You are currently viewing Χρ. Δ. Αντωνίου: Κωστής Παλαμάς: Σκύλος κοκκαλογλύφτης…

Χρ. Δ. Αντωνίου: Κωστής Παλαμάς: Σκύλος κοκκαλογλύφτης…

Στο προηγούμενό μου άρθρο σ’ αυτή εδώ τη στήλη με τίτλο : Κωστής Παλαμάς: Χαλκόπλαστος για πάντα καβαλάρης αναφερθήκαμε στη φράση του Κολοκοτρώνη «τσεκούρι και φωτιά» που αφορούσε τους προσκυνημένους Έλληνες στα χρόνια που ο Ιμπραήμ Πασάς προσπαθούσε με τη βοήθεια του προδότη Δημήτρη Νενέκου να καταπνίξει την Επανάσταση. Την ίδια φράση επαναλαμβάνει ο Παλαμάς μέσω της περσόνας του, του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη που είναι στημένος στην οδό Σταδίου στο ύψος της Παλαιάς Βουλής των Ελλήνων, για να ξεσηκώσει μια νέα επανάσταση ενάντια στην κοινωνική και πολιτική διαφθορά της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Και δεν είναι βέβαια μόνο το ποίημα αυτό που έχει ως θέμα του αυτή την ηθική διαφθορά και το χαμηλό κοινωνικό επίπεδο της εποχής του. Αυτό είναι, όπως ξέρουμε, το κύριο θέμα όλων των Σατιρικών Γυμνασμάτων του ποιητή.

Θα άξιζε, νομίζω, να δούμε ακόμη ένα ποίημα από την ίδια ποιητική συλλογή, το «Σκύλος κοκκαλογλύφτης φέρνει γύρα»,  με το οποίο ο Παλαμάς σατιρίζει αυτό το χαμηλό κοινωνικό επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας και της Πολιτείας, προσπαθώντας να το ανυψώσει.

Σκύλος κοκκαλογλύφτης φέρνει γύρα

κρακ! τακ! της γειτονιά τους τενεκέδες.

Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα

 

για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.

Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια

ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.

 

Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.

Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,

φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, αποκαΐδια,

 

τ’ ανταμώνει αττικώτατη αρμονία.

Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει

μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία

 

τον Περικλή. Μα ο Χασεκής της πρέπει.

Δεν είναι η πρώτη φορά που, όταν θέλουμε να αποδώσουμε κάποια χαρακτηριστικά στους ανθρώπους ή να σατιρίσουμε κάποιες συνήθειές τους, προσφεύγουμε στα χαρακτηριστικά και συνήθειες συγκεκριμένων ζώων (Πβλ: αρχαία λυρική ποίηση). Το σχήμα της παρομοίωσης διευκολύνει πολύ αυτό τον σκοπό. Έτσι, στους δύο πρώτους στίχους, που αναφέρονται στον σκύλο που γλύφει τα κόκκαλα που πετούν στους σκουπιδοτενεκέδες καλοφαγάδες πιθανόν Αθηναίοι-αστοί, ο ποιητής σατιρίζει  τον εξευτελισμό πολλών που ζούν με ελάχιστα οικονομικά αγαθά που τους παρέχει η Πολιτεία. Σατιρίζει κυρίως την αναξιοπρεπή στάση τους που καταδέχονται αδιαμαρτύρητα αυτά τα ελάχιστα χωρίς να ξεσηκώνονται, για να αλλάξουν τη μοίρα τους.

Στους δύο επόμενους στίχους σατιρίζει μια κατηγορία ανθρώπων που το μόνο ενδιαφέρον τους είναι πόσα παίρνουν από τη δουλειά που κάνουν («Ο ποσαπαίρνης») και όσους ενδιαφέρονται μόνο  για τις υψηλές θέσεις  («θεσιθήρας») στην κλίμακα της κοινωνικής ιεραρχίας. Είναι εκείνοι που δεν ενδιαφέρονται ουσιαστικά καθόλου για την ωφέλεια της κοινωνίας τους, παρά μονάχα για τον εαυτό τους. Είναι όμως ικανοί να στήσουν καυγάδες στους «καφενέδες» ενδιαφερόμενοι δήθεν για «την πατρίς». Ο ποιητής, για να περιγράψει καλύτερα αυτή την κατηγορία για την οποία εξαπολύει τη σάτιρά του, χρησιμοποιεί τον «βαρβαρισμό», όπως λέγεται αυτό το σκόπιμο γραμματικό λάθος που χρησιμοποιεί εδώ ονομαστική αντί αιτιατικής, «την πατρίς». Είναι εκείνοι οι ημιμαθείς, οι ολιγογράμματοι, που ωστόσο θέλουν να λογιοτατίζουν, ανεπιτυχώς βέβαια. Ασήμαντοι άνθρωποι, χασομέρηδες, πατριδοκάπηλοι, που εξαντλούνται σε ατέρμονες συζητήσεις και καυγάδες για τα πολιτικά ζητήματα και το καλό δήθεν της Πολιτείας.

