Κλεονίκη Δρούγκα: Ερωτικόν
Τελευταίως δεν είμαι τόσο ευδιάθετη γι΄ αυτό παίζω παιχνίδια τη σιωπή ντύνω με κείνο το βεραμάν παρεό που κάποτε έλεγες μου πάει και ασάλευτη το σούρουπο στον καθρέφτη του μπάνιου…
Τελευταίως δεν είμαι τόσο ευδιάθετη γι΄ αυτό παίζω παιχνίδια τη σιωπή ντύνω με κείνο το βεραμάν παρεό που κάποτε έλεγες μου πάει και ασάλευτη το σούρουπο στον καθρέφτη του μπάνιου…
Η εφημερίδα Ένας που μιλάει μόνος του την ώρα που κατηφορίζω προς το κέντρο της πόλης εκνευρίζεται επειδή έχω διπλωμένη στη μασχάλη μια εφημερίδα. Καγχάζει κουνάει τα χέρια του νευρικά…
ΧΑΛΕΠΙΟΣ ΠΕΥΚΗ Ποτέ δεν ζήσαμε χωριστά. Κι όταν πέθανε βρέφος μεγάλωνε μέσα μου σε πένθος μεταξωτό. Κι όταν μεγάλωσε πολύ ξαναπέθανε. Κι ήταν πάλι βρέφος μα είχε άλλο σώμα.…
Στοχάσου Οι μαύροι δαυλοί θα ξανάρθουν αργά δρασκελίζοντας του θερισμού τον χρόνο νεκρούς ανέμους να σηκώσουν ξανά Ποιος θ’ αντιμετωπίσει τις νεκρές ψυχές τους; Μαραίνονται οι άνθρωποι τ’…
Αμήχανοι στοχασμοί τέμνουν τη Γλώσσα κατά μήκος. Το αλφάβητο υποσυνείδητα κινείται – μετακινείται καλλιεργώντας ποιήματα. Πρόκειται για προϊόντα επιδοτούμενα, καθώς, απαιτούνται ποσότητες από έμπνευση, μεταφορές, παρομοιώσεις, σιωπές, φως, έρεβος,…
Πριν ξημερώσει, ένστολοι φρουροί εξέλαβαν τις λάμψεις στα σύνορα για νικηφόρες φρυκτωρίες και ζητωκραύγασαν. Μια έφηβη, τιμωρημένη στη σοφίτα, ντράμερ στο τοπικό συγκρότημα και τυμπανίστρια στο σχολείο, καραδοκούσε, ξάγρυπνη στις…
τὸ ἄμετρο παρὸν μιὰ διαρκὴς αἰώρηση ἡ νοσταλγία σου ΤΙ ΓΥΡΕΥΕΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΠΑΛΙ Νόμιζα πώς στὴ σιωπὴ τοῦ μακρινοῦ πριν εἶχα τήν πίκρα μου στρατοπεδεύσει σὲ ἕνα καμαράκι ἀσβεστωμένο…
Λένε πως κάθε εποχή τη χάρη της έχει μεταβολίζει προσδοκίες κι ύστερα την πόρτα χτυπάει φορτώνοντας μνήμες την επόμενη. Το φθινόπωρο, ας πούμε, βγάζει φεγγάρι καπνισμένο και φεύγοντας αφήνει τα…
Ερασίμολποι ένα καράβι τόπος λιμάνι, πατρίδα, πατρικό τους αρμενίζουν ανεμίζοντας ρακοφόρα την ύπαρξη πέλαγα καρφιτσωμένα στο βλέμμα - ένα το ξημέρωμα θάλασσες στην πλώρη γράφουν τον κόρφο τους γεμίζοντας…
Τα σκεύη Με την ηχώ της αλουμίνιας αθανασίας με προσφωνούν τα εμαγιέ και οι παλαιοί τσίγκοι Με αποκαλούν χειροποίητή της τροφής πέψη σημείο βρασμού κι αμφίβια δράση μιας διπλής ζωής…
Να έρχεσαι καμιά φορά Στην έρημή μου χώρα Στις άδειες και νεκρές μου μέρες. Μη βλέπεις που φορώ Αυτό το ένδυμα Κουρελιασμένο πια απ’ τα δεινά Των περασμένων μου παθών…
Φαντάσου στον ήλιο φρεσκοπλυμένες κουρτίνες άσπρες λινές με δαντέλα στο τελείωμα μυρίζουν λεβάντα θάλασσα και θυμάρι χορεύουν στο φως γελάν στις αστραπές μεθυσμένες από άνεμο πάνε μια μπρος αποκαλύπτουν δάχτυλα…