You are currently viewing Έφη Φρυδά. Lee Krasner (1908-1984). Ασφαλώς όχι απλώς μια μούσα, όχι απλώς η κυρία Jackson Pollock

Έφη Φρυδά. Lee Krasner (1908-1984). Ασφαλώς όχι απλώς μια μούσα, όχι απλώς η κυρία Jackson Pollock

 

Τζάκσον Πόλοκ–Λι Κράσνερ, Λι Κράσνερ-Τζάκσον Πόλοκ. Δύο καλλιτέχνες, ένας γάμος, ένα ακόμα στερεότυπο στην ιστορία της τέχνης. Μια ακόμα γυναίκα που, από πολύ μικρή ηλικία και μέχρι το θάνατό της στα 75 της χρόνια, σε μια καριέρα 50 ετών, πάλεψε με τις προκαταλήψεις, με το πανίσχυρο αντρικό κατεστημένο στον χώρο των εικαστικών, πάλεψε με τον ακλόνητο σεξισμό.

Η καριέρα της, η τεράστια προσφορά της στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό επισκιάστηκε επιπλέον από το έργο του συντρόφου και αργότερα συζύγου της Τζάκσον Πόλοκ, τον οποίο στα πρώτα χρόνια της σχέσης τους στήριξε. Η ίδια ποτέ δεν αρνήθηκε ότι ο Πόλοκ επηρέασε την τέχνη της, κάτι που όμως ήταν κάτι αμφίδρομο. Οι δυο τους συνεργάστηκαν στενά, μιλούσαν και αντάλλασσαν σκέψεις και απόψεις για τα έργα τους. Ωστόσο την εποχή εκείνη ο σωβινισμός ήταν έντονος στον χώρο της τέχνης – και έχουμε πολύ δρόμο ακόμα…Κλειδούχοι του καλλιτεχνικού χώρου, όπως η Πέγκι Γκούγκενχαϊμ, ο Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ, αρχικά τουλάχιστον, θεωρούσαν την τέχνη της Κράσνερ υποδεέστερη, μίμηση του μεγάλου Τζακσον Πόλοκ.

 

self portrait.c.1928

 

Ο ίδιος ο δάσκαλός της Χανς Χόφμαν, το 1938, αναφώνησε βλέποντας ένα έργο της, «Είναι τόσο καλό που ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι πρόκειται για έργο μιας γυναίκας»! «Πριν προφτάσω να ζεσταθώ με τη φιλοφρόνηση, με περιέλουσε μ’ ένα κουβά παγωμένο νερό», με αυτά τα λόγια περιγράφει η ίδια η Κράσνερ τα συναισθήματά της στην ψυχρολουσία αυτής της απίστευτα σεξιστικής φιλοφρόνησης.

 

Η ίδια όμως είναι πολύ αποφασισμένη, και εξαιρετικά ταλαντούχα για να εμποδιστεί από κάποιους σνομπ του χώρου, ακόμα κι αν αυτοί είναι πανίσχυροι. Με πίστη στον εαυτό της, αντοχή και ακλόνητη επιμονή αναγνωρίζεται τελικά, έστω και δεκαετίες αργότερα, ως μια από τους πρωτοπόρους του κινήματος του αφηρημένου εξπρεσιονισμού.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η Λι Κράσνερ γεννιέται το 1908 στη Νέα Υόρκη, στο Μπρούκλιν. Είναι το πρώτο παιδί πολυμελούς οικογένειας (επτά παιδιά) Ρωσο-Εβραίων μεταναστών, που γεννιέται σε αμερικανικό έδαφος. Οι γονείς της έφυγαν από την Οδησσό για να γλιτώσουν από τα πογκρόμ. Εβραίοι ορθόδοξοι, στο σπίτι μιλάνε ρώσικα, γίντις και αγγλικά. Η Λι λέει υπάκουα κάθε πρωί την προσευχή της στα εβραϊκά. Αργότερα θυμάται αυτή την προσευχή. «Αν ήσουν άντρας έλεγες, ‘Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που με δημιούργησες κατ’ εικόνα σου’. Αν όμως ήσουν γυναίκα έλεγες, ‘Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που με δημιούργησες κατά την κρίση σου’. Αυτό αποτέλεσε τη βάση μιας επανάστασης η οποία συνεχίζεται από τότε».

