Το επόμενο έτος, 1872 ο Ρεμπώ με τον Βερλαιν σύχναζαν μέρα νύχτα στα φιλολογικά καφενεία του Καρτιέ Λατέν πίνοντας αψέντι. Όταν αποκαλύφθηκε πως η σχέση τους ήταν κάτι παραπάνω από φιλική, αφού ο ένας είχε ερωτευθεί τον άλλον, ο Βερλαίν που ήταν παντρεμένος, άρχισε να καυγαδίζει με τη γυναίκα του.

 Το σινάφι όταν πρωτοείδε τον νεαρό Ρεμπώ εν μέρει εντυπωσιάστηκε κι εν μέρει τον φθόνησε και τον ζύγισε αρνητικά . Ο Μαλλαρμέ τόνισε πως αυτό το αυτοτροφοδοτούμενο φωτεινό μετέωρο θα δύσει σύντομα. Κι όταν επιβεβαιώθηκε συνέχισε να ρίχνει τις [ποιητικές] ζαριές του ήσυχος πως δεν τον απειλεί πια ο νεαρός παρίας.

Οι δυο ποιητές παίρνουν μέρος στις συγκεντρώσεις του ‘’Κύκλου των Χυδαίων απλοϊκών”. Διασκεδάζουν κρατώντας ένα είδος χρυσής βίβλου, όπου γράφουν ποιήματα που τα συνθέτουν πάνω στη μανιέρα διάσημων ποιητών της εποχής.

Το Φλεβάρη ο Ρεμπώ για να δώσει την ευκαιρία στον Βερλαίν να συμφιλιωθεί με τη γυναίκα του επιστρέφει στην Σαρλβίλ. και γράφει τα ”Ανάμνηση, Μιχαήλ και Χριστίνα”, ”Δάκρυ”, ”Το ποτάμι του Μονοπατιού”, ”Κωμωδία της Δίψας”, ”Όμορφη πρωινή σκέψη”, ”Γιορτές της υπομονής” και άλλα. Στα τέλη Μαΐου ο Βερλαίν τον ικετεύει να ξαναγυρίσει στο Παρίσι. Αυτός γράφει ποιήματα σε στίχους ”Γιορτές της πείνας”, ”Χρυσή ηλικία”, ”Ω εποχές ω πύργοι”. Οι κακοβουλοι τον αποκαλούν ‘’δεσποινίς Ρεμπώ’’

 

Από τη Ρος στο Λονδίνο κι από κει στις Βρυξέλλες

 

 Στις 7 Ιουλίου ο Ρεμπώ αποφασίζει να πάει στο Βέλγιο, αντί για το Παρίσι. Ο Βερλαίν δεν μπορεί παρά να τον ακολουθήσει. Είναι τρισευτυχισμένος όταν τον ξανασυναντά. Αυτός ο δεκαεφτάχρονος νεαρός ασκεί πάνω του μια επικίνδυνη επιρροή. Μπορεί να τον παρασύρει σε οτιδήποτε. Μπορεί να τον κάνει ό,τι θέλει αν και είναι μεγαλύτερος απ’ τον Ρεμπώ μια ολάκερη δεκαετία. Η ελεύθερη βούληση τον έχει εγκαταλείψει. Φεύγουν μαζί, λοιπόν, για το Λονδίνο. Γρήγορα ξεμένουν από χρήματα. Ο Βερλαίν μαθαίνει πως η γυναίκα  του ζητάει διαζύγιο. Απογοητεύεται και υποφέρει.

Ο Ρεμπώ τρομάζει στην ιδέα πως έκανε κάτι ανάρμοστο κι επιστρέφει στην αγκαλιά της μαμάς. Ο άσωτος υιός επέστρεψε για μια ακόμη φορά, μόνο που η Βιταλί, η μητέρα, δε θα σφάξει για χάρη του το μόσχο το σιτευτό. Ξέρει πως η μοίρα της είναι να βλέπει το γιό της να φεύγει και τρέμει στην ιδέα πως κάποτε ίσως δεν ξαναγυρίσει. Κι αυτή τότε δε θα μπορεί πια να τον φέρει πίσω. Δεν θα μπορεί να τον διατάζει, ούτε να τον χαστουκίζει. Αλλά έχει ακόμα κάποια χρόνια μπροστά της, κατά τη διάρκεια των οποίων μπορεί να φέρεται χρησιμοποιώντας το μητρικό της δικαίωμα με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Στο μεταξύ ο Βερλαίν ζήτησε βοήθεια από τη μαμά. Και η μαμά πήρε και την αδελφή της και κατέφθασαν στις Βρυξέλλες όπου βρισκόταν πλέον ο Βερλαίν. Κατέλυσαν στο ξενοδοχείο του. Αλλά τι μπορούν να προσφέρουν οι δύο προσφιλείς του γυναίκες στον ερωτοχτυπημένο γιό και ανιψιό τους. Τον πείθουν πάντως να γυρίσει σπίτι για να πείσει τη γυναίκα του να τον δεχτεί κοντά της και να παγώσει την αίτηση διαζυγίου. Η Ματίλντ όμως είναι ανυποχώρητη. Οπότε κι αυτός επιστρέφει στις Βρυξέλλες και ειδοποιεί το Ρεμπώ, που παραμένει στη Ρος, με όλη την οικογένειά του να τον αντιμετωπίζει με επιείκεια και συγκατάβαση, ίσως για πρώτη φορά. Ο Ρεμπώ τρέχει στις Βρυξέλλες να βοηθήσει το φίλο του και καταφεύγουν κι οι δυο πάλι στο Λονδίνο, όπου ξαναρχίζουν το όργιο των ερωτικών τους καυγάδων.

