Loading...
Πορτραίτα στο λάδιΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Η Μαρίνα Καραγάτση φιλοτεχνεί μια οιονεί βιογραφία των γονιών της: της ζωγράφου Νίκης Καραγάτση και του συγγραφέα Μ. Καραγάτση

”Αυτό το οποίο κυρώνει την συγγραφική ιδιοφυΐα του Καραγάτση δείχνει [με το δάχτυλο προτεταμένο] τον ιδανικό τρόπο ανάγνωσης. Βγάζουμε εισιτήριο και ταξιδεύουμε για το σύμπαν του κειμένου με σκοπό να εγκατασταθούμε εκεί και να ζήσουμε άνευ όρων”, μας λέει ο ποιητής Ηλίας Λάγιος. 

             Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

”Στη Σύρα, τα πάθη του κορμιού είναι παντοδύναμα. Οι λιγοστές ικμάδες του άδροσου βράχου έχουν ποτίσει τους ιστούς των ανθρώπων, έχουν κορέσει τις σάρκες αφήνοντας την πέτρα κατάξερη. Οι αισθήσεις κυβερνούν, παρεπόμενη συνέπεια του κυρίαρχου αισθησιασμού είναι τα αισθήματα. Δεν υπάρχει λογικός συγκρατημός, φόβος, συνείδηση του πρεπούμενου και του άπρεπου, ηθική γραμμή υποκειμενική ή αντικειμενική. Η γυναίκα που επιθυμεί έναν άντρα πιστεύει πως τον αγαπάει και του δίνεται απλά, πρόσχαρα, δίχως μεγάλο προηγούμενο αισθηματικό έλεγχο, σαν να εκτελεί κάτι το ψυχικό, το αναπότρεπτο. Έτσι, τα ερωτικά μικροδράματα, οι μικροτραγωδίες του πάθους, της ζήλειας και του πληγωμένου εγωισμού δεν έχουν μετρημό. Τα πάντα όμως περνούν απαρατήρητα και ασχολίαστα μέσα στο ρέμα της αμέριμνης και ηδονιστικής ζωής που δικαιολογεί τα πάντα”.  (1)

            

ΜΑΡΙΝΑ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ

 

”Όλα πάνε προς το καλύτερο. Τουλάχιστον έχω κατορθώσει να ισορροπώ τα πράγματα. Δεν εγκαταλείπομαι πια στο έλεος των ψυχικών μου διακυμάνσεων. Μπορεί να έχω εκρήξεις, αλλά μετά αποφασίζω να ηρεμήσω και ηρεμώ και ξαναβρίσκω την καλή μου διάθεση. (…) Κάθε μέρα βυθιζόμουνα όλο και περισσότερο στο σκοτάδι. Βρισκόμουν στην καρδιά μιας απέραντης σκοτεινής ερήμου. Στο τέλος κατάντησα να μένω όλη μέρα κλεισμένος στην κάμαρά μου με τραβηγμένες τις κουρτίνες, να παίζω τάβλι μόνος μου ακούγοντας ραδιόφωνο και να περιμένω να ‘ρθει η νύχτα, μη τυχόν και κοιμηθώ τη νύχτα”. Μιλάει ο συγγραφέας, ο Καραγάτσης με λόγια που έχει βάλει στο στόμα του η κόρη του, η Μαρίνα, το ”ευχαριστημένο”. Είναι η βιογράφος των γονιών της, εκείνου και της μητέρας της, της Νίκης Καραγάτση, της ζωγράφου.

”Η Νίκη είναι ξαπλωμένη με τα μάτια κλειστά. Τα σκοτεινά άτακτα μαλλιά της στεφανώνουν ένα παιδικό χλομό προσωπάκι. Γιατί όμως με βάλανε σ’ αυτό το δωμάτιο; Για να δω τη γυναίκα μου πεθαμένη; Από πίσω ακούγεται η φωνή του αδελφού μου του Τάκη: ”Ελα, Δημητράκη, μην κάνεις έτσι. Ησύχασε. Πέρασε πια ο κίνδυνος…’. Αλλά δεν ήταν γραφτό του να δει τη γυναίκα του πεθαμένη. Ο Καραγάτσης πέθανε πρώτος σε ηλικία πενηνταδύο ετών (1908-1960).

