You are currently viewing Χρήστος Δ. Αντωνίου: Το απροσδιόριστο λίκνισμα μιας φοινικιάς. Παλαμάς, Σεφέρης, και η φθορά των συμβόλων.

Χρήστος Δ. Αντωνίου: Το απροσδιόριστο λίκνισμα μιας φοινικιάς. Παλαμάς, Σεφέρης, και η φθορά των συμβόλων.

«…αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα

 που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς»

 

(Γ. Σεφέρης, « Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»).

 

-ω! πώς υψώνεται στον ήλιο το κορμί σου!

 -Εσύ που ατάραχη τραβάς προς τ’ άστρα

 -το βασιλικό ωσαννά τ’ ανάστημά σου

 

(Από τη «Φοινικιά» του Κ. Παλαμά)

 

Συνήθως, ένα σύμβολο δεν μεταφέρεται έτσι απλά από έναν ποιητή σε έναν άλλον, αλλά περνά μέσα από τη δοκιμασία του χρόνου και, όταν επανεμφανίζεται, δεν είναι πια το ίδιο. Δεν πρόκειται μόνο για αισθητική μεταβολή, αλλά για ιστορική φθορά. Τα σύμβολα αλλάζουν, όταν αλλάζει ο κόσμος που τα καθιστούσε πειστικά, όταν μετατοπίζονται οι συλλογικές βεβαιότητες, όταν η εμπειρία της ιστορίας ακυρώνει μορφές που άλλοτε έμοιαζαν αυτονόητες. Η «Φοινικιά», από τον Κωστή Παλαμά στον Γιώργο Σεφέρη, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μιας τέτοιας μετακίνησης.

Η «Φοινικιά» του Παλαμά (ένα ποίημα μέσης έκτασης 312 ιαμβικών δεκατρισύλλαβων στίχων κατανεμημένων σε 38 οκτάστιχες στροφές) γράφεται στα 1900 και εντάσσεται αργότερα στην Ασάλευτη Ζωή (1904), σε μια εποχή αντιφατική αλλά ακόμη εμποτισμένη από ιστορική αυτοπεποίθηση. Η Ελλάδα έχει ήδη γνωρίσει την ταπείνωση του πολέμου του 1897, όμως η ήττα εκείνη, αντί να συντρίψει ολοκληρωτικά το εθνικό φαντασιακό, λειτούργησε εν μέρει ως κίνητρο ανασυγκρότησης. Η Μεγάλη Ιδέα εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχο ιδεολογικό ορίζοντα, ενώ η αστική τάξη πιστεύει στην πρόοδο, στη διοικητική οργάνωση και στην πολιτισμική ανόρθωση.Το γλωσσικό ζήτημα φορτίζει τη δημόσια ζωή με την αίσθηση ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας αλλά θεμέλιο εθνικής ύπαρξης. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο ποιητής δεν νοείται ως ιδιώτης της γραφής, αλλά ως φορέας αποστολής μηνυμάτων, γιατί η ποίηση οφείλει να δώσει μορφή στη συλλογική μοίρα.

Το ποίημα «Φοινικιά» του Παλαμά γεννιέται μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η φοινικιά δεν είναι ένα τυχαίο φυσικό αντικείμενο, ένα δέντρο, αλλά σύμβολο κάθετης αντοχής, πνευματικής αυτάρκειας και κατακόρυφου ηθικού ύψους. Το δέντρο που υψώνεται μόνο του μέσα σε άνυδρο ή αφιλόξενο τοπίο υποβάλλει την ιδέα μιας δύναμης που δεν εξαρτάται από τις περιστάσεις. Η μοναξιά του δεν είναι εγκατάλειψη αλλά επιλογή.Η ακινησία του δεν είναι αδράνεια αλλά σταθερότητα. Το ύψος του δεν είναι φυσικό μέγεθος αλλά πνευματικό ανάστημα. Η φοινικιά μπορεί ακόμα να διαβαστεί ως προσωποποίηση του ίδιου του ποιητή, ως εικόνα του ελληνισμού που επιβιώνει μέσα στους αιώνες ή ως αλληγορία της δημιουργικής συνείδησης που αντιστέκεται στη φθορά.