 

Ο πυροβολισμός

 

 Όμως παρά το ότι το Λονδίνο είναι αρκετά μακριά από τους συγγενείς, αυτοί έχουν γνώμη για το πώς πρέπει να φέρονται δύο αξιοσέβαστοι ποιητές και τι είδους σχέση επιτρέπεται να έχουν. Δεν είναι όμως αυτό που τους δυσκολεύει όσο το ότι τα λεφτά τελειώνουν κι έτσι αναγκάζονται να ταξιδέψουν με πλοίο για την Αμβέρσα. Από κει φθάνουν, για άλλη μια φορά, στις Βρυξέλλες. Η μητέρα του Ρεμπώ, είχε στείλει σε ανύποπτο χρόνο μια επιστολή στον Βερλαίν –  μήπως και τον συνετίσει και δεν πραγματοποιήσει την απειλή του ”να σκοτωθεί!!!”. Η γνώμη της ήταν πως έπρεπε να δουλεύει, να καταλαβαίνει τις δυστυχίες των άλλων, να παραμερίζει τις δικές του κι ακόμα πως για τη σχέση που είχε με το γιο της, μπορεί η κοινωνία να ήταν επικριτική, αλλά ο θεός συγχωρούσε, αρκεί να τον πίστευες βαθιά.

 

 Ο Βερλαίν όμως σκεφτόταν να πραγματοποιήσει την απειλή του και αγόρασε ένα περίστροφο, το οποίο χρησιμοποίησε πολύ αργότερα, όχι όμως εναντίον του εαυτού του, αλλά εναντίον του φίλου του. Πάνω σ’ έναν απ’ αυτούς τους καυγάδες που γινόντουσαν όλο και πιο συχνά κι ενώ ο Ρεμπώ του είπε πως θα φύγει και του ζητούσε φορτικά 20 φράγκα για το εισιτήριο, ο Βερλαίν κλείδωσε την πόρτα κάθισε οκλαδόν μπροστά της και με ηρεμία  έβγαλε το περίστροφο από τη τσέπη του και πυροβόλησε το Ρεμπώ απέναντί του, αλλά αστόχησε και τραυμάτισε μόνο ένα του δάχτυλο. Η Στεφανί, η μητέρα του, από τη μεσόπορτα του διπλανού δωματίου του ξενοδοχείου, άκουσε την αιτία του καυγά και τους δύο πυροβολισμούς και όταν επενέβη είδε το γιο της σαστισμένο με το περίστροφο στο χέρι και το χέρι του Ρεμπώ να αιμορραγεί ακατάσχετα. Πήγε και με τους δύο στο νοσοκομείο, αλλά ο Ρεμπώ έπρεπε να επιστρέψει την επομένη για να του αφαιρέσουν τη σφαίρα. Έτσι ξαναβρέθηκαν ελεύθεροι στο δρόμο με το Βερλαίν να επιμένει να συνοδεύσει τον Ρεμπώ  στον σιδηροδρομικό σταθμό αφού η Στεφανί είχε προλάβει να βάλει στην τσέπη του τα 20 φράγκα για να τον απομακρύνει από τον μαινόμενο γιο της. Ο Ρεμπώ έκανε πως δεν άκουσε τον φίλο του. Εκείνος όμως, ακόμα σε σύγχυση και πολύ θυμωμένος, ήταν έτοιμος να ξανασηκώσει το πιστόλι εναντίον του. Πυροβόλησε. Ο Ρεμπώ απέφυγε τη σφαίρα μ’ ένα πήδημα, βρήκε έναν αστυνομικό και τον ικέτευσε να επέμβει. Η επέμβαση όμως του αστυνομικού οργάνου συνίστατο στο να  μεταφέρει και τους δυο στο τμήμα όπου ένας  αδιάκριτος επιθεωρητής ήθελε να μάθει την αιτία του επεισοδίου. Το ότι ο Ρεμπώ απέσυρε την καταγγελία δεν ήταν αρκετό για να μη διωχθεί ο Βερλαίν.