 

             ΝΙΚΗ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ

Η Νίκη Καραγάτση που καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Άνδρου, γεννήθηκε το 1914 και πέθανε το 1986, αλλά από το 1972 που αρρώστησε η ζωγραφική της άλλαξε, έγινε πιο ψυχική, πιο ελεύθερη, δεν είχε πια πολύ ζωή, ήξερε πως δεν θα προλάβαινε να κάνει ότι ήθελε να κάνει και αφοσιώθηκε στον Δημήτρη τον εγγονό της, που έγινε ηθοποιός και σκηνοθέτης, τον Δημήτρη Τάρλοου. Του έκανε διάφορα πορτραίτα και σχέδια. Ζωγράφισε όλα τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο σπίτι που της είχαν διαφύγει ως τότε. Έκανε το πορτραίτο του Γιάννη Τσαρούχη, τον οποίο θεωρούσε τον μοναδικό της δάσκαλο και έτρεφε γι’ αυτόν, ως το τέλος της ζωής της, απέραντο θαυμασμό και απόλυτο σεβασμό.

Για ένα διάστημα στο σπίτι της Άνδρου φιλοξενούσε όλους τους καλλιτέχνες και διανοούμενους της γενιάς του ’30, της γενιάς της, της γενιάς που ονομάστηκε, γενιά της ελληνικότητας. Αυτής δηλαδή που έψαχνε τις ρίζες και τις παραδόσεις της αλλά παράλληλα αντλούσε στοιχεία από τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.

Κάθε Παρασκευή βράδυ μαζεύονταν οι φίλοι. Ένας μόνιμος πυρήνας στενών φίλων είχε δημιουργηθεί: Οι Βενέζηδες, ο πεζογράφος Κώστας Σούκας, ο Γιώργος Κατσίμπαλης, ο Ανδρέας και η Ιουλία Ιατρίδη, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Νίκος Νικολάου, η ηθοποιός Τιτίκα Νικηφοράκη, ο Σπύρος Βασιλείου, ο Κόλλιας Καββαδίας, ο Θράσος Καστανάκης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Θανάσης Πετσάλης και λίγο αργότερα ο Αδρέας και η Βιβίκα Εμπειρίκου.

Η Νίκη ήταν σιωπηλή, συγκεντρωμένη πάντα στο δικό της, κάπως μελαγχολική.

           Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΖΕΥΓΑΡΙΟΥ

Με τα χρόνια και με την συγκατοίκηση με τον Καραγάτση είχε αρχίσει η σχέση του ζευγαριού να παίρνει την κάτω βόλτα. Εκείνος έκανε τη ζωή κάποιων από τους ήρωές του, του ‘σκοτεινού ποιητή’ που είχε πλάσει κατ’ εικόνα και ομοίωσή του Καραμάνου, ενός σκοτεινού ντοστογιεφσκικου ήρωα. Ταυτιζόταν μ’ αυτόν τον ήρωα, επιμένει ο Λάγιος. Είχε τις ορμές και τις ορέξεις του, την σεξουαλικότητά του. Δεν ήταν κοινωνικός πάντα. Πως μπορεί να είναι κάτι τέτοιο ένας συγγραφέας που δεν έχει καιρό;

Από κάποιο καιρό κοιμόταν σε ξεχωριστά δωμάτια. Κι όταν ο Καραγάτσης επέστρεφε απ΄ τις νυχτερινές του εξωσυζυγικές περιπέτειες χτυπούσε την πόρτα της Νίκης για να την καλυνηχτίσει.

        Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

”Ένα ξημέρωμα του Αυγούστου το 1936 η Νίκη δραπέτευσε από το σπίτι της, της Άνδρου. Πέρασε την παραλία του Νειμποριού κρατώντας τα ζωγραφικά της σύνεργα και άρχισε να ανεβαίνει το μονοπάτι που οδηγεί στην Αγία Τριάδα. Από κει μπορούσε να δει τη Χώρα, την Άγια Θαλασσινή, το κάστρο, το λιμάνι. Άρχισε να ζωγραφίζει με βιασύνη. Ήθελε να τελειώσει πριν σηκωθεί ο ήλιος. Δεν την έπαιρνε ο καιρός να επιμείνει στις λεπτομέρειες. Μέσα στην πρωινή αχλή τα χρώματα ήταν μουντά. Για το έργο αρκούσαν τρία χρώματα: το μαύρο, το άσπρο, το καφέ. Έβαλε μόνο μια κόκκινη πινελιά στο βαπόρι που ήτανε φουνταρισμένο στη μέση του λιμανιού. Μα μήπως αυτό είναι το βαπόρι του παππού της, του Κλεάνθη;

