Loading...
Γραφή & ΑνάγνωσηΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Χρ. Δ. Αντωνίου: ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ: για τη ζωή του στην Κέρκυρα (1826-1852)

«Πολλάκις ο Κάλβος μοι αφηγήθη τα δεινοπαθήματα του βίου του και με έλεγεν ότι αλλαχού δεν εύρισκεν ανακούφισιν και παρηγορίαν ειμή εις τας μαλακάς αγκάλας των Ελικωνιάδων παρθένων, μεθ’ ων αδιαλείπτως έχαιρε να συνδιαιτάται» (Ιωάννης Σταματέλος)

Μέσα σ ένα επαναστατικό κλίμα που επικρατεί στην Ιταλία στα τέλη του 1820 καθώς ο Μέττερνιχ επιβάλλει τις στυγνές αρχές του ο Ανδρέας Κάλβος γίνεται καρμπονάρος. Το μήνυμα της Ελληνικής Επανάστασης τον βρίσκει στη Ζυρίχη και του δημιουργεί απερίγραπτο ενθουσιασμό. Ζει έντονα το ελληνικό δράμα, όπως καταλαβαίνουμε από τις πρώτες 10 Ωδές του που τυπώνει στη Γενεύη, όπου υπήρχε ακμαίο φιλελληνικό ρεύμα,  το 1824. Στο Παρίσι οι Ωδές του είχαν μεγάλην απήχηση και θεωρήθηκαν από τους εκεί Έλληνες ως αναστάσιμοι ύμνοι της αναγεννημένης Ελλάδας. Πολλοί μάλιστα τους συσχέτισαν με τους πινδαρικούς επινίκιους. Εκεί με την ενίσχυση των φιλελληνικών κύκλων τυπώνει στα 1826 και τις άλλες 10 Ωδές του, οι οποίες μάλιστα μεταφράζονται ταυτόχρονα στα Γαλλικά. Σε λίγο φτάνει η είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου που προκαλεί έντονες αντιδράσεις στους φιλελληνικούς και φιλελεύθερους κύκλους της Ευρώπης. Ένιωσε να τον συνεπαίρνει ο άνεμος της επανάστασης:

Φυσάει σφοδρός ο αέρας…

 ………………φθάνουσι

μακράν εδώ, όπου κάθομαι,

μουσικά μέτρα.

………………ο άγγελος

χορεύει του πολέμου

δάφνας μοιράζει (Εις Σούλι).

Κατεβαίνει ευθύς στο Ναύπλιο για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Εκεί έμεινε είκοσι περίπου μέρες, ικανές για να γνωρίσει τις ιδεολογικές αντιθέσεις και το χάος που αυτές είχαν δημιουργήσει. Ο χαρακτήρας του και ο ρομαντισμός του δεν είχαν θέση εκεί. Ένιωσε πως ο ρόλος του στην επανάσταση είχε ξαφνικά τελειώσει. Η απογοήτευσή του πρέπει να ήταν μεγάλη, γιατί πλέον δεν ασχολήθηκε μ΄αυτήν κι ούτε ποτέ επιχείρησε ξανά να γράψει κάποιες Ωδές, έστω και μία.

Φεύγει για την Κέρκυρα. Εκεί,  αρχίζει να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα για να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την επιβίωσή του. Σύντομα όμως, αρχές κιόλας του 1827, αρχίζει, με τη βοήθεια του γνωστού του από το Λονδίνο κόμη Γκίλφορντ που ήταν ο ιθύνων νους της Ακαδημίας, να παραδίδει μαθήματα Ιταλικής Λογοτεχνίας στην Ιόνιο Ακαδημία. Η υποδοχή του από τους πνευματικούς κύκλους της Κέρκυρας που επηρέαζε ο Γκίλφορντ  υπήρξε εξαιρετική. Άλλωστε οι Ωδές του και η τραγωδία του «Δαναΐδες» πρόβαλαν με ανάγλυφο τρόπο το κλασικό ιδεώδες που όλοι εκτιμούσαν. Γρήγορα του απονεμήθηκε διδακτορικό δίπλωμα και με φροντίδες του Γκίλφορντ διορίστηκε τακτικός καθηγητής της συγκριτικής λογοτεχνίας.