 

Lee Krasner with her yonger sister Rose

Από πολύ νωρίς, από τα 13 της χρόνια, αποφασίζει να ασχοληθεί με την τέχνη. Βρίσκει το μοναδικό λύκειο καλών τεχνών στη Νεα Υόρκη που δέχεται κορίτσια, το Washington Irving all girls High School, και κάνει αίτηση -αρκετές φορές. Οι γονείς της θα προτιμούσαν να ακολουθήσει μια καριέρα στη δικηγορία, αλλά ευτυχώς αδειάζει τελικά μια θέση, και η Λενόρ, η Λίνα, όπως την αποκαλούν οι δικοί της, πεισματάρα και ανυποχώρητη, βρίσκει τον χώρο όπου ανήκει. Οι γονείς της, εφόσον δεν τους επιβαρύνει, δεν την πιέζουν. Είναι εξαιρετική μαθήτρια. Συνεχίζει τις σπουδές της στο Cooper Union, στο Art Students League και στο National Academy of Design. Διαπρέπει παντού.

Το ενδιαφέρον της για τον μοντερνισμό την οδηγεί στον Χανς Χόφμαν (1880–1966) που ήδη αναφέραμε, Γερμανο-Αμερικανό ζωγράφο και δάσκαλο, του οποίου η καριέρα απλώνεται σε δύο γενιές και δύο ηπείρους· πρώτα στην πατρίδα του τη Γερμανία και μετά στις ΗΠΑ. Όταν ήταν στο Παρίσι ο Χόφμαν γνώρισε τον Πικάσο και τον Ματίς και, με την άφιξή του στη Νέα Υόρκη το 1934, ιδρύει την avant-garde σχολή του. Ενθαρρύνει την Κράσνερ να πειραματιστεί στον Κυβισμό αποδομώντας το σώμα του μοντέλου.

  • Lee Krasner in her New York studio. c. ’30s

 

Η Λι Κράσνερ καθότι από εργατική οικογένεια – οι γονείς της έχουν μανάβικο και επτά παιδιά να θρέψουν –  μεγαλώνοντας αυτοχρηματοδοτεί τις σπουδές της, δουλεύει σαν σερβιτόρα στο νάιτ κλαμπ του Σαμ Τζόνσον, στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, στην καρδιά της καλλιτεχνικής σκηνής, όπου συχνάζουν σημαντικοί ζωγράφοι και συγγραφείς. Μπορεί όμως η καλλιτεχνική σκηνή να ανθίζει, αλλά στη χώρα απλώνεται φτώχια και ανεργία. Είναι η εποχή της παγκόσμιας ύφεσης και η Αμερική περνάει το μεγάλο κραχ του ’30. Ο κόσμος πεινάει, πού χρήματα για πίνακες. Ωστόσο οι καλλιτέχνες συνεχίζουν να δημιουργούν. Η ίδια λέει, «Ο κόσμος επηρεάστηκε βαθιά από τον πόλεμο. Όμως ο καλλιτέχνης δεν παύει να ζωγραφίζει· αυτό γίνεται μόνο αν πρέπει να πάει στον πόλεμο. Αλλιώς συνεχίζει».

