Η παραπάνω λέξη, που σήμερα δηλώνει τον πολύ σκληρό άνθρωπο, αυτόν ο οποίος εκδηλώνει απάνθρωπη συμπεριφορά, είναι δημιούργημα της αρχαίας Ελληνικής — ὁ, ἡ αἱμοβόρος-ον — και δήλωνε κυρίως επί σαρκοφάγων ζώων και επί εντόμων «αυτό που απομυζεί αίμα». Η έννοια αυτή οφείλεται στο ότι το εν λόγω επίθετο είναι σύνθετο, σχηματισμένο από το ουσιαστικό αἷμα και τη ρίζα –βορ-, από την οποία έχουν παραχθεί και οι λέξεις: βορά= τροφή, κυρίως τροφή των σαρκοφάγων ζώων· κατα-βρο-χθίζω = κατατρώγω, καταπίνω λαίμαργα· σαρκο-βόρος· βι-βρώ-σκω= τρώγω· καταβιβρώσκω και διαβιβρώσκω = κατατρώγω· οι μεταγενέστερες διάβρωσις (→ διάβρωση → διαβρώνω)· διαβρωτικός· η νεότερη χρονο-βόρος. Και ομόρριζα: βρῶσις=φαγητό, τροφή·1 βρῶμα= ότι τρώγεται, τροφή· βρώσιμος και βρωτός= ο δυνάμενος να φαγωθεί, φαγώσιμος· βάραθρον= βαθύ χάσμα (αρχικά θα είχε τη σημασία αυτού «που καταβροχθίζει ό, τι πέφτει μέσα») κ. ά.
Η δυσετυμολόγητη λέξη αἷμα σήμαινε: α) το υγρό που κυκλοφορεί στις φλέβες και στις αρτηρίες των ανθρώπων και των ζώων και β) αιματοχυσία, φόνος. Από το ουσιαστικό αυτό δημιουργήθηκε ένα πλήθος συνθέςτων και παραγώγων λέξεων, κυρίως επιστημονικών όρων, ιδιαίτερα της ιατρικής επιστήμης, τόσο στην Ελληνική, όσο και σε ξένες γλώσσες.
Αρχαίες ελληνικές λέξεις: αἱμοσταγής-ές και αἱματοσταγή-ές (← αἷμα + στάζω )· αἱμορραγία (←αἱμορραγῶ ← αἷμα + – ραγ– του ρήματος ῥήγνυμι, [π.χ. παθητικός αόριστος ἐρ-ράγην]= σκίζω, σπάζω)· αἱματηρός· αἱμάσσω και καθαιμάσσω (→ μετοχή παρακειμένου καθῃμαγμένος-η-ον= καταματωμένος)· αἱμορροΐς-ΐδος (← αἷμα + ῥοῦς ← ῥέω)· αἱματίτης= λίθος ερυθρού χρώματος όμοιου με αίμα· αἱμόφυρτος (← αἷμα + φύρω= αναμειγνύω) κ. ά. Μεταγενέστερες λέξεις: αἱμόδιψος·αἱμομιξία (← αἷμα + μῖξις ← μ(ε)ίγνυμι= αναμειγνύω )· αἱματοχυσία κ.ά. Λέξεις της νεότερης Ελληνικής: αιματοκρίτης, αιματέμεση, αιματοκύλισμα, αιμοδότης, αιμοκάθαρση, λευχαιμία (← ξένο leukaemia← leuk-[← λευκός] + aemia [← αἷμα] και πολλές άλλες.
Και τώρα η μαρτυρία των αρχαίων κειμένων.
