Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Λίζα Διονυσιάδου: Ο ποιητής Μενέλαος Λουντέμης

Να κλαις πιο αληθινά

απ’ όλους τους λυπημένους

Και ν’ αγαπάς…

Ν’ αγαπάς όπως πρέπει

ν’ αγαπηθούν μια μέρα

όλοι οι άνθρωποι…»

                  Μενέλαος Λουντέμης

 Τον Μέλιο, το φτωχό ορφανό αγόρι από το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Μενέλαου Λουντέμη, τον αγαπήσαμε οι περισσότεροι από μας στην εφηβεία μας. Πέρασαν χρόνια από τότε. Σε μεγαλύτερη ηλικία διάβασα και άλλα βιβλία του Λουντέμη. Δεν εισέπραξα ποτέ την ίδια συγκίνηση. Ίσως επειδή ο Λουντέμης ,όπως και ο Γκόρκι για τους ρώσους, είναι συγγραφείς που εκπροσωπούν τον κοινωνικό ρεαλισμό (Σοσιαλιστικό στην περίπτωση του Γκόρκι) και με αυτόν δεν τα πήγαινα καλά…Είχα λοιπόν σχηματίσει μια άποψη μέσα μου για το έργο του Λουντέμη, όπως πολύ συχνά κάνουμε όλοι οι αναγνώστες. Τον τοποθέτησα κάπου απαλά και συνέχισα με άλλες αναγνώσεις.

Πριν λίγες μέρες όμως, στο διαδίκτυο, έπεσα τυχαία σε ένα ποίημα του Λουντέμη με τίτλο  «Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα».   

Μια φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.                         Αρχή του  παραμυθιού
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.

Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,                 Η Αμφιβολία και η λυπημένη αναζήτηση.
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,      Η τραγική μοναξιά του έρωτα σε εικόνα.
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;                          Η Πλάνη του έρωτα και η λησμονιά
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-            To μισό κομμάτι του  του σπασμένου έρωτα
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ… Ἔρωτα μὴ σὲ…
ἔρωτα μισέ… ἔρωτα μισέ…»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα             Η απόγνωση από έρωτα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,              Η απονιά της μαγείας του έρωτα.
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».

Το πρώτο που με άγγιξε σε αυτό το ποίημα ήταν ο τίτλος του. Το ουσιαστικό «παραμύθι» αλλά και το επίθετο «ραγισμένου»! Ύστερα ήρθε το «ολομόναχο γραμμόφωνο» με την αμφιβολία (ακόμη και για την ύπαρξή του), να δυναμώσει τα συναισθήματά μου. Βρήκα την εικόνα του ολομόναχου έρωτα που τριγύριζε με μια πλάκα στην μασχάλη, συγκλονιστική. Σε συνέχεια ο έρωτας πλανεύεται από μια άλλη: Την λησμονιά. Κόβεται στα δύο-μισός έρωτας, μισός πόνος. Τον έχουν σκοτώσει πυρωμένα βέλη, βαθιά μπηγμένα…

Σταματώ για λίγο στην στροφή με την περιγραφή του μισού έρωτα. Mπορεί άραγε ένας έρωτας να είναι μισός; Κάποιοι θα ανακράξουν: Όχι δεν μπορεί! Ένας έρωτας ή μεσουρανεί ολόκληρος ή δεν υπάρχει. Κι όμως! Μπορεί ο πόνος να κόψει τον έρωτα σε μισά κομμάτια. Να μην κατορθώσει να μεσουρανήσει ολόκληρος και να προκαλέσει αβάσταχτο πόνο. Άλλωστε τίποτα δεν είναι αιώνιο. Αλλάζει μόνο ο χρόνος της ζωής του.  

Τόση πίκρα από ερωτικό καημό, μέσα στους 43 στίχους του! Και εκείνο το Έρωτα Μακιαβέλι, τι συνειρμός! Έτσι ανακάλυψα τον ποιητή Λουντέμη!

Αυτό το ποίημα με έκανε να ψάξω και τα υπόλοιπα ποιήματά του (όσα μπόρεσα να βρω), για να διαπιστώσω πόσο αβασάνιστα μερικές φορές καταλήγουμε σε «άποψη» για τους δημιουργούς, αδικώντας τους.

Ο Μενέλαος Λουντέμης υπήρξε βαθύτατα ευαίσθητος άνθρωπος. Η ζωή του, δύσκολη και γεμάτη από κακουχίες και πόνο, ποτίστηκε βαθιά από ειλικρινή ευαισθησία. Στον έρωτα, όπως και στις ιδέες του, τα έδινε όλα. Την εποχή της δικτατορίας είχα την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά. Ζούσα ένα διάστημα στο Παρίσι με τον πρώτο μου σύζυγο, γνώριμο του από το Βουκουρέστι και ήρθε να μας επισκεφθεί. Ένα Παρίσι, γεμάτο Έλληνες φυγάδες από την δικτατορία, άλλους αγωνιστές και άλλους, ότι νάναι… Τον φιλοξενήσαμε στο διαμέρισμα που νοικιάζαμε . Ο Λουντέμης είχε έρθει για λίγες μέρες από το Βουκουρέστι, όπου ζούσε εκπατρισμένος από το 1958, και ήταν πολύ θλιμμένος εκείνη την περίοδο. Η χούντα του είχε αφαιρέσει την Ελληνική Ιθαγένεια, μια ερωτική απογοήτευση τον είχε τσακίσει ψυχολογικά και η συμπεριφορά των Ελλήνων «φίλων» του, αυτοεξόριστων στο Παρίσι τον απογοήτευσε τελειωτικά. Στο σπίτι μας βρήκε μια θαλπωρή που είχε ανάγκη. Δεν είχα ιδέα τότε για τα ποιήματά του και ούτε εκείνος αναφέρθηκε σε αυτά. Η αδυναμία του στο γυναικείο φύλο, γνωστή σε όλη την νεανική μας παρέα , γινόταν αφορμή για πειράγματα και αστειάκια στα οποία εκείνος απαντούσε με σοβαρότητα.

 Με αφορμή το ποίημα για «το παραμύθι του ραγισμένου έρωτα», ήρθαν πάλι στο μυαλό μου εκείνες οι μέρες από το μακρινό παρελθόν. Λίγο αργότερα, η Χούντα έπεσε και ο Λουντέμης επέστρεψε στην Ελλάδα όπου και πέθανε, στις αρχές του 1977, από καρδιακή προσβολή.

Λοιπόν…
Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.
Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.
(«Σήμερα»… «Χτες»… «Αύριο»…)
Κλάψαμε χτες στην Αφρική
με τα βασανισμένα μάτια των Νέγρων.
Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν
με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.
Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κονγκό
ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

                                        Μενέλαος Λουντέμης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.