Κάτι τέτοιο γίνεται εφικτό στα πλαίσια του ειδικού προγράμματος Works of Art Project (PWAP) του  New Deal που δημιουργεί ο Ρούζβελτ. Το πρόγραμμα απασχολεί πάνω από 3.700 καλλιτέχνες οι οποίοι αναλαμβάνουν να διακοσμήσουν με τοιχογραφίες δημόσια κτίρια. Και μάλιστα εκεί, όπως καταθέτει η ίδια η Κρασνερ, «Δεν αντιλήφθηκα να γίνονται διακρίσεις κατά των γυναικών». Το κυβερνητικό πρόγραμμα υποστηρίζει απόλυτα πρακτικές ίσης μεταχείρισης και η Κράσνερ, που στο μεταξύ έχει κάνει μερικές εκθέσεις, δεν αργεί να αναλάβει την επίβλεψη πολυπληθών συνεργείων που εργάζονται πάνω σε σημαντικά έργα μεγάλης κλίμακας. Εκεί, όπως και άλλες γυναίκες εικαστικοί της εποχής – οι Grace Hartigan, Joan Mitchell και Helen Frankenthaler – η Λι Κράσνερ έχει την ευκαιρία να τελειοποιήσει τις δεξιότητές της μέσα σε μια κοινότητα ομοϊδεατών. «Το PWAP βοήθησε πολλούς ζωγράφους εκείνη την εποχή, που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν», καταθέτει η Κράσνερ. Και προσθέτει, «Οι καιροί είναι μονίμως δύσκολοι, εύκολη εποχή δεν υπάρχει. Όποιος φαντάζεται μια τακτοποιημένη ζωή, μια ζωή μονταρισμένη στα μέτρα του, φαντάζεται τον κόσμο σαν μια απέραντη υδραυλική εγκατάσταση. Θαύματα δεν υπάρχουν».

 

Τη δεκαετία ‘30-‘40 παλεύει για τα δικαιώματα των καλλιτεχνών, διαδηλώνει για καλύτερους μισθούς, και πολλές φορές βρίσκεται στη φυλακή. «Πρέπει να είχα πάει σε όλες σχεδόν της φυλακές της Νέας Υόρκης». Μάλιστα στις βίαιες διαδηλώσεις του ‘36 συλλαμβάνεται και, χωρίς να χάνει το χιούμορ της μπροστά στην εξουσία, μπαίνει στη φυλακή δίνοντας το όνομα της ιμπρεσσιονίστριας ζωγράφου Mary Cassat!

Τα πρώτα έργα της είναι απεικονιστικά, σε αυτά εξερευνά πορτραίτα με σουρεαλιστικά στοιχεία. Η τέχνη της μεταστρέφεται ραγδαία τη δεκαετία του ’30, όταν ανακαλύπτει τον Ματίς και τον Πικάσο στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, που άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του στις 8 Νοεμβρίου του 1929. Η Κράσνερ περιγράφει την εμπειρία «εξεγερτική». Διαβάζει Ρεμπώ και χαράζει τον στίχο του στο εργαστήριού της στο Γκρίνουιτς Βίλατζ: «Τελικά κατέληξα να θεωρώ ιερή την αναταραχή του νου μου».

 

self portrait. 1931

Η Κράσνερ έχει ήδη αρχίσει καθιερώνεται ανάμεσα στους συναδέλφους της που την αντιμετωπίζουν με σεβασμό, όχι για την θέση της στο PWAP, αλλά για το «διορατικό μάτι και την ορθή της κρίση». Είναι πολύ φίλη με τον ντε Κούνινγκ και τον Αρσίλ Γκόρκι και μέλος του Abstract Artists group (AAA). Στην έκθεση αυτής της ομάδας συναντά τον Πιετ Μοντριάν που έχει έρθει στη Νέα Υόρκη για να παραστεί. Τα βρίσκουν μεταξύ τους, οι απόψεις τους για την τέχνη και τη μουσική (αγαπούν και οι δύο τη τζαζ) ταιριάζουν τόσο, που συναντιόνται και την επομένη και πηγαίνουν να χορέψουν στο Café Uptown. Πηγαίνουν αρκετές φορές να χορέψουν τζαζ και η Λι μας εκμυστηρεύεται ότι ο Μοντριάν ήταν ο ιδανικός χορευτής. Η δουλειά του την ενθουσιάζει, γίνεται το είδωλό της και καλός φίλος. Του δείχνει τη δική της δουλειά. «Έχεις πολύ ισχυρό εσωτερικό ρυθμό. Ποτέ μην τον χάσεις», της λέει εκείνος.

