You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος:  Ο Μπέρνχαρντ κι ο Μπέκετ ακούνε την «τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» [μια άγνωστη συνάντηση]

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος:  Ο Μπέρνχαρντ κι ο Μπέκετ ακούνε την «τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» [μια άγνωστη συνάντηση]

Πρώτη μπομπίνα

 

                «Αργά το βράδυ στο μέλλον»

                  [σκηνική οδηγία στον Κραπ]

 

Ενώ ο Μπέκετ έκανε πρόβες στην τελευταία “Μαγνητοταινία του Κραπ”, στo ”Μetropol Theater” της Βιέννης, όπου επρόκειτο να ανέβει η παράσταση του έργου του, εμφανίστηκε ο Τόμας Μπέρνχαρντ. Κάθισε σε μια από τις τελευταίες  θέσεις και παρακολουθούσε έναν πολύ αδύνατο άνδρα να δίνει οδηγίες στον ηθοποιό που θα ενσάρκωνε τον Κραπ, τον ήρωά του. Ο Μπέκετ, αεικίνητος αντιλήφθηκε την παρουσία, του άγνωστου σ’ αυτόν νεαρού, και σταμάτησε την πρόβα. Ωστόσο ο Μπέρνχαρντ πρόλαβε ν’ ακούσει:

 ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ: «Mάζευα φραγκοστάφυλα, μου είπε. Και εγώ άρχισα πάλι πως δεν έχουμε μέλλον και πως δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε, κι εκείνη συμφώνησε, χωρίς να ανοίξει τα μάτια της. Της είπα να με κοιτάξει και ύστερα από λίγο – ύστερα από λίγο πράγματι με κοίταξε, αλλά τα μάτια της ήταν σαν χαραμάδες, από τον πολύ ήλιο. Έσκυψα πάνω της για να κάνω σκιά και τα μάτια της άνοιξαν… Και με δέχθηκαν… το ρεύμα μας τράβηξε μέσα στις καλαμιές και η βάρκα σκάλωσε. Πώς λύγιζαν, μπροστά στην πλώρη, μ’ έναν αναστεναγμό! Έτσι όπως στεκόμουν στο πλάι, ξάπλωσα πάνω της, με το πρόσωπο στα στήθια της και το χέρι μου πάνω της. Μείναμε σ’ αυτή τη στάση ακίνητοι. Από κάτω όμως κινούνταν τα πάντα, και μας κινούσαν και εμάς, απαλά, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά.»

       Του άρεσε. Αν και ήταν απ’ αυτά τα κείμενα που εκείνος δε θα ‘γραφε ποτέ. Ακόμα δεν είχε γράψει, παρά ένα κομμάτι για το οποίο δεν ήταν σίγουρος για την αξία του και ένα άλλο για το οποίο ήταν ακόμα λιγότερο σίγουρος. Ας πούμε, είχε γράψει, χμ… όχι αυτό. Πολύ αβέβαιο, τώρα που το έφερνε στο μυαλό του. Ωστόσο η ζωή είναι μια θανατηφόρα αρρώστια. Μια φράση μόνο, μια δυνατή φράση. Την επαναλάμβανε: «Η ζωή είναι μια θανατηφόρα αρρώστια». Καθαρά. Πείτε το καθαρά, αλλά όχι στρογγυλεμένα-πείτε το έτσι, σαν να λέτε το μάθημά σας στη τάξη. Σαν να μη το πιστεύετε. Αν το πείτε δραματικά, ίσως γίνει γελοίο. Εσύ θα γίνεις γελοίος!

        «Η ζωή είναι…», «η ζωή…»Αυτός, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, αρκετά νέος ακόμη, έκανε πρόβες μέσα στο κεφάλι του. Στο κεφάλι του ήταν σιωπή. Η φράση ακουγόταν ξανά και ξανά με διάφορους τρόπους σαν να ήταν σε αίθουσα δραματικής σχολής και ο υποψήφιος ηθοποιός πάσχιζε να βρει τον τόνο. Να πει τη λέξη, να πει την άλλη. Να πει την τρίτη και την τέταρτη, ώσπου η φράση να ολοκληρωθεί.

