Όσο ο Σοσιαλισμός ήταν υπαρκτός στην Σοβιετική Ένωση και τις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όλοι εκείνοι που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο, τις επισκέπτονταν συχνά, κατεχόμενοι από ένα γλυκό, παράξενο αίσθημα, που δύσκολα μπορεί κάποιος να αναλύσει. Μιλούσαν με θαυμασμό για διάφορα επιτεύγματα, αγόραζαν διάφορα σουβενίρ, ματριόσκες, παραδοσιακές φορεσιές, βότκες και δυνατές ρακές. Περπατούσαν στους γκρίζους δρόμους με τα γκρίζα κτίρια, τις σκοτεινές εισόδους, έμπαιναν στα κρατικά καταστήματα, παρατηρούσαν τα προϊόντα, αγόραζαν ίσως κάτι που τους έδιναν τυλιγμένο σε χοντρό χαρτί, με κάποια σχετική απορία αλλά καθόλου αγανάκτηση, σκεπτόμενοι πως εκεί άλλες ήταν οι προτεραιότητες, ότι χτιζόταν ένας καινούργιος κόσμος για την εμφάνιση του οποίου άξιζαν αρκετές θυσίες. Ωστόσο, κανείς δεν θα ήθελε να ζήσει εκεί, παίρνοντας μέρος σε αυτή την ιερή προσπάθεια. Απεναντίας, οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί, παρατηρούσαν τους επισκέπτες με ανάμεικτα συναισθήματα, που όσο και αν η πατριωτική τους συνείδηση δεν τους επέτρεπε να παραδεχθούν, συνοψίζονταν σε ένα μεγάλο «γιατί»;
«Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση» είναι ένα διάσημο απόφθεγμα του Γάλλου συγγραφέα και υπερρεαλιστή ποιητή, Αντρέ Μπρετόν. Υπογραμμίζει την ανθρωποκεντρική προσέγγιση της ζωής, τονίζοντας ότι η αξία του ανθρώπου, η σκέψη και η ύπαρξή του αποτελούν τη λύση σε κάθε πρόβλημα.
Στο τελευταίο μου ταξίδι στην Μόσχα, ρώτησα έναν οδηγό ταξί, πως αντιλαμβάνεται όλη αυτή την αστραπιαία κατάρρευση που συνέβη στη χώρα του. Η ερώτησή μου περιείχε και ένα «γιατί». Δεν θα το πιστέψετε, αλλά πήρα την παρακάτω αποστομωτική απάντηση: «Επειδή, βαρεθήκαμε»!
Τώρα, καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, ξαφνικά θυμήθηκα μια ανορθόδοξη σκέψη της Αννί Αρνώ, της Γαλλίδας συγγραφέως από το βιβλίο της «Τα χρόνια». Αναφερόμενη στην διεργασία της ανθρώπινης μελαγχολίας των συμπατριωτών της πριν από τον Μάη του 68, μας παραπέμπει στην περίφημη φράση του Πιερ Βιανσόν – Ποντέ που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde, λίγους μήνες πριν από τον Μάη του 68 : «Η Γαλλία πλήττει!»
Μέσα σε ομοιόμορφη μουντάδα, ο άνθρωπος πετρώνει. Πετρωμένος μπορεί να ζει χρόνια, αλλά σίγουρα όχι για πάντα. Κάποια στιγμή, συμβαίνουν γεγονότα, συνήθως ερήμην του, τα οποία όμως έχει την εκπληκτική ικανότητα να αφομοιώνει, πιστεύοντας μάλιστα ότι ο ίδιος τα προκάλεσε.
Στο βιβλίο «Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου», η Σβετλάνα Αλεξέγιεβιτς καταγράφει μέσα από πολλαπλές συνεντεύξεις όλη την απογοήτευση του Ρώσου πολίτη μετά την κατάρρευση του Σοσιαλισμού. Εκείνο που εντυπωσιάζει δεν είναι η αγάπη του κόσμου για τον Σοσιαλισμό, αλλά η νοσταλγία για μια ζωή που, παρ’ όλες τις δυσκολίες της, είχε κάποιο νόημα. Ένα νόημα που αντικαταστάθηκε με το απόλυτο χάος.