Untitled (Still life), 1938

Το 1942 γνωρίζει τον Τζάκσον Πόλοκ με τον οποίο εκθέτουν μαζί, αλλά μέχρι τώρα δεν τον έχει συναντήσει ούτε έχει ξανακούσει το όνομά του, κάτι που την παραξενεύει γιατί διατείνεται με περηφάνεια ότι γνωρίζει τους πάντες στο σινάφι. Πηγαίνει απροειδοποίητα στο εργαστήριό του – κάτι που αργότερα αντιλήφθηκε ότι ήταν αδιανόητο – και του συστήνεται. Έτσι αρχίζει ένας από τους πιο παθιασμένους έρωτες της εποχής και μια δυνατή σχέση συνεργασίας και αλληλεπίδρασης έργου.

Το 1945 το ζευγάρι παντρεύεται και δραπετεύει από την ασφυκτική ζωή της Νέας Υόρκης. Δανείζονται 2.000 δολάρια από την Πέγκι Γκούγκενχαϊμ για την προκαταβολή ενός παλιού, ξύλινου σπιτιού στο The Springs, κοντά στο East Hampton, χωρίς θέρμανση και κομφόρ, και εγκαθίστανται εκεί. Είναι μια ευτυχισμένη περίοδος και για τους δυο. «Με τον Τζάκσον βιώναμε μια γαλήνια απομόνωση. Καθόμασταν εκεί και απλώς κοιτούσαμε το τοπίο. Τι εσωτερική γαλήνη!» Ζουν με ελάχιστα χρήματα, μαζεύουν αχιβάδες από την ακτή, και αυτό είναι το γεύμα τους.

 

with Jackson Pollock in Springs, East Hampton. 1949

 

«Ο Τζάκσον πάντα με αναγνώριζε ως καλλιτέχνη, καταλάβαινε τι έκανα. Ήμουν ζωγράφος πολύ πριν τον γνωρίσω, και το ήξερε αυτό. Δεν θα έμενα ούτε μια μέρα μαζί του αν δεν είχε αυτή τη στάση απέναντί μου».

Ο Πόλοκ μετατρέπει τον στάβλο σε εργαστήριο για τους τεράστιους πίνακές του. Εκεί θα δημιουργήσει τα ‘drip και τα ‘action paintings (‘πίνακες κίνησης’), ενώ και η Λι αρκείται σε ένα δωμάτιο του πρώτου ορόφου του μικρού σπιτιού. Λένε ότι τα πρώτα χρόνια της συμβίωσής τους εκείνη σταματάει να ζωγραφίζει για να τον φροντίσει και να προωθήσει την καριέρα του. Ωστόσο η ίδια υποστηρίζει ότι ποτέ δεν σταμάτησε, εξακολούθησε να δημιουργεί απλώς, εντυπωσιασμένη από τη δουλειά του Πόλοκ, δίνει προτεραιότητα στη δική του τέχνη, και απορρίπτει τον κυβισμό που της δίδαξε ο Χόφμαν, και οποίος απαιτούσε να εργάζεται με μοντέλο ή με νεκρή φύση. «Η ζωγραφική μου έρχεται από μέσα μου, από την ψυχή μου, αντικατοπτρίζει τις βαθύτερες σκέψεις και τα συναισθήματά μου», λέει. «Πρόκειται για ένα ταξίδι αυτογνωσίας, μια διαδικασία αποκαλυπτική».

 

 

Είναι μια περίοδος δύσκολη γι’ αυτήν και η ίδια ονομάζει τα έργα της εποχής «γκρίζες πλάκες». Δουλεύει πολύ τους καμβάδες της, επί μήνες, ζωγραφίζει από πάνω, ξύνει, τρίβει την μπογιά, ώσπου οι καμβάδες της γίνονται σχεδόν μονόχρωμοι. Ξέρει όμως να περιμένει. «Αφήνω τον καμβά να ανασάνει. Ποτέ δεν πιέζω τα πράγματα, ξέρω να περιμένω. Δεν υπάρχουν νεκρές περίοδοι· μόνο περίοδοι επώασης».