Η κριτική τόσο η παλαιότερη όσο και η νεότερη, έχει επισημάνει επανειλημμένα την ιδιάζουσα θέση του ποιήματος μέσα στο παλαμικό έργο. Από τους νεότερους κριτικούς ο Νάσος Βαγενάς[1] θεωρεί ότι η «Φοινικιά» ανήκει στα ποιήματα όπου ο Παλαμάς υπερβαίνει τον ρητορικό εαυτό του και αγγίζει μια σπάνια πυκνότητα συμβολικής λειτουργίας. Ο Διονύσης Καψάλης[2] έχει υπογραμμίσει την ένταση ανάμεσα στη ρητορική ανάπτυξη και στη μοντέρνα αυτάρκεια της εικόνας, ενώ η Αλεξάνδρα Σαμουήλ[3] έχει φωτίσει τον τρόπο με τον οποίο το ποίημα ισορροπεί ανάμεσα στον ύστερο συμβολισμό και στη νεωτερική αμφισημία. Ο Ευριπίδης Γκαραντούδης[4] έχει τονίσει τη θέση του ποιήματος στη μετάβαση από τον εθνικοπαιδαγωγικό Παλαμά στον στοχαστικό Παλαμά των μεγάλων εσωτερικών συμβόλων. Από άλλη σκοπιά, ο Ηλίας Λάγιος[5] και ο Μίμης Σουλιώτης[6] διέκριναν στο ποίημα όχι μόνο σταθερότητα αλλά και μια υπόγεια αβεβαιότητα: το ύψος της φοινικιάς υποδηλώνει τη μοναξιά της, και η αυτάρκεια αγγίζει κάποτε τα όρια της τραγικής απομόνωσης.

Αυτές οι διαφορετικές αναγνώσεις έχουν σημασία, διότι δείχνουν ότι η «Φοινικιά» δεν είναι ένα μονοσήμαντο αλληγορικό σχήμα. Ανήκει στα παλαμικά ποιήματα που, ενώ χρησιμοποιούν εκτενή ρυθμική ανάπτυξη και παραδοσιακή στιχουργική οργάνωση, προαναγγέλλουν νεότερες μορφές ποιητικής σκέψης. Είναι, συγχρόνως, παραδοσιακό και νεωτερικό: παραδοσιακό ως προς τη μορφική του ανάπτυξη, νεωτερικό ως προς την αυτονομία και την πολλαπλότητα του συμβόλου. Στα ελληνικά γράμματα κατέχει θέση ιδιάζουσα, επειδή συνοψίζει την ύστερη κορύφωση του παλαμικού οράματος λίγο πριν η ιστορία αποσύρει το έδαφος που το στήριζε.

Και πράγματι, αυτό το έδαφος θα διαρραγεί. Ανάμεσα στον Παλαμά και στον Σεφέρη μεσολαβεί μια αλληλουχία γεγονότων που μετασχηματίζουν ριζικά τη συλλογική συνείδηση: οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εθνικός Διχασμός, η Μικρασιατική Καταστροφή, οι προσφυγικές μετακινήσεις, η πολιτική αστάθεια του Μεσοπολέμου, η δικτατορία του Μεταξά και, τέλος, ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος. Ιδίως το 1922 λειτουργεί ως ιστορική τομή. Δεν χάνονται μόνο εδάφη αλλά καταρρέει μια ολόκληρη ιδεολογία συνέχειας. Η Μεγάλη Ιδέα παύει να είναι πειστικός ορίζοντας, ενώ η αστική τάξη, που ονειρεύτηκε τον εκσυγχρονισμό, δοκιμάζεται από οικονομικές και πολιτικές ρήξεις.

