Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Μαργκερίτ Ντυράς, ή η οδύνη του έρωτα  

                                        Γράφω, σημαίνει παραδίδομαι στη
                                                                 μαγεία της απουσίας του χρόνου
                                                                                             Μορίς Μπλανσό

                                                                

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Η Ντυράς έρχεται απ’ αλλού. Ένα αλλού που θα έκανε ένα γάλλο σωβινιστή να καμαρώνει.  Μια μειονότητα όμως ανθρώπων με συνείδηση τη γέμιζε αποστροφή. Κι αυτό το άλλο, το αλλού ήταν η αποικιοκρατία, ο ιμπεριαλισμός, ο εθνικισμός των πρώτων χρόνων του 20ου αιώνα, που είχε μολύνει και τη συνείδηση και τη νοοτροπία των Γάλλων.

Η Ντυράς ήταν απ’ αλλού φερμένη. Γεννημένη στο Ζία Ντιχ κοντά στη Σαϊγκόν, από γονείς Γάλλους.  Η γεωγραφική απόσταση από την πατρίδα της, αλλά κυρίως η γνωριμία της με τον τόπο και τους ανθρώπους, την  κουλτούρα ενός αρχαίου τόπου με σπουδαία πολιτιστική παράδοση, ο πρώτος εραστής, ένας πλούσιος Κινέζος την έκαναν να πει γυρίζοντας στη Γαλλία με το γνωστό προκλητικό της τρόπο:

«Ίσως και να βρίσκομαι σε αναστολή από τότε που ήρθα στη Γαλλία, σ’ αυτή την πατρίδα τη σάπια, τη σάπια. Καταλαβαίνεις, εκεί κάτω ζούσαμε χωρίς ευγένειες, χωρίς καλούς τρόπους, χωρίς ωράρια, ξυπόλυτοι. Εγώ μιλούσα βιετναμέζικα. [Στο γαλλικό σχολείο που πήγαινε μάθαιναν τα βιετναμέζικα σαν δεύτερη γλώσσα]. Τα πρώτα μου παιχνίδια ήταν να πηγαίνω στο δάσος με τ’ αδέλφια μου. Δεν ξέρω, πρέπει να ‘μεινε κάτι αναλλοίωτο». Αυτά αφηγείται σε μια συνομιλία της που εκδίδεται από τις Εκδόσεις του μεσονυχτίου [Editions de Minuit] το 1974- πάνω από τέσσερεις δεκαετίες από την επιστροφή στην πατρίδα της, όταν πια είναι 60 χρονών.

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΗΣ

Ο αποχωρισμός της προκαλεί οδύνη-τίτλο που θα δώσει πολύ αργότερα σ’ ένα μυθιστόρημα της – αν και για άλλο λόγο. Πάντως την κυνηγά, όχι μόνο η οδύνη, αλλά και ο φόβος της εγκατάλειψης, το πένθος, η θλίψη. Έχασε τον πατέρα της όταν ήταν μόλις τεσσάρων ετών. Έτσι καθιερώθηκε με επώνυμο που διάλεξε γιατί ήταν η πόλη που γεννήθηκε ο πατέρα της. Θεωρούσε ότι από την ταυτότητά της είχε αφαιρεθεί το όνομα του και δεν είχε δικαίωμα να γράφει με αυτό. Επιπλέον από τα δυο της αδέλφια τον μεγαλύτερο τον είχε εγκαταστήσει η μητέρα της στη θέση του συζύγου της δίνοντάς του επιπλέον το ρόλο του εραστή της με ένα συμβολικό τρόπο, όπως θα υπαγόρευε η ψυχανάλυση, την οποία η Ντυράς είχε ως βασικό εργαλείο στο έργο της.