Ξαφνικά όμως – ω του θαύματος – πάνω στον κατάξερο βράχο που βρισκόταν από κάτω της βλέπει αραγμένο ένα βαρκάκι. Δίπλα στέκει ένας νέος – σαν τον Δημήτρη της φάνηκε – και κοντά η κοπέλα του τον παρακολουθεί. Τι ερωτευμένοι ήταν! Χωρίς να το καταλάβει και η ίδια, το βαρκάκι, ο Δημήτρης και το κορίτσι του εισήλθαν στο έργο για πάντα”, αφηγείται η κόρη της Μαρίνα.

 

           ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ

Ο Μ. Καραγάτσης γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου του 1908 στην Αθήνα, αλλά καταγόταν από παλιά οικογένεια αριστοκρατών γαιοκτημόνων της Πελοποννήσου. Ο πατέρας του μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας εγκαταστάθηκε στη Λάρισα όπου δικηγόρησε και πολιτεύτηκε και έγινε διευθυντής της Εθνικής Τραπέζης. Ήταν ο μικρότερος απ’ τα τέσσερα αδέλφια του και είχε απόσταση 16 χρόνων απ’ τη μεγαλύτερη αδελφή του τη Ροδόπη που τρελάθηκε.

Το πραγματικό όνομα του συγγραφέα ήταν Δημήτρης Ροδόπουλος, αλλά εκείνος – κατά τη μόδα της εποχής – το άλλαξε και έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο: Μ. Καραγάτσης.

”Διάλεξε το όνομα του περήφανου δέντρου καραγάτσι, τη φτελιά, το βουνίσιο δέντρο, που συμβολίζει τόσο ταιριαστά την κορμοστασιά του, το χαρακτήρα του, την προσωπικότητά του”.

 Πιθανόν το Μ. να είναι το αρχικό όνομα του ”Μήτια”, μάλλον ντοστογιέφσκικού ήρωα. Πάντα μαγνητιζόταν απ’ τον μελαγχολικό ρεαλισμό του μεγάλου ρώσου συγγραφέα. Ωστόσο ελκύονταν εξίσου από τον ”επιστημονικό” νατουραλισμό του Εμίλ Ζολά αν και είχε τελείως διαφορετική ιδεολογία από τον σοσιαλιστή Ζολά.

Ήταν στην αρχή μαζί με τους περισσότερους συναδέλφους του συγγραφείς Βενιζελικός. Αλλά κατόπιν έγινε αντιδραστικός πολιτικά. Είχε όμως φίλους σαν τον Νίκο Καββαδία και τον ηθοποιό Γιώργο Παππά οι οποίοι ήταν αριστεροί και κατάφεραν να μην τον ενοχλήσει κανείς στην διάρκεια των Δεκεμβριανών. Εκείνες τις μέρες φοβόταν και έμενε σπίτι, έστελνε τη γυναίκα του, τη Νίκη σε μία διαδρομή πολύ επικίνδυνη να πάρει φαγητό από τα πεθερικά του. Ο Καραγάτσης ήταν εγωπαθής. Ήξερε να ξεφεύγει από τις κακοτοπιές και δεν έβαζε σε κίνδυνο τον εαυτό του.

Την γυναίκα του που ήταν από οικογένεια εφοπλιστών της Άνδρου, την Νίκη Καρυστιανάκη την παντρεύτηκε το 1935 όταν εκείνη είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή Καλών Τεχνών. Η εικοσιενός χρονών νύφη ήταν μεγαλωμένη σ’ ένα αυστηρό πειθαρχημένο περιβάλλον που την αγαπούσαν όμως πολύ και είχε διαμορφώσει ένα χαρακτήρα μιας ντροπαλής κόρης και έτσι παρέμεινε σ’ όλη της τη ζωή.