Ο Σεφέρης ανήκει στη γενιά που παραλαμβάνει όχι τις βεβαιότητες, αλλά τα ερείπιά τους. Γνωρίζει βαθιά τον Παλαμά και έχει περάσει δημιουργικά μέσα από την επιρροή του. Στη «Στέρνα», λ.χ.,από πολύ νωρίς δηλαδή, μπορεί κανείς να διακρίνει ακόμη μια συνομιλία με τον παλαμικό κόσμο των συμβόλων, αλλά ήδη μετασχηματισμένη: το φυσικό δηλαδή αντικείμενο δεν είναι πλέον φορέας σταθερής αλήθειας, αλλά καθρέφτης αμφίβολων αντανακλάσεων.Η Στέρνα μπορεί να ιδωθεί, με άλλα λόγια, ως ένα παλαμικό σύμβολο που έχει χάσει τη βεβαιότητά του. Η νεωτερική ευαισθησία έχει ήδη εγκατασταθεί. Ο κόσμος  πλέον δεν προσφέρει άξονες, αλλά κυρίως θραύσματα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Σεφέρης γράφει,τον Ιούνιο του 1942, το ποίημα «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά», που αρθρώνει μια βαθιά ιστορική μελαγχολία. Πίσω από τη μορφή του γέροντα και τη σκηνογραφία του ανθρώπινου πόνου υποβάλλεται η δοκιμασία μιας κοινωνίας που βλέπει τις βεβαιότητές της να διαλύονται. Οι άνθρωποι (της δικής του ιδίως τάξης) παρουσιάζονται «πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή», δεσμευμένοι από τους τύπους, τις συμβάσεις, τις ανέσεις και τα στολίδια μιας τάξης πραγμάτων που πίστεψε στην ορθότητά της, αλλά που δυστυχώς αποδείχθηκε ιστορικά εύθραυστη. Η «σωστή ζωή» γίνεται σκόνη και βουλιάζει μέσα στην άμμο: εικόνα διάλυσης όχι μόνο ηθικής αλλά και κοινωνικής. Εδώ, ας θυμηθούμε όσα έγραψε στο Ημερολόγιό του ο ποιητής τον Ιούλιο του 1942[7]για τη χρεοκοπία του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Και τότε, στο τέλος του ποιήματος, ο ποιητής προβάλλει τη δική του φοινικιά[8]. Όχι όμως ως μορφή πλήρη και αυτάρκη. Δεν την βλέπουμε να υψώνεται. Δεν περιγράφεται με φυσική ή ηθική βεβαιότητα, όπως η αντίστοιχη του Παλαμά.Απομένει μονάχα μια κίνηση, «εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα … μιας αψηλής φοινικιάς». Η μετατόπιση σε σχέση με τον Παλαμά είναι αποφασιστική. Από την παρουσία περνάμε στο ίχνος της παρουσίας. Από τη σταθερότητα περνάμε στην ταλάντευση, στο απροσδιόριστο λίκνισμα που δεν δημιουργεί καμιά βεβαιότητα.Ο ίδιος ο ποιητής τη ζωγραφίζει κάτω από το ποίημα λιγνή και σε μεγάλη απόκλιση από τον κατακόρυφο άξονα της παλαμικής φοινικιάς. Από το ύψος της παλαμικής βεβαιότητας περνάμε στη σεφερική ανάμνηση του ύψους.

Η σεφερική φοινικιά μπορεί ασφαλώς να διαβαστεί και ως αδύναμο σύμβολο ελπίδας: ένα δέντρο που κατορθώνει να φυτρώσει εκεί όπου κυριαρχεί η άμμος. Όμως η ελπίδα αυτή δεν εμφανίζεται με τόνο βεβαιότητας, αλλά ως απροσδιόριστη κίνηση που «μας ζάλισε». Η ζάλη είναι κρίσιμη λέξη. Δηλώνει ότι το σύμβολο δεν θεμελιώνει πια, αλλά αποσταθεροποιεί.