Ο αδελφός αυτός ένας αλήτης, έτσι τον αποκαλεί η ίδια, είχε γίνει κλέφτης, είχε κλέψει ακόμα και τη μητέρα του. Η οποία πέθανε στα ογδόντα της χρόνια μακριά από την Ινδοκίνα που τόσο αγάπησε, «είχε γίνει πια η πατρίδα της», διωγμένη από τον πόλεμο. Καταγόταν από τη Βόρεια Γαλλία, ήταν δασκάλα, και είχε αναζητήσει μαζί με τον μαθηματικό σύζυγό της την τύχη της εκεί, στην Ινδοκίνα, που πρόσφερε περισσότερες ευκαιρίες στους Γάλλους αποίκους από όσες η πατρίδα τους. Άλλωστε ήταν ευκαιρία για όσους γοητεύονταν από την περιπέτεια ενός εξωτικού τόπου. «Τα τελευταία της λόγια ήταν για να ζητήσει κοντά τον μεγαλύτερο γιο της», λέει η Ντυράς. «Δε ζήτησε κοντά της παρά μία μόνο παρουσία, το γιο της. Ήμουνα μέσα στο δωμάτιο, τους είδα ν’ αγκαλιάζονται κλαίγοντας, απελπισμένοι που θα χωρίζανε. Ήμουν εκεί. Δε με είδανε». Το κείμενο του οποίου είναι κατακλείδα το παραπάνω παράθεμα έχει τον ειρωνικό προφανώς τίτλο Mothers.

«Τον μεγαλύτερο αδελφό μου ήθελα να τον σκοτώσω, για μια φορά, μία μόνη έστω να καταφέρω να τον νικήσω και να τον δω να πεθαίνει. Ήταν για αποσπάσω από τη μάνα μου αυτό το γιο, το αντικείμενο της αγάπης της, να τιμωρήσω και την ίδια για την τόσο δυνατή, την τόσο αρρωστημένη της αγάπη, κυρίως όμως για να σώσω τον μικρότερο, αλήθεια το πίστευα κι αυτό, τον μικρό μου αδελφό, το παιδί μου, από την έντονη ζωή του πρωτότοκου, που άξιζε περισσότερο από τη δική του, να τον σώσω από τον πέπλο αυτό που σκοτείνιαζε τις μέρες του, από το νόμο που εκπροσωπούσε και που είχε θεσπίσει αυτός, ένα ανθρώπινο πλάσμα, αλλά που ήταν κτηνώδης και σκόρπιζε τον τρόμο σε κάθε λεπτό κάθε μέρας, της ζωής του μικρού αυτού αδελφού, ώσπου κάποτε τον πέτυχε στην καρδιά και τον σκότωσε».

 

ΤΑ ΕΡΓΑ

 

Μερικά κείμενά της από την εποχή της θητείας της στο Nouveau Roman [στην χορεία του οποίου ανήκαν οι Μπέκετ, Μπυτόρ, Κλωντ Σιμόν, Αλαίν- Ρομπ Γκριγιέ, Ναταλί Σαρώτ] πάσχουν από αρνητισμό, ίσως και μηδενισμό, αλλά και από ερμητισμό που τα έκαναν απρόσιτα κι ίσως ανιαρά – αλλά όχι ανούσια κι αδιάφορα.

 

Απαριθμώ:

Les Ιmpudents [οι Αναιδείς],1943.

 Η ήσυχη ζωή, [1944] που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκαλιμάρ, μιλά για την βαθιά αιμομικτική σχέση με τον ‘αδελφούλη’, τον ένα εκ των δύο αδελφών της, τον αγαπημένο της μαμάς, την οποία δεν θα συγχωρήσει ποτέ γιατί δεν αγάπησε εκείνη.

 Ένα φράγμα κατά του Ειρηνικού, [1950] όπου καταγγέλλει με δριμύτητα τη σαπίλα του αποικιακού καθεστώτος καθώς και τον κύκλο των πλούσιων λευκών αποίκων που ζούσαν πολυτελώς, δίχως έννοιες, χωρίς προβληματισμούς, φορώντας την αποικιακή στολή, «ένα κοστούμι λευκό, χρώμα των προνομίων της αθωότητας». Απέναντί τους οι ιθαγενείς ζουν βουτηγμένοι στην αθλιότητα κι ας είναι αυτοί που πληρώνουν, συχνά και με το αίμα τους, την ευμάρεια των Λευκών. Σ’ αυτό το βιβλίο θα παρουσιάσει για πρώτη φορά τη ζητιάνα, σύμβολο της αδικίας και της τέλειας δυστυχίας που θα συναντήσουμε ξανά και σε μεταγενέστερα βιβλία της. Το βιβλίο αυτό μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ρενέ Κλεμάν.