Στο μικρό αυτό δωμάτιο ζωγραφίζει επίσης μικρότερα έργα, τα ‘Little Images’. Μας λέει, «Οι γκρίζοι δρόμοι άρχισαν επιτέλους να ανοίγουν στα Little Images, κι αυτό ήταν μεγάλη αλλαγή». Αυτά είναι τα λεγόμενα all over paintings, ορθογώνιες συνθέσεις που μοιάζουν με κοσμήματα εμπνευσμένα από τη φύση που την περιβάλλει, έργα δουλεμένα μονοχρωματικά με στροβιλιστά σύμβολα από πάνω, «μια δική μου τρελή γραφή». Είναι τα ιερογλυφικά της Λι Κράσνερ, αναφορές στην ιστορία της, την καταγωγή της, την Καμπάλα.

 

Οι κριτικοί όμως δεν μιλάνε τη δική της γλώσσα. Όταν παρουσιάζει τα ‘Little Images’ μαζί με τα έργα του Πόλοκ στην γκαλερί Σίντεϋ Τζάνις, τα απορρίπτουν λέγοντας ότι είναι σφιγμένες, τακτοποιημένες απομιμήσεις του Πόλοκ. Το μοτίβο αυτό θα την ακολουθήσει σε ένα μεγάλο τμήμα της καριέρας της. Είναι αλήθεια ότι η Λι Κράσνερ δεν είναι ο Τζακσον Πόλοκ, όπως είναι αλήθεια ότι και ο Τζάκσον Πόλοκ δεν είναι η Λι Κράσνερ.

 

 

Η Κράσνερ μας διηγείται ένα συμβάν αξιοπρόσεκτο. Το 1951 εκθέτει στη Betty Parsons Gallery και, μολονότι τα έργα της αρέσουν, δεν πουλάνε. Εκνευρισμένη από τη χλιαρή αποδοχή αλλά και τον σοβαρό αλκοολισμό του Πόλοκ, η Κράσνερ μπαίνει στο εργαστήριό της, βλέπει τα έργα της στους γύρω τοίχους και ρίχνεται σε μια πράξη αυτοκαταστροφής· σκίζει τα πάντα. Αυτός είναι και ο λόγος που από αυτή την πρώτη περίοδο διασώζονται ελάχιστα έργα. Όταν έπειτα από κάμποσες μέρες γυρίζει στο εργαστήριό της τα κομμάτια που βλέπει πεταμένα στο πάτωμα της αρέσουν. Αυτό τη βάζει στην επόμενη φάση του έργου της: στο κολάζ. Παίρνει παλιά σχέδια, κομμάτια από πίνακες και τα κολλάει πάνω σε λινάτσες. Το 1955 εκθέτει στη Stable Gallery. Ο Stuart Preston, ο ίδιος κριτικός που είχε καταβαραθρώσει τα “Little Images” γράφει για τα κολάζ της, «Το μάτι δέχεται επίθεση από μυριάδες χαρτάκια, λινάτσες και καμβάδες βουτηγμένους στο χρώμα που η Κράσνερ συνθέτει με τρομακτική ενέργεια. Πρόκειται για μια εξαιρετική, εντυπωσιακή κολορίστα».

 

Bald Eagle. 1955

 

Στο έργο της Bald Eagle περιέχεται το DNA και των δύο καλλιτεχνών καθώς η Κράσνερ έχει μαζέψει κομμάτια και από «άχρηστα» έργα του Πόλοκ.

Η Κράσνερ είναι από είδος των εικαστικών που ποτέ δεν μένουν σε μια μορφή του έργου τους. Πνεύμα ανήσυχο και αυστηρά αυτοκριτικό, πειραματίζεται διαρκώς με τεχνικές και ρεύματα. Λέει η ίδια, «Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τον καλλιτέχνη που κρατάει την εικόνα του αναλλοίωτη. Η μοναδική σταθερά για μένα είναι η αλλαγή». Σε όλη την εικαστική διαδρομή της η Κράσνερ επανέρχεται σε παλιές δουλειές, επανα-επινοεί αποτυχημένα έργα, τα μεταμορφώνει σε νέες παλλόμενες συνθέσεις. «Καταστρέφω για να δημιουργήσω από την αρχή».