Στην Ὀδύσσεια και στη ραψωδία γ ο Τηλέμαχος βρίσκεται στην Πύλο φιλοξενούμενος του βασιλιά της, του Νέστορα. Ο τελευταίος ζητά από τους γιους του να ετοιμάσουν θυσία προς τιμήν τής Αθηνάς, θυσία που ο ποιητής περιγράφει με ζωντανές εικόνες και διεξοδικά. Το προσφερόμενο ζώο είναι μία δαμάλα που σφάζουν — η συνέχεια στους στίχους 455-458:
Τῆς δ’ ἐπεὶ ἐκ μέλαν αἷμα ῥύη, λίπε δ’ ὀστέα θυμός,
αἶψ’ ἄρα μιν διέχευαν, ἄφαρ δ’ ἐκ μηρία τάμνον
πάντα κατὰ μοῖραν, κατά τε κνίσῃ ἐκάλυψαν
δίπτυχα ποιήσαντες, ἐπ’ αὐτῶν δ’ ὠμοθέτησαν.
Και σαν το μαύρο αίμα τής δαμάλας έτρεξε και η ζωή τα κόκαλά της
εγκατέλειψε, ευθύς λοιπόν την κομματιάσαν, κι αμέσως όλα τα μεριά
τα κόβαν όπως έπρεπε, τα περιτύλιξαν με λίπος, με τη σκέπη,
διπλώνοντάς την γύρω τους κι επάνω τους ωμά κομμάτια βάλαν κρέατος.

Και στη ραψωδία Τ της Ἰλιάδας απαντά η φράση ἐξ αἵματος για δήλωση της συγγένειας από κοινή καταγωγή, φράση που επιβίωσε ώς τις μέρες μας. Συγκεκριμένα, ο Αγαμέμνων ομολογεί το σφάλμα του και συμφιλιώνεται με τον Αχιλλέα. Επιρρίπτει την ευθύνη στους θεούς που του θόλωσαν το μυαλό, και ειδικότερα στην Πλάνη, τη θυγατέρα τού Δία, η οποία ακόμη και τον ίδιο τον πατέρα της τον πλάνεψε μέσω της ΄Ηρας. Και διηγείται ο αρχιστράτηγος των Αχαιών ότι, όταν η Αλκμήνη επρόκειτο να γεννήσει τον Ηρακλή, ο Δίας το ανακοίνωσε σε όλους τους θεούς με καμάρι, προσθέτοντας ότι αυτό το παιδί που θα γεννηθεί από το γένος των θνητών και είναι από το αίμα του μέλλει να βασιλέψει σε όλους του γείτονές του. Και τότε η ΄Ηρα τού είπε κάνοντας δόλια σχέδια.2 «Πάρε όρκο βαρύ, Ολύμπιε, πως πράγματι θα βασιλέψει σε όλους γύρω του — ακολουθούν οι στίχοι 110-111:
ὅς κεν ἐπ’ ἤματι τῷδε πέσῃ μετὰ ποσσὶ γυναικὸς
τῶν ἀνδρῶν οἳ σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης.»
όποιος θα πέσει την ημέρα αυτή ανάμεσα στα πόδια μιας γυναίκας
απ’ τους θνητούς που εξ αίματος κρατούν απ’ τη δική σου τη γενιά».
Στην Ἑκάβη τού Ευριπίδη η γηραιά βασίλισσα των Τρώων μόλις έχει τυφλώσει μαζί με άλλες Τρωαδίτισσες αιχμάλωτες των Αχαιών τον Πολυμήστορα, τον βασιλιά τής Θράκης και έχει σκοτώσει τους δύο γιους του, για να τον εκδικηθεί για τον θάνατο του μικρού γιου της, του Πολυδώρου.3 Τις κραυγές του ακούει ο Αγαμέμνων, ο οποίος έρχεται για να μάθει τι έχει συμβεί. Βλέπει τον τυφλωμένο Θράκα και στρεφόμενος προς την Εκάβη τη ρωτά αν αυτή έπραξε το φοβερό κακούργημα. Ακούγοντάς τον ο Πολυμήστορας αντιδρά με πόνο και οργή (στ.1124-1126):
Πλ. ὤμοι, τί λέξεις; ἦ γὰρ ἐγγύς ἐστί που;
σήμηνον, εἰπὲ ποῦ ’σθ’, ἵν’ ἁρπάσας χεροῖν
διασπάσωμαι καὶ καθαιμάξω χρόα.