Ο Ναυτικός του Γιβραλτάρ, [1952] είναι η  ιστορία της αναζήτησης ενός μυθικού κι ανέφικτου έρωτα. Μεταφέρθηκε στο σινεμά από τον Τόνυ Ρίτσαρτσον.

Στα αλογάκια της Ταρκινίας, [1953] πραγματεύεται πάλι το θέμα του ανέφικτου έρωτα, που επαναλαμβάνει και σε άλλα βιβλία της, μόνο που εδώ, επικρατεί μεγαλύτερη συντομία που προαναγγέλλει τη λιτότητα των μετά το 1958 μυθιστορημάτων της.

Στο Μέρες ολόκληρες μέσα στα δέντρα, [1954] που διασκεύασε και σε θεατρικό έργο [1968]. Θα παιχτεί από τους Μαντλέν Ρενώ και Ζαν Ντεσαγύ.  Αναφέρεται πάλι στην παιδική της ηλικία και στη νοσηρή σχέση ανάμεσα σε μια υπερπροστατευτική μάνα και το παραχαϊδεμένο της γιο. Το 1976 θα το διασκευάσει για τον κινηματογράφο.

 

Η Πλατεία [1955] σηματοδοτεί μια ριζική και ρηξικέλευθη ανανέωση στο έργο της. Αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από διαλόγους μεταξύ δύο προσώπων σε μια πλατεία, μιας υπηρέτριας που προσπαθεί να δραπετεύσει από τις απαράδεκτες συνθήκες της ζωής της κι ενός άνδρα μεγαλύτερού της που έχει επαναπαυτεί σ’ ένα μέτριο επίπεδο ζωής. Αυτός ο διάλογος πέρα από τις κοινοτοπίες και τις συμβατικότητες που ανταλλάσσουν φτάνει ως τα βάθη της ύπαρξής τους. Διασκευασμένο σε θεατρικό έργο ανεβαίνει στο θέατρο του Πιτοέφ Ματυρέν, του οποίου η Ντυράς ήταν φανατικός θεατής. Του καταλογίζουν αντι-λογοτεχνικότητα. Ο Μπέκετ ενθουσιάζεται. Παρακολουθεί τέσσερεις παραστάσεις και αποφαίνεται: «Είναι ένα έργο που φοβάται όλος ο κόσμος».

Το 1958 κυκλοφορεί το Moderato Cantabile που μεταφράστηκε σε δεκαεννιά γλώσσες κι η ίδια το αντιμετωπίζει σαν ‘στροφή ειλικρίνειας’. Στον κινηματογράφο θα το σκηνοθετήσει ο πολύς Πήτερ Μπρουκ το 1960. Θα πρωταγωνιστήσουν η Ζαν Μορώ κι ο Μπελμοντό στην εποχή της μεγάλης ακμής τους. Ωστόσο η Ντυράς θ’ αμφισβητήσει την ορθότητα της σκηνοθεσίας όπως κι όλες σχεδόν όλες τις σκηνοθεσίες που δεν έκανε η ίδια.

Το 1960 θα αποδειχτεί  παραγωγική και επιτυχημένη χρονιά. Κυκλοφορούν οι Οδογέφυρες, αρχικά θεατρικό κι έπειτα με τον τίτλο η Αγγλίδα ερωμένη ως μυθιστόρημα. Δέκα και μισή καλοκαίρι βράδυ που γυρίστηκε ταινία από τον Ζυλ Ντασέν με τη Μελίνα Μερκούρη το 1967.

Γράφει ακόμα σενάριο και διαλόγους της περίφημης ταινίας που γύρισε ο Αλαίν Ρενέ Χιροσίμα αγάπη μου και προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών. Η ταινία αυτή θα την κάνει διάσημη. Οι κριτικοί παραληρούν ενθουσιασμένοι, αλλά αποδεικνύεται και μια τεράστια εμπορική επιτυχία.