Η υπόθεση δεν άργησε να φθάσει στο δικαστήριο. Ο Ρεμπώ γύρισε υγιής  απ’ το νοσοκομείο και με τον ματωμένο κάλυκα στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του, αλλά για τον Βερλαίν ήταν αργά.

Η δίκη ξεκίνησε. Ο Ρεμπώ προσπάθησε στην κατάθεσή του να υπογραμμίσει πως η όποια σχέση που είχαν ήταν άσχετη με τον τραυματισμό του. Οφειλόταν αποκλειστικά σε μια διαφωνία η οποία στο μυαλό του Βερλαίν πήρε διαστάσεις επειδή εκείνη την ημέρα έπινε από το πρωί.

Στις 8 Αυγούστου 1873 ο Βερλαίν καταδικάστηκε στην ανώτατη ποινή, δύο χρόνια φυλάκισης και διακόσια φράγκα πρόστιμο. Στο μεταξύ, τον είχαν διασύρει στο δικαστήριο οι αβέβαιες και μάλλον έωλες διαγνώσεις σεξουαλικού χαρακτήρα που έκαναν λεπτομερή περιγραφή του πέους του και αποφαίνονταν πως ο Βερλαίν ήταν ενεργητικός και παθητικός ομοφυλόφιλος. Η κατηγορία αυτή για κείνη την εποχή ισοδυναμούσε, ούτε λίγο ούτε πολύ, με ανθρωποκτονία. Η κοινωνική κατακραυγή εναντίον της ομοφυλοφιλίας πλανήθηκε τόσο έντονα στο δικαστήριο που επηρέασε  και την απόφαση των ενόρκων.

 Ο Ρεμπώ έγραψε στο ημερολόγιό του αφού η πληγή είχε επουλωθεί πλήρως αλλά το τραύμα παρέμενε στην ψυχή του:

 ‘’Τα φαντάσματα της άθλιας ανατροφής μου επιστρέφουν. Και λοιπόν; … Να κλείσω τα είκοσι μια και τα κλείνουν κι οι άλλοι…’’

 Αγόρασε χαρτί στο Βέλγιο γιατί δεν θα έβρισκε στις Αρδέννες. Ήθελε να γράψει τους τελευταίους στίχους αυτής της απίστευτης ‘’Εποχής στην Κόλαση’’ που μόνος του είχε ετοιμάσει αλλά δεν είχε υπολογίσει πώς θα εξερχόταν από αυτήν.

Στις βελγικές φυλακές σ’ ένα κομμάτι χαρτί περιτυλίγματος ο Βερλαίν έγραψε ένα ποίημα για τον όμορφο εξολοθρευτή του, το ”Crimen Amoris” σε ενδεκασύλλαβο στίχο. «Στην γιορτή των επτά αμαρτημάτων ο γλυκύτατος έφηβος σατανάς πετάει μέχρι την κορυφή ενός πύργου και διακηρύσσει ότι το καλό και το κακό δεν υφίστανται ακριβώς την ώρα που τον σκοτώνει ένα αστροπελέκι», ενώ μουρμούριζε τους πρώτους στίχους από την δαντική ‘’Κόλαση» της «Θείας Κωμωδίας»:

«Μες στα μισά του δρόμου της ζωής μας

Σε μαύρο δάσος βρέθηκα χαμένος

Απ’ την ορθή οδό λοξοδρομώντας»

Αυτή ήταν η δική του εκδοχή της Κόλασης. Το μόνο που δεν ήξερε ήταν ότι στην Γερμανία την ίδια περίπου εποχή ο Νίτσε έγραφε το ”Πέρα απ’ το Καλό και το Κακό”.

Ο Ρεμπώ έγραψε το ”Πρωινό Μέθης”, ένα διφορούμενο ποίημα για το δέντρο του καλού και του κακού. 

«Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θα ‘ταν παρά για τη μάσκα που μας χάρισε. Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την κάθε μια από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Να τη η εποχή των δολοφόνων”

Αυτός είναι ο τίτλος ενός μικρού αφηγήματος του Henry Miller που όχι μόνο εγκωμιάζει τον Ρεμπώ, αλλά και κατακρίνει την εποχή του και τη δική μας μ’ αυτόν τον ακροτελεύτιο στίχο του ”Πρωινού Μέθης”.