Τα μαθήματά του ήταν κατά μαρτυρίες αρκετών λογίων της Κέρκυρας (Ιω. Καρανδηνός, Γ. Τυπάλδος, Κ. Σολδάτος κ.ά.) από τα ωραιότερα μαθήματα της Ακαδημίας, γεγονός που προξένησε τη ζηλοφθονία άλλων καθηγητών που δεν είχαν τις γνώσεις του και το ίδιο  ταλέντο  διδασκαλίας. Έτσι, όταν το Φθινόπωρο του ίδιου χρόνου ο  Γκίλφορντ πέθανε ξαφνικά, καθώς βρισκόταν για λουτροθεραπείες στην Ιταλία, η Γερουσία δεν επικύρωσε τις δαπάνες  και τον κατάλογο των νέων καθηγητών που είχε προτείνει ο κόμης. Η μικροψυχία ορισμένων συναδέλφων του και οι πολιτικές σκοπιμότητες του καθεστώτος της Επτανήσου απογοήτευσαν τον Κάλβο. Άρχισε πάλι τα ιδιαίτερα μαθήματα: ελληνικά, ιταλικά, γαλλικά, αγγλικά, φιλοσοφία, γεωγραφία, κ.ά.

Κι όταν στα τέλη Δεκεμβρίου του 1828 έφτασε στην Κέρκυρα για μόνιμη εγκατάσταση ο Διονύσιος Σολωμός, ο Κάλβος δεν συμμετείχε στην υποδοχήτου ποιητή του Ύμνου προς την Ελευθερίαν που του έκανε η Ακαδημία, αφού δεν ήταν πια καθηγητής. Χάθηκε έτσι μια πρώτη μεγάλη ευκαιρία να γνωριστούν οι δυο μεγάλοι Ζακυνθινοί εθνικοί ποιητές μας. Αν υπήρξε κι άλλη ευκαιρία δεν το γνωρίζουμε. Όμως, μέχρι το 1852 που ο Κάλβος θα εγκαταλείψει μαζί με την Καρλότα Αυγούστα το νησί και θα εγκατασταθεί στην Αγγλία, οι δύο ποιητές δεν θα έχουν καμιά κοινωνική επαφή. Ίσως κιόλας να στάθηκε εμπόδιο γι΄αυτή την αποξένωση ο κυρίαρχος στην Κέρκυρα κύκλος των Σολωμικών. Για να εξηγήσουμε αυτή την μελαγχολικά παράξενη συγκυρία, ίσως, ανάμεσα σε άλλα, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι οι Ωδές του Κάλβου προκάλεσαν τον θαυμασμό μόνο των Ελλήνων και Φιλελλήνων του εξωτερικού που ζούσαν  με το όραμα της αρχαίας Ελλάδας, αλλά στην ίδια την Ελλάδα συνάντησαν την πλήρη αδιαφορία. Αντίθετα ο Ύμνος στην Ελευθερία του Σολωμού, παράλληλα με την απήχησή του στο εξωτερικό, είχε ενθουσιάσει τους Έλληνες, όπως η Μασσαλιώτιδα τους Γάλλους. Υπήρξε μάλλον και κάποια αντιζηλία ανάμεσα στους δύο εθνικούς μας ποιητές, όπως θα φανεί και στα επόμενα.