Ανάμεσα στα 1964-1980 κυκλοφορούν: Η αρπαγή της Λολ Β. Στάιν, ο Υποπρόξενος [η ταινία Ίντια σονγκ βασίζεται σ’ αυτό], ο Έρωτας και ο Άντρας που καθόταν στο διάδρομο.

Ένα εξαιρετικά σημαντικό μονόπρακτο, παραγγελία της βρετανικής τηλεόρασης το La Musica θα γυριστεί και ταινία πάνω από δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Ένας άντρας και μια γυναίκα που αγαπήθηκαν παράφορα συναντιούνται και προσπαθούν να συνομιλήσουν για τελευταία φορά και αντιλαμβάνονται πως τίποτα δεν άξιζε στον κόσμο γι αυτούς όσο ο έρωτά τους. Και οι δυο έχουν καινούργια σχέση αλλά θα μείνουν πιστοί στον έρωτα που ζήσανε.

Στο Μάη του ’68 συντελείται στη ζωή και στο έργο της μια ολοσχερής ρήξη με την κοινωνία της εποχής. Μετά τα γεγονότα γράφει το Να καταστρέφουμε λέει, που θα ξαναγραφτεί για τον κινηματογράφο την επόμενη χρονιά. Δηλώνει: « Οραματίζομαι ένα πολιτικό πρόγραμμα πέρα για πέρα αρνητικό».

Marguerite Duras et sa mère

ΣΠΟΥΔΕΣ-ΓΑΜΟΣ-ΣΧΕΣΕΙΣ

 

Να σημειωθεί πως στον περιβόητο Εραστή [1984, μεταφρασμένο σε εικοσιέξι  γλώσσες- βραβείο Γκονκούρ] ομολογεί τις σχέσεις της με τους συνεργάτες των γερμανών, ενώ αργότερα προσχωρεί στο Κομμουνιστικό κόμμα[ 1939], όπου παραμένει για οκτώ χρόνια. Την ίδια χρονιά παντρεύεται και χωρίζει έναν αντιστασιακό που κλείνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ενώ γνωρίζει τον συνεργάτη των Γερμανών αργότερα Ντριέ Λα Ροσέλ, σπουδαίο συγγραφέα και συνομιλητή του κομμουνιστή Αραγκόν, αλλά και του Σαρτρ που θαυμάζει το έργο του.

Έχει σπουδάσει με την επιστροφή της, αντίθετα από τις επιθυμία της μητέρας της που την ήθελε μαθηματικό όπως ο πατέρας της,  πολιτικές επιστήμες και νομικά.

Την ίδια εποχή διαβάζει τη Βίβλο και ανακαλύπτει τον εβραϊσμό. Η σχέση της με τη λογοτεχνία είναι περιορισμένη. Την ανακαλύπτει πραγματικά διαβάζοντας Γάλλους κλασικούς [Ρουσώ, Ντιντερό] και Αγγλοσάξονες: Στάινμπεκ, Χέμινγουαίη, Κόνραντ.

 

Θα αποκτήσει ένα γιο από τη σχέση της με τον συγγραφέα  Ντιονίς Μάσκολο με τον οποίο θα έχει μια αρμονική σχέση και συνεργασία στις ταινίες που θα γυρίσει. Το 1942 θα χάσει τον αγαπημένο της μικρό αδελφό και θα διακόψει τις σχέσεις με τη μητέρα της.

 

1970-1985

 

Ολόκληρη τη δεκαετία του 1970 κι ως το 1982 γράφει και σκηνοθετεί ταινίες, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, καθώς και κείμενα για τη Liberation και τα Cahiers du Cinema.

Το 1983 παραλίγο να πεθάνει από την κατάχρηση του αλκοόλ. «Η πρόσφατη δοκιμασία μου ήταν κάτι τρομακτικό. Σαν να σας φυτέψουν στο σώμα δυναμίτη και να μην εκραγεί ποτέ». «Το αλκοόλ συμπλήρωσε τη λειτουργία που παρέλειψε ο Θεός», γράφει στον Εραστή. Ενώ ο εραστής της  Γιαν Αντρέα δημοσιεύει το M.D. όπου διεκτραγωδεί αυτήν την περιπέτειά της.