Πλ. Αλίμονο, τι θες να πεις; Αλήθεια, κάπου εδώ κοντά είναι αυτή;
Δείξε μου, πες μου πού είναι, να την αρπάξω με τα χέρια μου,
να την ξεσκίσω και μες στο αίμα να πνίξω το κορμί της.
Σε μιαν άλλη ευριπίδεια τραγωδία, τις Ἱκέτιδες, η υπόθεση της οποίας είναι συνέχεια τού μυθολογικού πολέμου των Ἑπτά ἐπὶ Θήβας, όλοι οι ηγέτες των συνασπισμένων εναντίον της Θήβας δυνάμεων σκοτώνονται, πλην του Αδράστου. Επειδή οι Θηβαίοι αρνούνται να παραδώσουν τους νεκρούς των αντιπάλων για ταφή, ο ΄Αδραστος μαζί με τις γηραιές μητέρες και τα παιδιά των πεσόντων στρατηγών έρχεται στην Ελευσίνα και ζητά τη βοήθεια του Θησέα, για να πάρουν από τους Θηβαίους τους νεκρούς τους. Ο Θησέας εισβάλλει στη Βοιωτία, παίρνει τα άταφα σώματα και τα φέρνει στην Ελευσίνα. Ο Χορός των Αργείων γυναικών ξεσπά σε θρήνο, και ο ΄Αδραστος λέει (στ. 811-814):
Αδ. προσάγετε <τῶν> δυσπότμων
σώμαθ’ αἱματοσταγῆ,
σφαγέντας οὐκ ἄξι’ οὐδ’ ὑπ’ ἀξίων,
ἐν οἷς ἀγὼν ἐκράνθη.
Αδ. Φέρτε εδώ τα αιματοστάλαχτα κορμιά των δύσμοιρων
που σφαγιάστηκαν ανάξια κι από ανάξιους,
έτσι όπως η μάχη τέλειωσε.
Ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές του σημειώνει ότι ο ΄Ομηρος γνωρίζει τη χρησιμότητα του χλιαρού νερού στα τραύματα· — και συνεχίζει (41b):
[…] καίτοι εἰ ἐπισχεῖν ἔδει τὴν αἱμορραγίαν, τὸ ψυχρὸν ἐπιτήδειον ἦν συστρέφον καὶ συσφίγγον.
[…] μολονότι, αν χρειαζόταν επίσχεση της αιμορραγίας, κατάλληλο ήταν το κρύο νερό, που μαζεύει και συσφίγγει το τραύμα.

Ο Αχιλλέας φροντίζει το πληγωμένο χέρι τού Πατρόκλου. Εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας (περ. 500 π. Χ.)
Περὶ αἱμορροΐδων είναι ο τίτλος ενός συγγράμματος με προτεινόμενες θεραπείες τους, το οποίο έχει συμπεριληφθεί στα Ιπποκρατικά έργα — κατά μία άποψη είναι έργο κάποιου γιατρού ή μαθητή τού Ιπποκράτη.
΄Οσο για την αιμομιξία δεν υπήρχε νόμος στην αρχαία Αθήνα που να την απαγορεύει, αλλά τις σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σε ανιόντες και κατιόντες τις θεωρούσαν απεχθείς.4 Η ίδια κοινωνική απαγόρευση ίσχυε και για τις σχέσεις αδελφού και αδελφής που γεννήθηκαν από την ίδια μητέρα, αλλά ένας αδελφός μπορούσε να παντρευτεί την αδελφή του που είχε γεννηθεί από τον ίδιο πατέρα. Ωστόσο η ενδογαμία, ο γάμος ανάμεσα σε συγγενείς όχι μόνο επιτρεπόταν, αλλά ήταν κάτι συνηθισμένο για τα αθηναϊκά ήθη — δεν ήταν σπάνιο να παντρεύονται πρώτα ξαδέλφια ή θείος να παντρεύεται ανεψιά, γιατί με αυτόν τον τρόπο διατηρούνταν οι οικογενειακοί δεσμοί.
Περνάμε στο δεύτερο μέρος τού άρθρου μας.