Απολύτως σοκαριστική είναι η διαπίστωση της γιαγιάς σε ένα απομονωμένο χωριό της χώρας :
«Τώρα λένε πως όλα ήταν λάθος. Πως ζήσαμε λάθος. Αλλά εγώ πώς να το πιστέψω; Εγώ εκεί έδωσα τα νιάτα μου, εκεί έχασα τους δικούς μου. Τώρα κάθομαι εδώ, στο τέλος του κόσμου, και περιμένω τον θάνατο. Το ραδιόφωνο λέει για ελευθερία, αλλά η ελευθερία δεν τρώγεται. Παλιά είχαμε ένα “εμείς”, τώρα ο καθένας είναι μόνος του. Μας πέταξαν σαν παλιά ρούχα στην άκρη του δρόμου…»
Η ζωή αυτών των ανθρώπων ακυρώθηκε ακαριαία στο κρεβάτι του Προκρούστη. Όλες οι θυσίες τους και οι ελπίδες τους σβήστηκαν. Από το συλλογικό, πέρασαν στο απόλυτα εγκαταλειμμένο ατομικό.
H γιαγιά δεν καταλαβαίνει από ελευθερία. Την ενδιαφέρει η επιβίωση.
Αυτά βεβαίως αφορούν στην ρωσική επαρχία και όχι την καλογυαλισμένη και φωτεινή Μόσχα, μια από τις ακριβότερες πόλεις του κόσμου. Τι ακριβώς συμβαίνει εκεί, μόνο ο Πούτιν ξέρει, και μια συνάντηση μαζί του δεν είναι εύκολη, ώστε να σας μεταφέρω πληροφορίες.
Οι άνθρωποι ονειρεύτηκαν έναν σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο και όχι έναν άγριο καπιταλισμό με την ελευθερία να συνοψίζεται στα ακριβά αυτοκίνητα και τα φανταχτερά ρούχα και τα καταστήματα macDonald’s, όπου η μόρφωση κατάντησε άχρηστη.
Στην σκληρή πραγματικότητα, οι σημερινοί ολιγάρχες και κάθε είδους καιροσκόποι, αντικατέστησαν την κομματική Ελίτ. Ναι! Η Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο το αποτυχημένο της πείραμα. Βαρυνόταν με πολλά εγκλήματα, και ο απλός άνθρωπός της κουράστηκε. Αυτός ο άνθρωπος που κανένας δεν τον ρωτάει για τις πραγματικές του ανάγκες, μεταλλάχθηκε σε κάτι άλλο, εντελώς απάνθρωπο. Κατά την προσωπική μου άποψη, ο Γκορμπατσώφ (ένας άνθρωπος) προσπάθησε να φέρει ανθρώπινο πρόσωπο στον Σοσιαλισμό, αλλά (όπως ήταν αναμενόμενο), πολλοί άλλοι άνθρωποι καιροφυλακτούσαν για εντελώς διαφορετική εξέλιξη, την οποία και πέτυχαν.
Ο άνθρωπος είναι πάντα η απάντηση. Αυτός που ονειρευόταν να διώξει το κακό, αποδείχθηκε ότι το κακό ήταν ο ίδιος. Μια τεράστια τρύπα κατάπιε όλα τα όνειρα του.
Η έννοια της ελευθερίας του λόγου έχασε το νόημά της από την στιγμή που μεταλλάχθηκε σε ελευθερία της κατανάλωσης.
Μιλώ κυρίως για την μοίρα του ανθρώπου, της χώρας που εξαφανίστηκε από τον χάρτη, καθώς με σημάδεψε, μια και είχα την τύχη να περάσω τα χρόνια των σπουδών μου σε αυτήν.
Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να κλείσω αυτές τις σκέψεις με τον άνθρωπο και την μοίρα του, μετά τον παρανοϊκό πόλεμο στο Ιράν, πόλεμο που ξεκίνησε ένας τρελαμένος ηγέτης στο «όνομα του ανθρώπου». Ο άνθρωπος στο Ιράν θέλει αλλαγές, αλλά όχι έτσι. Σίγουρα προτιμάει να τον βομβαρδίζουν με μπούρδες παρά με βόμβες. Αυτό είναι αυτονόητο, όσο και βέβαιο είναι ότι πάντα στην γη (και όχι μόνο τώρα), κυριαρχούσε το δίκιο του ισχυρότερου.
Ο πόλεμος στο Ιράν θα πλήξει όλον τον κόσμο.Σύμφωνα με αναλύσεις διαπιστώθηκε ότι αν η σύγκρουση συνεχιστεί έως τα μέσα του 2026 και οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ο αριθμός των ανθρώπων που δεν θα έχουν επαρκή πρόσβαση σε τροφή μπορεί να φθάσει τα 363 εκατομμύρια, από τα 318 που είναι σήμερα.
Λίζα Διονυσιάδου