Ο Εραστής είναι μια επανάληψη πολλών προηγούμενων βιβλίων της αλλά και κάτι νέο αφού απαλλάσσεται από τη μητέρα της που πεθαίνει και μπορεί να κοιτάξει με καινούργια γυαλιά το παρελθόν της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας της. Ο Εραστής είναι ταυτόχρονα μυθιστόρημα και αυτό βιογραφία. Η Ντυράς είναι η ίδια η αποθέωση της αυτοβιογραφικής γραφής. Αν και η ίδια η λογοτεχνία είναι κατά μέγα μέρος της αυτοβιογραφική. Ο Μπόρχες μάλιστα έχει την γνώμη πως είναι ολοκληρωτικά αυτοβιογραφική.

Ξεχασμένο σ’ ένα συρτάρι βρίσκει το ημερολόγιο της Κατοχής και το εκδίδει με τον τίτλο: Οδύνη το 1985.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

«Γράφω για να ευτελίσω τον εαυτό μου, να τον κατακρεουργήσω, και για να πάψω να του δίνω τόση σημασία, να ξεφορτωθώ πράγματα: ο σκοπός είναι να πάρει τη θέση μου το κείμενο, έτσι ώστε εγώ να υπάρχω λιγότερο».

Λίγοι συγγραφείς, τόσο αμφιλεγόμενοι στη μεταπολεμική ιδίως γαλλική λογοτεχνική έχουν ασκήσει την επιρροή που άσκησε η Μαργκερίτ Ντυράς.

Η Ντυράς έγραφε για να μην αυτοκτονήσει, γιατί ήταν μόνη της από παιδί μέσα στην απέραντη ερημιά  των ορυζώνων και των δασών.

Μίλησε για τις γυναίκες, επισημαίνοντας πως χωρίς να περάσει από το φεμινιστικό κίνημα διαπίστωσε πως βρέθηκε στο ίδιο σημείο συνειδητοποίησης με τις φεμινίστριες. Κάτι τι χώριζε από την Μπωβουάρ, ίσως μια ερωτική αντιζηλία. Πάντως δεν θα άντεχε έναν Σαρτρ πλάι της, αλλά και κανέναν άλλον. Ήθελε να λάμπει μόνη της. Άλλωστε μόνο ετερόφωτη δεν ήταν.

«Ο πόνος, οι μαρτυρικές απιστίες, η επιτήρηση, γοερός, σιωπηλός πόνος… Με πήραν, με φρόντισαν, μου στάθηκαν για να ξεχάσω το χωρισμό, μισοπεθαμένη με πήραν με το ζόρι, με λάτρεψαν, είμαι χιλίων ετών, δεν μπορώ ν’ αντέξω το χωρισμό, όλοι τους στρώνονται να μου πούνε πως πρέπει. Γιατί; Ζωή ρημαγμένη χαμένη. Εκείνη η ευθεία γραμμή της ζωής όλων των γυναικών, εκείνη η σιωπή της ιστορίας των γυναικών. Αυτή η αποτυχία που σ’ αφήνει να πιστέψεις στην επιτυχία, αυτή η επιτυχία δεν υπάρχει, είναι μια ερημιά».

Δε δίστασε να παραδεχθεί πως έκανε έκτρωση ξέροντας πως οι τάχα ελευθέριοι, αλλά άκρως υποκριτές συμπατριώτες της θα κούναγαν την κεφαλή τους σαν γνήσιοι Φαρισαίοι. «Άλλη μια προσπάθεια Γάλλοι για να γίνετε ελεύθεροι»; δεν έλεγε στη Φιλοσοφία του Μπουντουάρ ο θείος Μαρκήσιος από τον 18ο αιώνα ακόμη;

«Προσπάθησε» λέει ο Μάρτιν Τράβερς στην Εισαγωγή στη νεότερη Ευρωπαϊκή λογοτεχνία «να αποδομήσει το μύθο της ετεροφυλοφιλίας και να απελευθερώσει τους δέσμιούς της, τόσο από την ουτοπική προσμονή της ‘τέλειας δυαδικότητας του πόθου’ όσο και από την υποκρισία που ο μύθος αυτός ενέχει, καθώς απαιτεί το βιασμό του εαυτού (και των άλλων) προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανός».