Στον Προμηθέα Δεσμώτην του Αισχύλου, ο Προμηθέας έχει δεθεί με σιδερένια δεσμά στην ερημιά τού Καυκάσου. Οι Ωκεανίδες, ο Χορός του δράματος, του συμπαραστέκονται με τρυφερότητα και συμπόνια. Στα σπλαχνικά τους λόγια εκείνος απαντά απαριθμώντας όλα τα ευεργετήματά του προς την ανθρωπότητα — παραθέτουμε τη συνέχεια στο πρωτότυπο (στ.478-483):
Τὸ μὲν μέγιστον, εἴ τις ἐς νόσον πέσοι,
οὐκ ἦν ἀλέξημ’ οὐδέν, οὔτε βρώσιμον,
οὐ χριστόν, οὐδὲ πιστόν, ἀλλὰ φαρμάκων
χρείᾳ κατεσκέλλοντο, πρὶν γ’ ἐγώ σφισιν
ἔδειξα κράσεις ἠπίων ἀκεσμάτων
αἷς τὰς ἁπάσας ἐξαμύνονται νόσους.
Το πιο μεγάλο απ’ όλα, εάν αρρώστια κάποιον έβρισκε,
καμιά βοήθεια τότε δεν υπήρχε, τίποτε, ούτε για να το φας
ούτε για ν’ αλειφτείς ούτε για να το πιεις,
και έλιωναν οι άνθρωποι από την έλλειψη των γιατρικών,
ώσπου εγώ τους έδειξα βοτάνια ήπια ν’ ανακατεύουν
και με αυτά να διώχνουν τις αρρώστιες μακριά.

Μελανόμορφη κύλικα με παράσταση ‘ Ατλαντα και Προμηθέα (570-560 π. Χ. )
Παραμένουμε στην αισχύλεια τραγωδία και στην εξέλιξή της, στο τρίτο επεισόδιο, στο οποίο έρχεται στον τόπο της τιμωρίας τού Προμηθέα η οιστρόπληκτη Ιώ.5 Θύμα και αυτή του Δία, παραδέρνει η δύστυχη σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη τής γης οδυρόμενη για τα δεινά τής μοίρας της. Απευθυνόμενη στον Δία, καταφέρεται εναντίον του θεού που έγινε η αιτία τής παραφροσύνης της και απελπισμένη εκφωνεί τα παρακάτω λόγια ( στ. 582-584):
Πυρί με φλέξον ἢ χθονὶ κάλυψον ἢ
ποντίοις δάκεσι δὸς βοράν·
μηδέ μοι φθονήσῃς
εὐγμάτων, ἄναξ·
Ρίξε φωτιά και κάψε με ή θάψε με μέσα στη γη
ή δώσε με βορά στα σαρκοβόρα τα θεριά τής θάλασσας·
ούτε να μ’ αρνηθείς
αυτό που σου ζητάω, άνακτα·
Επιστρέφουμε στην Ὀδύσσεια και στη ραψωδία ο. Ο Οδυσσέας έχει φθάσει, όπως έχουμε πει, στην Ιθάκη και μεταμορφωμένος από την Αθηνά σε κουρελή ζητιάνο έρχεται στην καλύβα τού πιστού του χοιροβοσκού, του Εύμαιου, χωρίς αυτός να τον αναγνωρίζει. Ο Εύμαιος τον πληροφορεί για τον πατέρα του, τον Λαέρτη, και επίσης για τη δική του περιπετειώδη ζωή και για το πώς βρέθηκε τελικά στην Ιθάκη. Ο Οδυσσέας-ζητιάνος τον συμπονεί για τα πάθη του, του επισημαίνει όμως ότι ο Δίας κοντά στις συμφορές τού έδωσε και ένα καλό, καθώς τον έριξε σε σπλαχνικό αφέντη — και τελειώνοντας προσθέτει (στ. 490-492):
ὃς δή τοι παρέχει βρῶσίν τε πόσιν τε
ἐνδυκέως, ζώεις δ’ ἀγαθὸν βίον· αὐτὰρ ἐγώ γε
πολλὰ βροτῶν ἐπὶ ἄστε’ ἀλώμενος ἐνθάδ’ ἱκάνω.»