 

Εποχή στην Κόλαση

 

«Ναι, η σύγχρονη εποχή είναι τουλάχιστον πολύ αυστηρή.

 Εγώ τουλάχιστον αξίωσα την νίκη: το τρίξιμο των οδόντων, το σύριγμα της φωτιάς, όλοι οι πνιγμένοι στεναγμοί τώρα ξεχύνονται απ’ το στέρνο. Οι φρικτές αναμνήσεις επιτέλους διαγράφονται. Κι οι έσχατες τύψεις μου αποχωρούν κι αυτές σιγά-σιγά απ’ τη σκηνή – ο φθόνος για τον επαίτη, τον ληστή, τον εραστή του θανάτου, τον ηλίθιο κάθε είδους. Θα ‘τανε ξεγραμμένοι, αν εκδικούμουν!

 Πρέπει να είναι κανείς απόλυτα μοντέρνος.

 Τέρμα τα άσματα: κράτα καλά το κερδισμένο χώμα. Μην ξημερώνεις νύχτα! το ξεραμένο αίμα βάφει μαύρο το πρόσωπό μου· πίσω μου δεν έχει μείνει τίποτα πια· στο βάθος στέκει έρημο, φρικτό, το δέντρο των πρωτόπλαστων!… Οι πνευματικές μάχες είναι εξίσου βάναυσες κι αιματηρές με κάθε άλλη μάχη των ανθρώπων. Το όραμα της δικαιοσύνης είναι το αποκλειστικό προνόμιο του Θεού.

 Όσο διαρκεί η νύχτα την αγρύπνια. Εκεί ας σταθούμε κι ας υποδεχτούμε ορθοί όλους τους χείμαρρους της ρώμης, όλους τους χείμαρρους της αληθινής τρυφερότητας. Και την αυγή, αγέρωχοι κι οπλισμένοι με μιαν αυτοσυγκράτηση βραδυφλεγή, στητοί ας προελάσουμε υπερήφανα μέσα στις μητροπόλεις».

Απρίλης – Αύγουστος 1873

 

[απόσπασμα από το αριστουργηματικό, ακατάτακτο ειδολογικά, συνθετικό ποίημα σε μετάφραση του Ζ. Δ. Αϊναλή]

 

 

 Ξεμπερδεύει με την ποίηση

  

Τώρα τελευταία αν έβρισκε κάποιο βιβλίο που μετά από γραπτές ικεσίες του είχε στείλει η Βιταλί για τη μηχανική, την οικονομία ή το πώς να φτιάξετε κάθε τι, χωρίς να το καταλάβει το ‘πιανε ανάποδα. Είχε ξεχάσει πώς διαβάζουν- ποια είναι η σωστή πλευρά,  από πάνω προς τα κάτω η το ανάποδο. Τα βιβλία με ποιήματα όπου κι αν τα έβρισκε τα τίναζε δυνατά και τα γράμματα πέφτανε κάτω και τα έπαιρνε ο βοριάς-αν και τώρα ζούσε στο Νότο, όπου σπάνια φύσαγε βόρειος ή βορειοδυτικός άνεμος. Δεν άντεχε και πολύ τη ζέστη, δεν καταλάβαινε τους ανθρώπους και τα νεύματα δεν βοηθούσαν διόλου. Αλλιώς παράσταιναν αυτοί τα πράγματα, αλλιώς αυτός. Είχε αρχίσει να ξεχνάει και τη γλώσσα του. Τι να την κάνει αφού δεν έγραφε πια ποιήματα παρά μόνο κάτι επιστολές σε ύφος τραχύ, ξηρό και πολύ συγκεκριμένο:

«Έχω λίγο πυρετό τώρα. Θα φύγω ξανά σε μερικές μέρες…» «Το Άντεν είναι ένας φρικτός βράχος», και άλλα τέτοια ή σχέδια για τα πόσα λεφτά θα βγάλει στο κοντινό μέλλον, αν όλα πάνε καλά.

Είχε αυστηρό ύφος και δεν αστειευόταν  διόλου. Δεν χλεύαζε, ποιον να χλευάσει εκεί που βρισκόταν, είχε ξεχάσει πια από πότε. Δούλευε μόνο – αυτός που δεν είχε δουλέψει ποτέ του, ούτε του άρεσε να δουλεύει.