Πέρα όμως απ΄αυτή την ειδική περίπτωση το αρνητικό κλίμα για την ποίηση του Κάλβου τη δημιούργησε η άποψη του συγγραφέα της «Ιστορίας της Ιόνιας Ακαδημίας» Γεωργίου Τυπάλδου, ο οποίος,  χωρίς να κάνει αποτίμηση της ποίησης του Κάλβου, εκφράζει την καθολικότερη γνώμη των επτανησιακών κύκλων πως αυτή η ποίηση δεν ταιριάζει, αισθητικά και γλωσσικά, στην επτανησιακή κοινωνία. Παραδέχεται ότι: «μόνο αυτή η θέση (η καθηγητική) που επήρ΄ο Κάλβος του έστεκε καλά», ενώ η άλλη  (η ποιητική) «που επάσχισε ν΄ανεβή ούτε του έπρεπε, και τον εχάλασε. Η λ ύ ρ α που ετύπωσε βαρεί κλούδια». Αυτή η άδικη  στάση στάθηκε ίσως και μια αιτία απορρύθμισης της ηθικής προσωπικότητας του ποιητή σε θέματα συμπεριφοράς. Άδικη, γιατί εξαρτά την όποια αντικοινωνική συμπεριφορά του Κάλβου από το άτυχο, κατά τις αντιλήψεις του Τυπάλδου, ποιητικό έργο του. (Βλ.  Σπ. Ι. Ασδραχά, Από τη ζωή του Κάλβου στην Κέρκυρα, (1826-52), Κερκυραϊκά Χρονικά, τ. 10 (1963), σ. 133-142).

Η έδρα της φιλοσοφίας ωστόσο παρέμενε κενή μέχρι το 1935 που ξαναπροκηρύχτηκε η θέση. Ο άρχοντας της παιδείας Μουστοξύδης, με τον  οποίο ο Κάλβος βρισκόταν σε διαμάχη,  παραιτήθηκε, οι αντιθέσεις μέσα στον κύκλο της Ακαδημίας αμβλύνθηκαν κάπως και ο Κάλβος ξανάγινε καθηγητής. Οι εντυπώσεις από τη διδασκαλία του δεν ήταν εξίσου καλές με τις αντίστοιχες της πρώτης περιόδου. Ύστερα από δύο εβδομάδων επιτυχημένης διδασκαλίας αραίωσε τις εμφανίσεις του δίνοντας έτσι αφορμές στους αντιπάλους του να ξεσηκώσουν τους φοιτητές εναντίον του. Πολύ σύντομα, τον Μάϊο του 1937, παραιτήθηκε εξαιτίας μιας έντονης φοιτητικής διαμαρτυρίας εναντίον του. Τα γεγονότα για την αποδοκιμασία του Κάλβου από τους φοιτητές τα μαθαίνουμε από επιστολές του Ηλία Ζερβού που ήταν τότε φοιτητής στην Ακαδημία.

 Όμως, και για τρίτη φορά (το 1840) κατέλαβε την Έδρα της Φιλοσοφίας αλλά γρήγορα ακολούθησε η παραίτηση χωρίς να γνωρίζουμε αυτή τη φορά την αιτία. Φαίνεται ότι η έλλειψη εκτίμησης για την ποίησή του εκ μέρους των Σολωμικών κύκλων (Τυπάλδος, G.Grasseti κ.ά.), των κύκλων δηλαδή που διαμόρφωσαν τους πνευματικούς τους προσανατολισμούς με την επίδραση του Σολωμού,  η επίμονη άρνηση των ίδιων κύκλων να παραμείνει μόνιμα στη θέση του καθηγητή στην Ακαδημία και οι έντονες διαμάχες του με παράγοντες της Ακαδημίας ήταν οι κύριες αιτίες που κούρασαν τον ευαίσθητο ποιητή και του δημιούργησαν νευρικές αντιδράσεις, έλλειψη εσωτερικής πειθαρχίας, αντικοινωνικές κάποιες φορές συμπεριφορές. Ο χαρακτήρας του άλλωστε είναι γνωστός μέσα από τα ποιήματά του: είναι αγέρωχος, δεν διστάζει ποτέ μπροστά στα προβλήματα. Η τραυματισμένη του προσωπικότητα λειτουργούσε με συναισθηματικά κριτήρια και με επίθεση κατά μέτωπο. Ενεργεί ως Κάλβος με τα θετικά και τα αρνητικά του χαρακτήρα του,  με αποφασιστικότητα και χωρίς φόβο:

Δεν με θαμβόνει πάθος

Κανένα· εγώ την λύραν

Κτυπάω και ολόρθος στέκομαι

Σιμά εις του μνήματός μου

Τ΄ανοικτόν στόμα.

Στα επόμενα χρόνια ο Κάλβος παρέμεινε εξέχων πολίτης της Κέρκυρας και αναμείχτηκε στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Το 1845 γίνεται μέλος της «Εταιρείας Μετάξης της Κέρκυρας» και αρθρογραφεί σχετικά με την μεταξοκαλλιέργεια. Το 1846 ερωτεύεται την Charlotte Augusta Waddams, που είναι ο τελευταίος του και ο πιο σημαντικός του έρωτας μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα 1848 εκλέγεται μέλος της «Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας». Το 1849 είναι μέλος του Μεταρρυθμιστικού κόμματος και μέλος της επιτροπής για την αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος. Όταν η Αρμοστεία αρνείται τις υποδείξεις της επιτροπής για την αναθεώρηση, ο Κάλβος αρχίζει να αρθρογραφεί εναντίον της Αρμοστείας. Ήταν δηλαδή ένας δημοκράτης και αξιοσέβαστος πολίτης. Και δίπλα σ΄όλα αυτά επιζητούσε να συναντά φίλους και να μοιράζεται μαζί τους τις θλίψεις και τις χαρές του, όπως φαίνεται και στην προμετωπίδα αυτού του κειμένου. Και ασφαλώς ποτέ δεν έπαψε να μελετά ποίηση, στην οποία έβρισκε καθ΄ομολογίαν του ανακούφιση από τα δεινοπαθήματά του.

Εγκατέλειψε την Κέρκυρα στα 1852 έχοντας μέσα του εξαντληθεί η ελπίδα για μια αλλαγή της ζωής του και για μια αλλαγή πολιτική και εθνική. Ένιωσε πως νικήθηκε από τους ανθρώπους που τον πολέμησαν στα είκοσι έξι χρόνια της παραμονής του στην πατρίδα και η αναχώρησή του καταγράφεται ως η τελευταία πράξη απελπισίας και αγωνίας του για το μέλλον της πατρίδας του.

Θα τελειώσω παραθέτοντας λίγες γραμμές του Σπ. Ι. Ασδραχά για την κερκυραϊκή περίοδο του Κάλβου: «Είναι η περίοδος που, συμπιεζόμενος μέσα σ΄ένα ακατάλληλο για την ποίησή του περιβάλλον, φαίνεται ότι αισθάνεται πια οριστικά τη γεύση της αποτυχίας· χωρίς άλλωστε τη διάψευση των προσδοκιών του να την ακολουθήσει κάποια συμβατική προσαρμογή  στα κοινωνικά και πνευματικά πρότυπα της επτανησιακής κοινωνίας, δοκίμασε τις συνέπειες μιας σύγκρουσης με τα πρότυπα αυτά, που τελικά δεν την άντεξε· όταν στα 1852 εγκατέλειψε τηνν Κέρκυρα δεν είχε περιθώρια να ξαναρχίσει την ιστορία που ολοκλήρωσε μια για πάντα στα 1826».

Η ποίησή του όμως δεν είχε την ίδια τύχη με τον δημιουργό της.  Ο Παλαμάς, ο Σεφέρης και τόσοι άλλοι φρόντισαν να αποτελεί η ποίησή του  πνευματική παρακαταθήκη για τις γενιές των Ελλήνων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.