 «Τώρα πέρασε η μέρα

Κι η φωνή είναι σιγανή, οι ίσκιοι τρέχουν –

(βήχοντας στον αέρα)

 

Κι είναι η ώρα βραδινή.»

Το μαγνητόφωνο κελαηδούσε το τραγουδάκι. Ε, δεν ήταν και Χάινε, ένα τραγουδάκι όλο και όλο. Τίποτα περισσότερο.

Στο μεταξύ ο Μπέκετ, ψηλός και πολύ αδύνατος, φορώντας τα στρογγυλά γυαλιά του, τον πλησίασε. Στάθηκε από πάνω του και το ίδιο αναπάντεχα με τον τρόπο που αυτός είχε εμφανιστεί του συστήθηκε. Έτσι που τον ανάγκασε να συστηθεί και αυτός. Αν και, αν το καλοσκεφτείς, δεν χρειαζόταν να συστηθεί εκείνος αφού ο Μπέρνχαρντ ήταν, που είχε εισβάλει στο θέατρο στη διάρκεια της πρόβας. Άρα, αν δεν είχε μπει τυχαία, πράγμα όχι και τόσο πιθανό, θα έπρεπε να ξέρει που έμπαινε. Παρεμπιπτόντως  τα γερμανικά του Μπέκετ ήταν καλά:

 ΜΠΕΚΕΤ: Θέλετε, βλέπω, να παρακολουθήσετε την πρόβα… Χμ… Με κολακεύει το ενδιαφέρον σας αλλά εδώ,.. θα ήθελα λίγη ησυχία, έτσι που να ακούω- αν είναι δυνατό- την σιωπή μέσα στο κεφάλι μου. Η σιωπή κουδούνισε, σαν παύση, σαν διάλειμμα, σε ένα σωρό φωνές που ακούγονταν. Δεν ήταν μόνο ο Κραπ. Ήταν η εξοχή. Οι θόρυβοι των κουκουναριών που έπεφταν υπόκωφα στο έδαφος. Η μουσική. Το τραγουδάκι που δεν ήταν και Χάινε φυσικά. Ένα τραγουδάκι τέλος πάντων. Είχε συστηθεί. Αυτός, ο Τόμας, του είχε πει πως ο Μπέκετ ήταν αυτό ακριβώς που θα ‘θελε αυτός πολύ να ήταν. Όχι να γίνει αυτό που είχε σπουδάσει. Όχι! Αλλά συγγραφέας! Να γράφει θέατρο, κωμωδίες…

ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Herr Μπέκετ, εγώ, με συγχωρείτε, δεν είμαι πολύ καλός στα λόγια. Θα ήθελα να ήμουν εσείς. Αλλά εξαιρετικός, πιο πολύ, πάρα πολύ, ας πούμε μεγάλος συγγραφέας, καλύτερος από ‘σας. Αλλά ακόμα έχω γράψει ελάχιστα. Σχεδόν τίποτα. Ξέρετε πώς αρχίζει κανείς. Αν είναι ποτέ να αρχίσει. Να παρατήσει ό,τι κάνει. Ό,τι έχει κάνει. Ο,τι έχει κερδίσει και ν’ αρχίσει να γράφει: ”τίποτα δεν είναι πιο πραγματικό απ’ το τίποτα”, πώς σας ήρθε; Συγνώμη για την αναιδή ερώτηση… εν πάση περιπτώσει. Εγώ θα ήθελα να ήμουν ένας άλλος…

 Ο Μπέκετ είναι ευγενικός. Σχεδόν ψυχρά ευγενικός. Αλλά όχι απόμακρος. Βλέπει, πως έχει μπροστά του ένα φιλόδοξο, υπερβολικά φιλόδοξο νεαρό.  Που ή θα καταπιεί κάποτε την φιλοδοξία του, αν δε τα καταφέρει να την ξεδιπλώσει ή θα απομονωθεί και θα γράψει. Θα γίνει κάποιος. Κάτι επιτέλους. Σημαντικό πάντως. Θα γινόταν κάποιος που θα ήθελε να γίνει και που τώρα δεν ήταν.