Αν η φοινικιά του Παλαμά οργανώνει έναν κόσμο, η φοινικιά του Σεφέρη αναδύεται μέσα από έναν κόσμο ήδη αποδιοργανωμένο. Η πρώτη είναι άξονας,ενώ η δεύτερη είναι ανάμνηση άξονα. Η πρώτη αντλεί δύναμη από την εποχή της εθνικής και πολιτισμικής αυτοπεποίθησης, ενώ η δεύτερη γεννιέται μέσα στη διάψευση των μεγάλων αφηγήσεων. Η πρώτη υψώνεται σταθερή, ενώ η δεύτερη λικνίζεται.

Έτσι, ανάμεσα στις δύο φοινικιές δεν υπάρχει ουσιαστική σχέση συνέχειας, αλλά σχέση ιστορικής μεταμόρφωσης. Ο Σεφέρης, ακόμη κι αν συνομιλεί υπόγεια με τον Παλαμά, δεν επαναλαμβάνει το παλαιό σύμβολο κατακόρυφης σταθερότητας. Το παραλαμβάνει μετά την κατάρρευση του κόσμου που το γέννησε. Και γι’ αυτό δεν του απομένει το δέντρο που στέκει, αλλά μόνο το λίκνισμα και η ζάλη.

 

 

 

 

Χρήστος Αντωνίου
[1] Νάσος Βαγενάς, « Το Μυστήριο της Φοινικιάς», Η Ειρωνική Γλώσσα: Κριτικές Μελέτες για τη Νεοελληνική Γραμματεία. Αθήνα: Στιγμή, 1998, σελ. 149-156.
[2] Διονύσης Καψάλης, «Ο Ελάσσων Παλαμάς», Τα Μέτρα και τα Σταθμά. Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα, 1998, σελ. 73.
[3] Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ο Παλαμάς και η Κρίση του Στίχου, Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη, 2007, σελ. 97-137.
[4]Ευριπίδης Γαραντούδης, «Τι υπάρχει πάνω και γύρω από την παλαμική “Φοινικιά”;», Ποιητική, τχ. 13, σσ. 115-127.
[5]Λάγιος, Ηλίας. «Στον ίσκιο της Φοινικιάς». Πρόλογος στο Κωστής Παλαμάς, Φοινικιά, 7-12. Αθήνα: Ιδεόγραμμα, 1997.
[6] Μίμης Σουλιώτης, Το μουσικό θρόισμα της «Φοινικιάς», Το Βήμα, 24-11-2008.
[7]Γ. Σεφέρης, Μέρες Δ΄. Αθήνα: Ίκαρος, 1977, σελ. 224.
[8] Για περισσότερες πληροφορίες για την γενική ερμηνεία του ποιήματος αλλά και ειδικότερα της φοινικιάς βλ. Χρήστος Αντωνίου, «Ένας Γέροντας στην ακροποταμιά», Εννιά Γοργόνες και Χιλιάδες Άρματα Δρεπανηφόρα: Σπουδή στον Σεφέρη. Αθήνα: Εκδόσεις Μαΐστρος, 2008, σελ. 83-113.

Χρήστος Αντωνίου

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ είναι δρ. Φιλολογίας και το διδακτορικό του εξετάζει τη «λαϊκή παράδοση» στο έργο του Γιώργου Σεφέρη, η ποίηση του οποίου τον απασχολεί και σε επόμενα βιβλία και άρθρα. Υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, χρημάτισε Διευθυντής Λυκείου και Σχολικός Σύμβουλος φιλολόγων στην Αθήνα, δίδαξε στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Βρυξελών και στην Ακαδημία Λαμίας, σε επιμορφούμενους δασκάλους. Υπήρξε μέλος τριών Δ.Σ της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, και συνεργάζεται με πολλά περιοδικά.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.