 

        ΤΟ «ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ» ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ  ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΚΟ

Ο Βασίλης Βασιλικός που την είχε γνωρίσει και την είχε ερωτευτεί κρυφά – παρότι ο μεγάλος του έρωτας ήταν η Μιμή – έλεγε πως όταν εκείνος δακτυλογραφούσε και κείνη του υπαγόρευε ένα από τα χειρόγραφα του τελευταίου μυθιστορήματος του Καραγάτση το ”10”, και έπεσε πάνω σ’ ένα τολμηρό απόσπασμα κοκκίνισε, σηκώθηκε, πήγε στο άλλο δωμάτιο και ξαναγύρισε μόνο όταν ο Βασιλικός τη φώναξε να συνεχίσουν αφού είχε προσπεράσει το επίδικο κομμάτι. 

”Η Νίκη έμοιαζε μ’ ένα τρυφερό λουλούδι, που ένα πέλμα βάναυσο του είχε αφαιρέσει το δικαίωμα να αναπνέει.. Ωστόσο αυτή η πρώτη εντύπωση – την είχαν οι πιο πολλοί φίλοι – ήταν λανθασμένη. Δεν την είχε ποδοπατήσει ο οδοστρωτήρας άντρας της. Η Νίκη απο τη φύση της ήταν το κοίλο κάτοπτρο του εξωτερικού κόσμου. Αποθήκευε, ως εν εσόπτρω, τις εντυπώσεις που περνούσαν σιγά σιγά στα έργα της. Σχεδόν ποτέ δε μιλούσε γι’ αυτά. Ασχολιόταν πάντα με τους άλλους, από πραγματικό ενδιαφέρον κι όχι απο κοσμικότητα. (…) Έζησε όμως, πρέπει να έζησε στη βαριά σκιά του άντρα της. Όταν δύο ταλέντα συγκατοικούν στην ίδια οικογένεια, το ένα πρέπει να υποχωρήσει υπέρ του άλλου, και οπωσδήποτε, εξόριστο είναι το παιδί. Η Νίκη υποχώρησε μπροστά στον Καραγάτση, που όμως με τον τρόπο του την λάτρευε”. Αυτές είναι μερικές απ’ τις πιο οξυδερκείς και διεισδυτικές παρατηρήσεις του Βασ. Βασιλικού, που τότε ακόμα δεν ήταν ο συγγραφέας που έγινε αργότερα, αλλά είχε όλα τα προσόντα για να γίνει.

 

     Ο ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ ΚΙ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ

Όντως οδοστρωτήρας ήταν ο συγγραφέας, και ως συγγραφέας και ως άνθρωπος. Ήταν όμως και πατέρας που ήθελε να ελέγχει την κόρη του. Εκείνη ήταν σοβαρή, αξιοπρεπής, λιγομίλητη, δεν του χαριζόταν καθόλου, καθόταν θαρρείς απέναντι, τον παρατηρούσε και σκεφτόταν πότε θα ερχόταν η στιγμή να του ανταποδώσει κι εκείνη το αντίτιμο της σκληρής συμπεριφοράς του βάζοντας στο στόμα του αυτόν τον εκπληκτικό εσωτερικό μονόλογο, μια οιονεί βιογραφία.

Ο Καραγάτσης πίστευε πως μερικά χαστούκια ήταν αρκετά παιδαγωγικό μέσο. Πότε για να υποχρεώσει τη Μαρίνα να φάει τις φακές της, πότε για να συνοδεύσει τη δασκάλα των γαλλικών στον περίπατό τους. Εκείνη την ημέρα μάλιστα έκανε κάτι βάναυσο. Την έπιασε απ’ το τσουλούφι, την κατέβασε τρεις ορόφους, την έβγαλε στο δρόμο και την παρέδωσε στην Μαντάμ Λουίζ. Αυτά ήταν δύο πράγματα που η Μαρίνα δεν ξέχασε ποτέ, γι’ αυτό και τα διηγήθηκε στην «βιογραφία» των γονιών της. Της άρεσε πολύ περισσότερο να κάνει παρέα με τις υπηρέτριες, να ακούει τα προβλήματά τους, ή να συνοδεύει τη μαμά της στις ζωγραφικές της εξορμήσεις. Πάντως ήταν πάντα παρούσα στη ζωή τους και φαίνεται πως και αυτή αγαπούσε με τον τρόπο της τον αυταρχικό της πατέρα γιατί για τη μητέρα της δεν χρειαζόταν να κάνει καμιά προσπάθεια. Οι δίαυλοι μεταξύ τους ήταν ανοιχτοί. Ίσως γι’ αυτό δεν μιλάει πολύ γι’ αυτήν, την αφήνει στο περιθώριο δίνοντας της μια κάποια ασυλία.