ΜΠΕΚΕΤ: ”Όλα είναι χρήσιμα, και η φρίκη το πιο χρήσιμο από όλα. ”Εσείς το γράψατε αυτό; Το πιστεύετε;

ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Μα την έζησα τη φρίκη. Ξέρετε τώρα. Αν και εσείς ένας Ιρλανδός, δεν ξέρω αν υποστήκατε τέτοιους είδους εκπαίδευση. Σαν την δική μου, θέλω να πω. Εθνικοσοσιαλιστική και ύστερα καθολική σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο.

ΜΠΕΚΕΤ: Υποθέτω, πως για να το λέτε θα το έχετε ζήσει στο πετσί σας. Ωστόσο υπάρχουν και άλλα χρήσιμα πράγματα σ΄αυτόν το κόσμο. Εκτός της φρίκης. Μερικά μάλιστα απ’ αυτά τυχαίνει να είναι εξίσου φρικώδη, αν όχι περισσότερο.

 ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Έρχεστε στα λόγια μου. (Δεν κρατιέται ποτέ αυτός.) Ξέρω τι μπορεί να πείτε τώρα: ”κι όμως συνεχίζουμε. Θα συνεχίσω.”

 ΜΠΕKET: Ναι, γιατί όχι; και ακόμη: ”Μη μιλάς μείνε μαζί μου!”, όπως λέει ο Βλαδίμηρος στον Εστραγκόν.

 ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Ξέρω, τον Γκογκό, για να μπλέκεται με τον Γκοντό. Αυτόν τον μυστηριώδη τύπο που δε λέει να έρθει κι αυτοί τον περιμένουν. Και στη δεύτερη πράξη ένα φυλλαράκι όλο και όλο που είχε το δέντρο, που βρισκόταν στην άκρη της σκηνής, έχει πέσει στο έδαφος. Και ένα παιδί έρχεται, πριν το τέλος της πρώτης, και λέει πως ο κύριος Γκοντό θα έρθει αύριο.

ΜΠΕΚΕΤ: «Ναι, μια φορά αν περιμένεις μαθαίνεις να περιμένεις. Και περιμένεις»

ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Πράγματι. Τι άλλο καλύτερο; «Και περιμένοντας τίποτα». Όμως τώρα, ο Κραπ έχει τελειώσει. Αυτό που λέει, αυτό που ήθελε να πει, αυτό που τελικά λέει. Πατάει το κουμπί του μαγνητοφώνου και ακούει υπομονετικά ρεμβάζοντας. Και το μαγνητόφωνο τον μιμείται. Μιμείται την φωνή του. Επαναλαμβάνει τα λόγια του σαν ηχώ.

ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ: «Τριάντα ενός ετών σήμερα, πιο υγιής – (ενώ προσπαθεί να καθήσει πιο βολικά, ρίχνει απ’ το τραπέζι ένα κουτί, βλαστημάει, κλείνει το μηχάνημα, σαρώνει ζωηρά με το χέρι τα κουτιά και το λογιστικό βιβλίο και τα πετάει στο πάτωμα, ξαναγυρίζει την ταινία απ’ την αρχή, ανοίγει το μηχάνημα, ξαναπαίρνει τη στάση του.) Τριάντα ενός ετών σήμερα, πιο υγιής από ποτέ, αν εξαιρέσω την παλιά μου αδυναμία, και πνευματικά… Την φοβερή επέτειο, όπως πάντα τα τελευταία χρόνια, τη γιόρτασα ήσυχα στο Ταβερνείο. Ούτε ψυχή. Κάθησα μπροστά στο τζάκι με τα μάτια κλειστά, και χώρισα την ήρα από το στάρι. Έγραψα πρόχειρα κάτι σημειώσεις πάνω σ’ ένα φάκελο. Είν’ ωραία που ξαναβρίσκομαι στο λημέρι μου, που ξαναφοράω τα παλιά μου κουρέλια. Μετά λύπης μου οφείλω να ομολογήσω ότι μόλις έφαγα τρεις μπανάνες και μετά δυσκολίας κρατήθηκα να μην φάω και τέταρτη. Το καινούργιο φως πάνω απ’ το τραπέζι μου είναι μεγάλη βελτίωση. Μόλο αυτό το σκοτάδι γύρω, αισθάνομαι λιγότερο μόνος. (Παύση.) Ας πούμε. Μ’ αρέσει να σηκώνομαι και να φέρνω βόλτες στο σκοτάδι, κι έπειτα να γυρίζω πάλι… (διστάζει) … σ’ εμένα (Παύση.) Στον Κραπ. (Παύση.)Την ήρα από το στάρι, τι θέλω άραγε να πω, …(Παύση. Ο Κραπ κλείνει για λίγο τα μάτια.) Απίστευτη σιωπή απόψε. Τεντώνω τα αυτιά μου και δεν ακούω το παραμικρό. Πάντα τέτοια ώρα τραγουδάει η ηλικιωμένη κυρία. Απόψε όμως όχι. Τραγούδια από την εποχή που ήταν κοριτσάκι. Δύσκολα τη φαντάζεσαι κοριτσάκι. Εν πάση περιπτώσει, εξαιρετική γυναίκα. (Παύση.) Εγώ άραγε, όταν φθάσω στην ηλικία της, αν ποτέ φθάσω, θα τραγουδάω; Όχι. (Παύση.) Μικρός άραγε τραγουδούσα; Όχι. (Παύση.) Άραγε τραγούδησα ποτέ; Όχι».

ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Τι σύμπτωση. Έκλεισα ήδη τα τριάντα ένα μου χρόνια. Γιόρτασα μόνος τα γενέθλιά μου. Κράτησα σημειώσεις. «Πρέπει να μπορέσεις να σηκωθείς και να φύγεις από κάθε συντροφιά που δεν αξίζει τίποτα, να αφήσεις πίσω σου όλα αυτά τα ασήμαντα πρόσωπα και να βγεις έξω στον καθαρό αέρα, εγκαταλείποντας αυτήν την τιποτένια κοινωνία.» Αυτό θα το βάλω σε ένα πεζογράφημα που θα γράψω δέκα χρόνια αργότερα. Θα λέγεται «Μπετόν».

 ΜΠΕΚΕΤ: Πιθανολογώ πως μπορείτε να το κάνετε αυτό. Αλλιώς δεν θα γίνετε ποτέ αυτό που θέλετε να γίνετε. Ωστόσο κοστίζει κάτι τέτοιο.

 ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Κοστίζει ακριβά, υποθέτω.

 ΜΠΕΚΕΤ: Σας εύχομαι να τα καταφέρετε.

 ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Θα τα καταφέρω.

 MΠΕΚΕΤ: Πρέπει να γυρίσω στην πρόβα. Εσείς φαντάζομαι καταλαβαίνετε.

 ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Σας πειράζει να παρακολουθήσω κι εγώ από ΄δω σιωπηλά;

 MΠΕΚΕΤ: Θα κάνω μια εξαίρεση… (Απομακρύνεται)

 Όση ώρα του μιλούσε είχε καθίσει ανάποδα, στο μπροστινό από αυτόν κάθισμα, είχε ακουμπήσει τα δυο του χέρια με τους αγκώνες προτεταμένους στην ράχη του καθίσματος και το σαγόνι του οστέινου προσώπου του ακουμπούσε πάνω στα χέρια του που σχημάτιζαν γέφυρα. Μιλούσε αργά. Σχεδόν καθησυχαστικά. Έβλεπε το κοντοκουρεμένο του κεφάλι τυλιγμένο στις τουλίπες του καπνού του τσιγάρου του. Τον έπιασε κι αυτόν μια έντονη επιθυμία να καπνίσει. Αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν επιτρεπόταν. Δεν του επιτρεπόταν. Έψαξε στο σάκο του, έβγαλε μια μπανάνα, την καθάρισε μέχρι τη μέση και δάγκωσε την άκρη της. Το κομμάτι διαλύθηκε στο στόμα του, έγινε ένας πολτός και πνίγηκε στη σιωπή του. Άγγιξε με την γλώσσα του το απόστημα που είχε δημιουργηθεί στον αριστερό φρονιμίτη προχθές. Θυμήθηκε τον πόνο που ένιωσε μια φορά όταν ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο, πολύ νωρίς.