Κι έκανε λογαριασμούς όλη την ώρα. Αν έβγαιναν σωστοί είχε καλώς, αν όχι τους έκανε ξανά και ξανά. Στη διάρκεια της μεσημεριανής σιέστας ξάπλωνε πλάι στο νεαρό υπηρέτη του που τον χάιδευε ώσπου να τον πάρει ο ύπνος. Αυτός τον τύλιγε με τέτοιον τρόπο σαν να ήταν μούμια. Ένιωθε Μαθουσάλας, αλλά δεν ήταν ούτε 35. Ωστόσο η κούραση από τις κάθε είδους κακουχίες ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Τα πόδια του ήταν συνήθως πρησμένα. Τα χέρια του είχαν γίνει χέρια αγρότη, χοντροκομμένα γεμάτα ρόζους. Άσε που ποτέ δεν είχε ωραία χέρια. Μ’ αυτά όμως έγραψε τα αριστουργηματικά ποιήματά του. Αλλά αυτά ήταν πια παρελθόν. Ανήκαν σε μιαν άλλη ζωή. Κι αυτή την είχε ζήσει.  Τώρα εξουθενωμένος, μ’ ένα πόδι έχοντας όμως ακόμα τη θέληση να συνεχίσει-δεν ήξερε πως το τέλος τον είχε πάρει με το μέρος του –κανόνιζε το ταξίδι της επομένης:

 «Κύριε Διευθυντά,

Δια της παρούσης θέλω να σας ρωτήσω μήπως έχω αφήσει κάποιο υπόλοιπο στο λογαριασμό σας. […] εγώ, αδύναμος, δυστυχής […] ένα σκυλί στο δρόμο θα σας το έλεγε.

Στείλτε μου λοιπόν την τιμή των υπηρεσιών [μου] στο Σουέζ. Είμαι εντελώς παράλυτος: θέλω λοιπόν να βρίσκομαι εγκαίρως στο πλοίο.

Πείτε μου ποια ώρα πρέπει να μεταφερθώ στο πλοίο».

 Η επιστολή έχει ημερομηνία 9 Νοεμβρίου. Την επομένη ο θάνατος που παραμόνευε καιρό τον παίρνει απ’ τον κόσμο σε ηλικία τριανταεπτά ετών.

Ο Ρεμπώ έζησε ως ποιητής ως τα είκοσί του χρόνια και τα υπόλοιπα ως τυχοδιώκτης.

Αν ο Λωτρεαμόν είναι πρωτεϊκός, ο Ρεμπώ είναι προμηθεϊκός ποιητής και δεν πήγε μόνο εκεί που πραγματικά πήγε, αλλά και εκεί που φαντασιωνόταν να πάει.

Αλλά κάθε τυχοδιώκτης ηττάται όπως και κάθε χαρτοπαίκτης. Γιατί σε κάθε παρτίδα καραδοκεί η καταστροφή κι ο θάνατος.

Βοηθήματα:
 
ARTHUR RIMBAUD, Γράμματα από το Χαράρ, μτφρ. Απόστολος Καρούλιας, εκδόσεις Άγρα, 2007
-Υβ Μπόνφουά, Ρεμπώ, μτφρ. Κωνσταντίνος Αντύπας, εκδόσεις Θεμέλιο, 1987
-Κλωντ Εντμοντ Μανύ, ARTHUR RIMBAUD, Γιώργος Σπανός, εκδόσεις ΠΛΈΘΡΟΝ, 1984
ARTHUR RIMBAUD, Μια Εποχ’η στην Κόλαση, Δίγλωσση έκδοση, μτφρ. Αθανάσιος Λάμπρου, εκδόσεις ΥΠΕΡΊΩΝ, 1996
-ΡΕΜΠΩ, κείμενα και κριτική, μτφρ, Βαγγέλη Χατζηδημητρίου, εκδόσεις Γαλαξίας-Κεραμεικός, 1971
GRAHAM ROBB, ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ, βιογραφία, μτφρ, Ινώ Ρόζου, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2005
-Ανρί Τρουαγιά, Μπωντλαίρ-Βερλαίν-Ρεμπώ, Τρεις Μητέρες- τρεις Γιοί, μτφρ. Ανδρέας Παπάς- Βάνα Χατζάκη, Ολκός, 2011
-Πωλ Βερλαίν, Οι Καταραμένοι Ποιητές, Ρεμπώ-Κορμπιέρ-Μαλλαρμέ, μτφρ. Αλέξης Ζήρας, Αιγόκερως, 1982
Χένρυ Μίλλερ, Ο Καιρός των Δολοφόνων, μτφρ. Θανάσης Νιάρχος-Αντώνης Φωστιέρης, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη, χ.χ.ε.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.