             Ο ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ

Ο ερωτισμός του Καραγάτση με την αχαλίνωτη λίμπιντο, τον φροϋδισμό, τον διονυσιασμό, τον νιτσεϊσμό  του υπάρχει διάσπαρτος στα σημαντικότερα γραπτά του. (Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν, Γιούγκερμαν, Ο Κίτρινος Φάκελος, Ο Αυτοβιογραφικός μεγάλος ύπνος, Το χαμένο νησί, όλα μυθιστορήματα, και διηγήματα: Το συναξάρι των αμαρτωλών, Το νερό της βροχής, Η μεγάλη Λιτανεία κ.α.)  

 Αντίθετα ο ερωτισμός της Νίκης ήταν ήπιος, καταπιεσμένος θαρρείς.

Ο Βάσος Βαρίκας λέει πως το σεξουαλικό ένστικτο όπου εμφανίζεται στο έργο του δεν είναι παρά προέκταση του πόθου για ζωή. Και ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος λέει πως το ”γενετήσιο ένστικτο γίνεται μοίρα, γίνεται ανάγκη. Αυτό καθορίζει την ψυχοβιολογική της συγκρότητση”.

”Κι έξαφνα η εικόνα του άντρα, που αυτό το κορμί τον πεθύμησε, προβάλλει τυραννική και απροσδόκητη, πίσω από τα σφαλιστά της βλέφαρα. Κύμα ντροπής την αναταράζει σύγκορμη. Περιστρέφεται μαρτυρικά, γυρίζει μπρούμυτα, κρύβει το πρόσωπό της στο μαξιλάρι, λαχανιασμένη από την αγωνία που της γέννησε το σύντομο όραμα, κι αποκοιμιέται με τα χέρια αγκιστρωμένα στις σκληρές σάρκες των μαστών. Το φεγγάρι φωτίζει τα ξανθά μαλλιά, τον ανήσυχο τράχηλο, τη χυτή ράχη. Οι μηροί φυτρώνουν σαν πλούσιοι κορμοί στη γόνιμη γη των γλουτών και των λαγόνων. Ριγεί το δέρμα της κνήμης ανήσυχο, νευρικό. Και το πόδι, οδυνηρά συσπασμένο, είναι μια τριανταφυλλένια πρόκληση στα κεχριμπάρια της σελήνης”. (2)

Υπήρχαν όμως και κάποιοι κριτικοί που αντιμετώπιζαν αυστηρά αυτήν την ερωτική διάχυση που σε ορισμένες περιπτώσεις έφτανε στα όρια του σαδισμού, όπως ο Βασίλειος Λαούρδας, μαθητής του Ιω. Συκουτρή, που είχε γράψει άρθρα πολεμικής για τη γενιά του ’30. Τόνιζε πως τη στιγμή ακριβώς που κάθε λαός επιστρέφει στις ρίζες του, ”οι νεοέλληνες λογοτέχνες όχι μόνο να αχυρογραφούν με σουρεαλισμούς, με λογοτεχνίες του ονείρου, με αισθηματολογικά αναγνώσματα, με μελιστάλαχτες αναμνήσεις των παιδικών τους χρόνων και με διάφορες εσωτερικές φλυαρίες, αλλά και ασχημονούν γύρω από τα άγια των αγίων της Φυλής τους”.