Blue Level. 1955

 

Τα προβλήματα όμως δεν λείπουν τώρα από τη σχέση της με τον Πόλοκ, η ζωή μαζί του δεν είναι καθόλου εύκολη. Έχει να αντιμετωπίσει τα βίαια μεθύσια του και τις συχνές εξωσυζυγικές του σχέσεις. Ο Πόλοκ ερωτεύεται την Ruth Klingman, μια αισθησιακή και νεότερη ζωγράφο, και δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει τη σχέση αυτή ούτε από την Λι ούτε από τους φίλους τους. Απηυδισμένη η Κράσνερ αποφασίζει να κάνει ένα ταξίδι στο Παρίσι όπου την έχουν καλέσει. Προσπαθεί να τον πείσει να την ακολουθήσει, εκείνος όμως είναι αμετανόητος. Πριν φύγει η Κράσνερ ξεκινάει έναν πίνακα που θα ονομάσει «Προφητεία», ένα έργο που αποπνέει μια αίσθηση σαρκώδη, όγκοι σε σκοτωμένο ροζ και υποκόκκινο, κάτι σαν ρευστό πτώμα. Η ίδια ομολογεί ότι την τρομάζει.

 

 

Pollock’s last photograph, the morning before the fatal crash. with lover, Ruth Kigman. Ruth Kligman

Εκεί, στο Παρίσι, θα μάθει τα νέα για τον θάνατο του συζύγου της σε τροχαίο. Οδηγούσε μεθυσμένος και στο αυτοκίνητο μαζί του επέβαιναν δύο γυναίκες. Η ερωμένη του Ruth Klingman και η φίλη της Edith Metzger. Ο Πόλοκ και η Metzger σκοτώνονται επιτόπου, η Klingman κατά τη σύγκρουση πετιέται έξω από το αυτοκίνητο και επιζεί.

Η Κράσνερ επιστρέφει από το Παρίσι για να βρει τον πίνακα «Προφητεία» να την περιμένει στο καβαλέτο της. Βυθίζεται σε βαθύτατο πένθος. Ωστόσο σε λίγους μήνες  θα επιστρέψει στο έργο της. Είπαμε, είναι μια καλλιτέχνης που δεν φοβάται, που αφουγκράζεται το συναίσθημά της, και ξέρει να περιμένει.

 

 

Prophesy. 1955

 

Τώρα λοιπόν μετακομίζει από το μικρό δωμάτιο του πρώτου ορόφου στο άδειο πια μεγάλο εργαστήριο του Πόλοκ. Είναι ένας άνθρωπος πρακτικός. «Γιατί να μένει άδειο;» λέει όταν την ρωτούν πώς μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. «Η ζωγραφική δεν πάει ξέχωρα από τη ζωή. Είναι σαν να με ρωτάτε αν θέλω να ζήσω. Η απάντηση είναι ναι, θέλω να ζήσω, επομένως ζωγραφίζω». Έτσι απαντάει στο ερώτημα πώς μπορεί μέσα σε τόσο βαρύ πένθος να συνεχίζει το έργο της. Στον μεγάλο αυτό χώρο μεγαλώνουν και οι διαστάσεις των έργων της. Τώρα, παρά τη βαθιά της θλίψη, μοιάζει να πατάει ακόμα πιο σταθερά στα πόδια της, η φιλοδοξία της μεγαλώνει.

Την εποχή αυτή πεθαίνει και ο πατέρας της και η ίδια βασανίζεται από αϋπνίες. Επομένως ζωγραφίζει τη νύχτα και, επειδή δεν έχει φυσικό φως, τα τεράστια πια έργα της είναι σε καφετιές και μπεζ αποχρώσεις. Χαρακτηριστικό έργο αυτής της περιόδου το The Eye is the First Circle, ένας πίνακας πολύ μεγάλων διαστάσεων, 235.6 × 487.4 cm. «Οι καμπύλες της μπογιάς συσπώνται, χύνονται και βουτάνε από τη μία πλευρά του καμβά στην άλλη με ορμή και δύναμη», γράφει για το έργο η τεχνοκριτικός Α. Pritchard. Ο πίνακας αυτός ανήκει στην Καφετιά σειρά (Umber paintings), 24 έργα που τα τελευταία χρόνια αναγνωρίστηκαν ως η δημιουργική κορύφωση του έργου της.