Μίλησε για τη μοναξιά και τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις, την οικογένεια, τη φτώχεια, τη διαφορετικότητα, την ομοφυλοφιλία, την πολιτική, την αποικιοκρατία, την ταξικότητα, τον πολιτισμό, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη λογοτεχνία, την απουσία, την επιτυχία, το γάμο, την ελευθερία, την αυτοδιάθεση, τον αυτοπροσδιορισμό, την ύπαρξη.

«Αν γράφω λείπω από κάποιον. Αν αγαπώ ‘αλλού’ λείπω από τον έρωτα εκείνου ή εκείνης που με περιμένει. Αν φύγω αφήνω κάποιον, αν απομακρύνομαι θέλω κιόλας να τον αφήσω. Η ευτυχία δε βαδίζει μαζί με την ελευθερία. […] Οι άνθρωποι κάνουν έρωτα κάθε Σάββατο απόγευμα. Κανένας πια πόθος. […]μόνο μια βαθιά στοργή. Ονειρεύονται κάθε βράδυ ένα νέο έρωτα. Κάποιο καινούργιο πόθο. Δε λένε τίποτα για τα όνειρα. Το όνειρο καταντά ένοχος απιστίας. Η απιστία είναι ό,τι πιο αληθινό απομένει από τον έρωτα. Κι αυτό βοηθά να περιμένουν».

«Δεν υπάρχουν πια δρόμοι για να βλεπόμαστε, υπάρχει κόσμος παντού και δεν υπάρχει κανένας, δεν υπάρχουν πια χωριά, υπάρχουν οικιστικές περιφέρειες, δεν υπάρχουν πια δρόμοι, υπάρχουν αυτοκινητόδρομοι, […]δεν υπάρχουν πια ανοίγματα στη θάλασσα, την πόλη, το δάσος, δεν υπάρχει πια διέξοδος για φυγή, όλες οι πόρτες κλείνουν πάνω στο φόβο, τον πολιτικό, τον  πυρηνικό, το φόβο της λεηλασίας, της βίας, των μαχαιριών, του θανάτου, ο φόβος του θανάτου αποφασίζει για τη ζωή, ο φόβος της διατροφής, της δημοσιάς, των διακοπών, ο φόβος των πολιτικών, των κακοποιών, ο φόβος  της αστυνομίας […] δεν ξέρεις πια πού να πας, πού να τρυπώσεις, […] ο πληθυσμός των αυτοκινήτων […] αυξάνει με το ρυθμό του ινδικού πληθυσμού […] το πάλαι ποτέ […] τα πράγματα ήτανε πιο φίνα, είχανε άλλο νόημα, ήτανε πιο λογικά, δεν υπήρχε τίποτα…».

Το έργο που μας άφησε η  Μαργκερίτ Ντυράς  πεθαίνοντας στις 3 Μαρτίου του 1996 είναι πλούσιο και αφάνταστα περίπλοκο, πολυεπίπεδο και εξαιρετικά σημαντικό κι ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο, και το κυριότερο δε λέει να γεράσει. Επιβιώνει παρά τις αλλαγές των εποχών στο πέρασμα του χρόνου.

Το τελευταίο βιβλίο της με τον προφητικό τίτλο Τελεία και παύλα  (C’ est tout) είναι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ένας ερωτικός διάλογος με φράσεις κοφτές.

«Σ’ αγαπώ υπερβολικά. Δεν ξέρω πια να γράφω.  Η αγάπη υπερβολική ανάμεσά μας, μέχρι φρίκης».

 

Σημείωση: το υλικό του κειμένου αντλήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από το περιοδικό Διαβάζω τχ. 134, 1/1/ 1986 που φιλοξενεί αφιέρωμα του γαλλικού Μagazine Litteraire που επιμελήθηκε ο Μαρσέλ Ντυράν.
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.