”Απόμειναν αντιμέτωποι, αμίλητοι. Τα μάτια της γυάλιζαν σαν πράσινα αστέρια, η ανάσα της ήταν κοντή και άρρυθμη. Εκείνος ένιωσε την ναρκωμένη δύναμή του να ξυπνάη, να τον πλημμυράει, να τον κάνει πρωτόγονο σερνικό, ως το στερνό του κύτταρο. Πράσιν’ αστέρια γίνηκαν και τα δικά του μάτια. Ανοιγόκλεισε τα δάχτυλα σαν τον τίγρη που δοκιμάζει τα νύχια του πριν επιτεθή. Τα χείλια του μισόπαιζαν και φάνηκαν τα τιγρίσια δόντια του, άσπρα κι απειλητικά. Η γυναίκα στηλώθηκε, έτοιμη ν’ αντιμετωπίση το θανατερό αγώνα που γύρευε, που προκαλούσε. Μέσα στ’ αδύναμο πορτοκαλί αντιφέγγισμα, τα δυο θεριά αναμετρήθηκαν απ’ την κορφή ως τα νύχια. Τα ρουθούνια τους έπαιξαν με παλμό σπασμωδικό, ανάσαιναν τις οσμές ο ένας τ’ αλλουνού. Ήσαν έτοιμοι”. (3)

 

          Η ΝΙΚΗ & ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ

Από νωρίς η Νίκη Καραγάτση ακολούθησε με αφοσίωση τη σχολή της ελληνικότητας. Υπήρξε αγκιστρωμένη στον Θεόφιλο και στον Κόντογλου στον αστερισμό των οποίων είχε σταθεί εκείνη την περίοδο και ο Τσαρούχης. ”Με χρώματα βαθιά, καστανά, λαδοπράσινα, γκριζόλευκα, και τονισμένα περιγράμματα χωρίς σκιές αποδίδεται ένα κομμάτι του αρχαίου νεκροταφείου με τη στήλη της Ηγισούς ελεύθερα ζωγραφισμένη”, μιλάει η Αγάπη Καρακατσάνη για το έργο της Νίκης ”Κεραμεικός” 1951.

Θα της ταίριαζε πράγματι αυτό που έγραψε για τον Θεόφιλο ο Γιάννης Τσαρούχης:

”Η πιο αυθεντική βιογραφία ενός ζωγράφου νομίζω πως γράφεται από τα έργα του, στα οποία έχουν αποτυπωθεί οι πιο άπιαστες λεπτομέρειες της ζωής ενός ανθρώπου, μαζί μ’ ό,τι πιο ουσιαστικό μπορούμε να ξέρουμε για ένα ζωντανό πλάσμα”.

 Δύο καλλιτέχνες που έζησαν μαζί και χωριστά. Ο μεν πρώτος, ο συγγραφέας, ένας ισοπεδωτικός χαρακτήρας, γεμάτος ζωντάνια και σεξουαλικές ορμές που δεν μπορούσε να συγκρατήσει, όταν ο γιατρός του, τον πληροφόρησε ότι δεν έχει πολύ ζωή μπροστά του, κλείστηκε στο σπίτι του, έχασε κάθε ικμάδα χιούμορ και χαράς, έπαψε να μιλάει επί μέρες και δεν ήθελε να δει κανέναν. Σαν να ήθελε να πεθάνει αυτός που αγαπούσε με τόσο πάθος τη ζωή ”ως στρουθίον μονάζον επί δώματος”, όπως ακριβώς έζησε τα χρόνια της αρρώστιας της και η γυναίκα του. 

 

  (1) Μ. Καραγάτση, Η Μεγάλη Χίμαιρα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1953, σελ. 75-76.
2) Μ. Καραγάτση ό.π., σελ. 182
3)Μ Καραγάτση
ό.π. σελ. 272
 
 
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
-ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ,τχ. 1729, ΔΕΚ. 2000
-ΜΑΡΙΝΑ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ, ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟ, Η΄ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Άγρα, 2008
-ΝΙΚΗ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ [γράφουν: Άγγελος Δεληβοριάς, Βασίλης Βασιλικός, Αγάπη Καρακατσάνη, Μαρίνα Καραγάτση], Άγρα, 1997
-ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΝΤΟΥΝΙΑ, ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ ΚΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ, Όψεις του λογοτεχνικού πεδίο υστη δεκαετία του ’30, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2021
-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΟΒΑΣ, Ο Μύθος της γενιάς του τριάντα, Νεοτερικότητα, Ελληνικότητα & Πολιτισμική Ιδεολογία, Πόλις, 2018 [α’ ανατ.]
-περ. Διαβάζω, αριθ. 258, 6/3/91
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.