  • The eye is the first circle

 

 

Τη δεκαετία του ‘60 το έργο της γίνεται μνημειώδες, προστίθεται πολύ χρώμα· πορτοκαλί, ροζ, φούξια, σχήματα βολβώδη και αλλόκοτα, με μια διάχυτη αίσθηση που συγκεντρώνεται σε χρωματιστούς λεκέδες. Και από κάτω να ξεπροβάλλει μια σκοτεινή καμπύλη.

Μετά τον θάνατο του Πόλοκ η Λι Κράσνερ αναλαμβάνει τη διαχείριση του ιδρύματος Pollock-Krasner και διαχειρίζεται με μεγάλη προσοχή τα έργα του νεκρού συζύγου της. Πολλοί είναι αυτοί που θέλουν να την πλησιάσουν, να εξασφαλίσουν τα έργα του μυθικού Πόλοκ. Ο κόσμος της τέχνης είναι σκληρός και κυνικός. Και αν η Κράσνερ ενδιαφερόταν για τη δική της προβολή, θα μπορούσε να επωφεληθεί από τις επαφές της για να δώσει ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στη φήμη της. Έχει όμως τσαγανό και δεν επιτρέπει σε κανέναν έμπορο τέχνης και συλλέκτη να γεμίσει τις τσέπες του σε βάρος του Πόλοκ. «Έκανα αυτό που πίστευα πως είναι σωστό. Και πάτησα μπόλικους κάλους», μας λέει.

Combat. 1965

Η Λι Κράσνερ μάχεται σε δύο μέτωπα. Το ένα έχει να κάνει με τη σωστή διαχείριση του ιδρύματος και του έργου του Πόλοκ, και το άλλο με το δικό της έργο και τις προκαταλήψεις του χώρου που ακόμα υφίστανται. Η έκθεσή της στο Whitechapel, στο Λονδίνο το 1965, πήρε επαίνους που όμως ήταν καλυμμένες ψυχρολουσίες. Ο τεχνοκριτικός Nigel Gosling γράφει, «Αμφιβάλλω αν μαντεύει κανείς ότι τα έργα της Κράσνερ είναι δημιουργία μιας γυναίκας». Σχόλιο, που έρχεται να προστεθεί σε εκείνο του δασκάλου της, του Χόφμαν, που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου μας («Είναι τόσο καλό που ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι πρόκειται για έργο μιας γυναίκας».

Τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα το 1984 όταν στη ΜoMA έγινε μια ρετροσπεκτίβα του έργου της. Ωστόσο η Κράσνερ πέθανε μόλις μερικούς μήνες πριν τα εγκαίνια αυτής της έκθεσης.

 

Icarus. 1964

 

Ντόμπρα, ανεξάρτητη και δυνατή, η Λι Κράσνερ έζησε όλη της τη ζωή υπερασπιζόμενη τον εαυτό της, το έργο της και το έργο του συζύγου της μέσα στον συχνά ωμό κόσμο των εικαστικών. Τη δεκαετία του ‘70 ωστόσο η άνθιση του φεμινιστικού κινήματος της χαρίζει, έστω και αργά, την αναγνώριση που της όφειλαν.

Το ίδρυμα Krasner and Pollock λειτουργεί, σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης της Λι Κράσνερ, «προκειμένου να βοηθάει ταλαντούχους νέους εικαστικούς που έχουν χρηματική ανάγκη».