Είναι ακόμη μια πολυπληθέστερη κατηγορία ανθρώπων που μαστιγώνει η σάτιρα του Παλαμά. Είναι οι χαλασμένοι κι αλλοτριωμένοι άνθρωποι. Είναι αυτοί που καταρχάς τους παρομοιάζει με τους γάτους, που, ως γνωστόν, απολαμβάνουν τα ερωτικά τους παιχνίδια στα κεραμίδια («κεραμιδόγατοι»). Για να δείξει καθαρά τη φιλήδονη διάθεσή τους, ο ποιητής αφιερώνει τέσσερις από τους δέκα τρεις στίχους του ποιήματος. Σύμφωνα μ’ αυτούς, «ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες» («γιαρέδες» είναι αργά ανατολίτικα τραγούδια), το ρίχνουν στο φαγοπότι και στην τεμπελιά. Κι ανάλογα με τα λεφτά που έχουν πηγαίνουν σε θέατρα όχι από διάθεση για μόρφωση, αλλά με την ίδια, υπονοείται,  διασκεδαστική και φιλήδονη διάθεση που πηγαίνουν σε ταβέρνες και σε πορνεία. Η όλη ζωή τους στη δουλειά τους, στα εργοστάσια («φάμπρικες»), στις τράπεζες («μπάνκες»), στα «σπίτια» έχει να επιδείξει την ίδια χαμηλή ποιότητα. Ο Σεφέρης θα τους αποκαλούσε Ελπήνορες. Είναι τα «αποκαΐδια» της φωτιάς που κατακαίει τον τόπο. Είναι η φωτιά της διαφθοράς και της σήψης.

Κι όλα αυτά τα μελανά παραπάνω, καταστάσεις και γεγονότα, έρχονται σε χαρακτηριστική αντίθεση με την «αρμονία» της αττικής γης. Σαν τη μύγα μεσ’ στο γάλα. Κι ενώ αυτή, κατά τον ποιητή, είναι η άσχημη και θλιβερή πραγματικότητα, η ανόητη («μουρλή») και ακατάσχετη («γλωσσοκοπάνα») ρητορική της Πολιτείας ονειρεύεται τον αρχαίο Περικλή, εξομοιάζοντας παράλογα την τωρινή με εκείνη την ένδοξη αρχαιοελληνική εποχή. Έτσι, συνήθως, συμβαίνει: όταν το παρόν είναι πνευματικά φτωχό, τρέφεται με το εισόδημα του παρελθόντος. Πολύ οργισμένος λοιπόν ο ποιητής από την ηθική σήψη, την κενότητα και τη φλυαρία καγχάζει στον τελευταίο στίχο του ποιήματος λέγοντας ότι σ’ αυτή την Πολιτεία αντί του Περικλή «ο Χασεκής της πρέπει» (Ο Χατζή Αλή Χασεκής ήταν ο σκληρός και τυραννικός Οθωμανός κυβερνήτης της Αθήνας στα χρόνια 1775-1796).

Σύμφωνα με την πολιτική ρητορική των ημερών μας, ιδίως την προεκλογική, κάθε ομοιότητα εκείνης της εποχής που σατιρίζει ο Παλαμάς πρέπει να θεωρηθεί ανύπαρκτη, γιατί η χώρα μας είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, το κατά κεφαλήν εισόδημα επανακάμπτει μετά την δεκατριετή οικονομική κρίση, η μεσαία αστική τάξη δραστηριοποιείται θετικά για τη βελτίωση των πραγμάτων, η ελληνική κοινωνία των ημερών μας παρουσιάζει ηθική και πνευματική ανάταση και ανάπτυξη πολιτισμού, οι κοινωνικές υπηρεσίες σήμερα αποτελούν μια υπεύθυνη δημοκρατική στάση της Πολιτείας απέναντι στον πολίτη, όπως π.χ. το καλό επίπεδο της εκπαίδευσης, η υψηλή ποιοτικά ιατρική περίθαλψη, η υπεύθυνη και ειλικρινής ενημέρωση των τηλεοπτικών καναλιών, η εύρυθμη και ασφαλής λειτουργία των μέσων μαζικής μεταφοράς κτλ κτλ

Δυστυχώς, η παλαμική σάτιρα  είναι πολύ επίκαιρη σήμερα. Αν μάλιστα την έγραφε σήμερα ο Παλαμάς, ίσως έπρεπε να την εντείνει και να τη διευρύνει ακόμη περισσότερο. Και οπωσδήποτε θα ξανάλεγε «τσεκούρι και φωτιά»!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρήστος Αντωνίου

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ είναι δρ. Φιλολογίας και το διδακτορικό του εξετάζει τη «λαϊκή παράδοση» στο έργο του Γιώργου Σεφέρη, η ποίηση του οποίου τον απασχολεί και σε επόμενα βιβλία και άρθρα. Υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, χρημάτισε Διευθυντής Λυκείου και Σχολικός Σύμβουλος φιλολόγων στην Αθήνα, δίδαξε στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Βρυξελών και στην Ακαδημία Λαμίας, σε επιμορφούμενους δασκάλους. Υπήρξε μέλος τριών Δ.Σ της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, και συνεργάζεται με πολλά περιοδικά.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.