Σπαρταρούσα κάθε μέρα και πιο ανελέητα πιασμένος στα δίχτυα του σχολείου, στους κυνόδοντες των δασκάλων. Έχασα τον παππού μου, το ίνδαλμά μου, τον άνθρωπο που με διαμόρφωσε, που του όφειλα τα πάντα ως τώρα, και αυτό που θα γινόμουν από εδώ και μπρος. ”Τι θα ήταν αυτή η ερημιά χωρίς το έλος;”, μου είχε πει κάποια στιγμή που στο μυαλό μου είχε ησυχία. ” Τώρα θυμάται ότι αυτή η ερώτηση τον είχε ταράξει. Ως που είδε τον Κραπ να ξεφλουδίζει μια μπανάνα. Ένιωσε πως έπαιζε στο έργο.

Αυτός τραγουδούσε μικρός; Τραγούδησε ποτέ του; Μπορεί, λέει. Μάλλον. Αν και δεν ήταν ένα φυσιολογικό παιδί. Ήταν ένα ασθενικό παιδί. Παρόλα αυτά, τραγουδούσε. Όπως όλα τα παιδιά. Που το ‘σκαγαν απ’ το σχολείο. Που δεν άντεχαν τον πονόδοντο… «Τυχαία σπούδασα μουσική για να αποφύγω αυτόν τον άσχημο πόνο. Τον πόνο του δοντιού. Χρειαζόμουνα ένα μπούσουλα και τον βρήκα. Έγραψα λιμπρέτα για όπερες… Ω ναι! Έχω γράψει… Είμαι ένας μουσικός που κάποτε σαν παιδί τραγουδούσε και αυτός. Αλλά τώρα θα γράψω. Θα γίνω σπουδαίος συγγραφέας.»

 «Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως υπήρξα ποτέ αυτό το βλακόμουτρο», λέει ο Κραπ, ή μάλλον το μαγνητόφωνο. Το ίδιο κάνει. Αφού ο Κραπ είναι που μιλάει στο μαγνητόφωνο και ύστερα ακούει αυτά που είπε με τη φωνή του την ίδια στο μαγνητόφωνο. Κι αν το μαγνητόφωνο του απαντούσε: «Κι όμως. Υπήρξες βλακόμουτρο, μα την αλήθεια». Και ο ρεαλισμός πήγαινε περίπατο και το μηχάνημα τον κορόιδευε άγρια. Όπως κάνει η φαντασία του όταν κλείνει τα μάτια. Ο Κραπ, το πρώην βλακόμουτρο… δεν χρειάζεται τη συνηγορία του μαγνητοφώνου. Αυτού του διαβολικού μηχανήματος που τον μιμείται απολύτως. Που αντιγράφει τους λαρυγγισμούς, τα τσακίσματα της φωνής. Σαν σύγχρονο μουσικό έργο για μία φωνή και ένα μαγνητόφωνο, όπου κάποιος σκαρώνει μουσικές, μουσικούλες, ήχους της φύσης, πουλάκια, κλαδάκια που σπάνε, τρυφερά λόγια αγάπης και αφοσίωσης, χοντρά αστεία, ρεψίματα, κλανιές…

ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ: Παντού. Σε όλα τα έργα του. Δύο φωνές, δύο σώματα, δύο ρόλοι που μιλούν παράλληλα ή ανοίγουν διάλογο. Σαν να είναι ίδιοι ωστόσο. Πώς να ξεχωρίσεις αυτό το σύμπλεγμα του Εστραγκόν και του Βλαδίμηρου. Σαν Χονδρός – Λιγνός. Ένα ζευγάρι. Σαν να είναι ένας ρόλος. Οπότε όλα τα έργα του είναι οιονεί μονόλογοι.

 

Σημείωση: τα παραθέματα είναι από τη μετάφραση του Σεραφείμ Βελέντζα του έργου «Η τελευταία Μαγνητοταινία του Κραπ» [σελ.21-40] που περιέχεται στην έκδοση της Scripta (2001): Sammuel Beckett: «Κάθαρση και άλλα έργα».

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.