 

 

 

H έκθεση Lee Krasner: Large Paintings που εγκαινιάστηκε στο Whitney Museum of Art της Νέας Υόρκης, το 1973, αποτελεί ορόσημο στην καριέρα της Κράσνερ. Στον κατάλογο της έκθεσης η curator Marcia Tucker γράφει: «Στην εποχή μας η Λι Κράσνερ θεωρείται πρότυπο για τις νέες ζωγράφους. Είναι εμψυχωτική και γενναιόδωρη, σκληρή και θεληματική, κοινωνική και περιπετειώδης, γεμάτη ιδέες και ανέκδοτα από τη ζωή της. Και το σημαντικότερο, ο ενθουσιασμός για το έργο της όλο και μεγαλώνει καθώς η προσφορά της αναγνωρίζεται πλήρως». Τα λόγια αυτά της Marcia Tucker εξακολουθούν να είναι πολύ επίκαιρα σε μια εποχή που προχωράει με αργούς ρυθμούς ως προς την αναγνώριση της γυναίκας στον χώρο της τέχνης -και δυστυχώς όχι μόνο.

To 1972 η Mary Beth Edelson δημιούργησε ένα κολλάζ που βασίζεται στο Τελευταίο Δείπνο του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Στα πρόσωπα του Χριστού και των μαθητών του βάζει φωτογραφίες Αμερικανίδων ζωγράφων και περιβάλλει την κεντρική εικόνα με ακόμα περισσότερες φωτογραφίες γυναικών εικαστικών. Το έργο βρίσκεται το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης.

 

Mary Beth Edelson. Some Living American Women. 1972

Η  Edelson εξηγεί: «Στόχος μου να ταυτοποιήσω και να τιμήσω τις γυναίκες εικαστικούς, που ακόμα δεν χαίρουν της αναγνώρισης που τους αξίζει, παρουσιάζοντάς τες ως κεντρικό θέμα, ενώ διακωμωδώ την πατριαρχία που ευθύνεται για τον αποκλεισμό των γυναικών από θέσεις δύναμης και εξουσίας».

Στο κεντρικό τμήμα, γύρω από το τραπέζι: Lynda Benglis, Helen Frankenthaler, June Wayne, Alma Thomas, Lee Krasner, Nancy Graves, Georgia O’Keeffe (στη θέση της εικόνας του Χριστού), Elaine de Kooning, Louise Nevelson, M. C. Richards, Louise Bourgeois, Lila Katzen, Yoko Ono.

 

Η ζωή και ο αγώνας της Λι Κράσνερ αποτελεί σημείο έμπνευσης και ενθάρρυνσης για τις εικαστικούς. Τα μουσεία και οι γκαλερί στις μέρες μας προσπαθούν ακόμα να σπάσουν το αντρικό κατεστημένο, εμπλουτίζοντας τη συλλογή τους ενώ δίνουν βήμα στα έργα γυναικών.

 

 

 

 

 

Έφη Φρυδά

Η Έφη Φρυδά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, σε ένα ωραίο (ακόμα) κομμάτι του ιστορικού κέντρου. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Οικονομικά. Ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση σε όλη σχεδόν την ενήλικη ζωή της. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, συγγραφείς όπως Ντύλαν Τόμας, Ντ. Χ. Λώρενς, Τ. Χάρντυ, Ε.Μ. Φόστερ, Ι. Ουόρτον, Κ. Μπλίξεν, Τζ. Μπόλντουιν, ΝτεΛίλλο, Τζ. Κ. Όουτς, Μπουκόφσκι, Ρούσντι, Γκόλντινγκ, Ντ. Τζόνσον, Χ. Σέλμπι, Σ. Μπέλοου, Π. Χάισμιθ, Όσιαν Ουόνγκ. Ήταν υποψήφια για το Βραβείο καλύτερης μετάφρασης του Ευρωπαϊκού Κέντρου Λογοτεχνίας και επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και για το βραβείο καλύτερης λογοτεχνικής μετάφρασης του Athens Prize Festival. Έχει επίσης μεταφράσει δοκίμια ψυχανάλυσης και ψυχολογίας, έχει συνεργαστεί με το Μουσείο Μπενάκη και έχει συγγράψει και επιμεληθεί κείμενα καταλόγων για εκθέσεις. Αγαπά με πάθος τις εικαστικές τέχνες και ασχολείται με την έρευνα και συγγραφή σχετικών άρθρων. Συνεργάστηκε με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, ασχολήθηκε με το Θέατρο στην Εκπαίδευση και εργάστηκε ως μεταφράστρια για κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γράφει ποίηση.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.