που πράγματι μ’ όλη του την καρδιά και φαγητό σού δίνει και πιοτό
και ζεις καλή ζωή· όμως εγώ ήρθα εδώ
μετά από περιπλανήσεις σε πολλές ανθρώπων πολιτείες».
Και πάλι ο Αθήναιος μας δίνει την πληροφορία για έναν ψαροφάγο,6 τον Διοκλή, ότι (344b):
τοῦ δ’ αὐτοῦ καὶ τὸν ἀγρὸν καταβεβρωκότος εἰς ὀψοφαγίαν, ἐπειδή θερμόν ποτε
καταβροχθίσας ἰχθὺν ἔφησε τὸν οὐρανὸν κατακεκαῦσθαι,
αφού είχε καταφάει τα χρήματα7 ενός χωραφιού για να τρώει με μανία ψάρια, επειδή κάποτε καταβροχθίζοντας ζεστό ψάρι είπε ότι κάηκε ο ουρανίσκος του,
του είπε ο Θεόκριτος8: «Σου απομένει να καταπιείς και τη θάλασσα και θα έχεις αφανίσει τα τρία μεγαλύτερα, τη γη, τη θάλασσα και τον ουρανό.9

Ο δε Ηρόδοτος ιστορώντας τα των Μηδικών πολέμων, γράφει ότι, όταν ο Ξέρξης έστειλε στην Ελλάδα κήρυκες για να ζητήσουν « γῆν τε καὶ ὕδωρ » (ως σήμα υποταγής), άλλοι επέστρεψαν με άδεια χέρια και άλλοι φέρνοντας πράγματι χώμα και νερό. Στην Αθήνα όμως και στη Σπάρτη δεν έστειλε κήρυκες, γιατί, όταν παλιότερα είχε στείλει ο Δαρείος για τον ίδιο λόγο — συνεχίζουμε με το παράθεμα του κειμένου (VII 133):
οἱ μὲν αὐτῶν τοὺς αἰτέοντας ἐς τὸ βάραθρον, οἱ δ’ ἐς φρέαρ ἐσβαλόντες ἐκέλευον γῆν τε καὶ ὕδωρ ἐκ τούτων φέρειν παρὰ βασιλέα.
οι μεν Αθηναίοι αυτούς που πήγαν να ζητήσουν τους έριξαν μέσα στο βάραθρο,10 οι δε Σπαρτιάτες μέσα σ’ ένα πηγάδι και τους παρακινούσαν να πάρουν γη και ύδωρ από εκεί μέσα και να τα φέρουν στον βασιλιά.
Τελειώνουμε το άρθρο μας όπως αρχίσαμε, με το επίθετο αἱμοβόρος.11
Το ειδύλλιο του Θεοκρίτου με τον τίτλο Ἡρακλίσκος έχει μυθολογικό θέμα. Πραγματεύεται το πώς μωρό ο Ηρακλής έπνιξε τα δύο φίδια που είχε στείλει η ΄Ηρα να τον σκοτώσουν. Το ειδύλλιο αρχίζει με την Αλκμήνη η οποία έβαλε τα δύο της μωρά, τον Ηρακλή και τον Ιφικλή, να κοιμηθούν. Τα μεσάνυχτα στάλθηκαν οι δύο πελώριοι και φοβεροί δράκοντες για να εξοντώσουν τον Ηρακλή— ακολουθεί η περιγραφή τους (στ. 17-19):
τὼ δ’ ἐξειλυσθέντες ἐπὶ χθονὶ γαστέρας ἄμφω
αἱμοβόρους ἐκύλιον· ἀπ’ ὀφθαλμῶν δὲ κακὸν πῦρ
ἐρχομένοις λάμπεσκε, βαρὺν δ’ ἐξέπτυον ἰόν.
κι οι δυο αυτοί ξεκουλουριάστηκαν και τις κοιλιές τους
που δεν χορταίνουνε να πίνουν αίμα πάνω στη γη τις έσερναν·
κι από τα μάτια τους καθώς ερχόντουσαν κακή έλαμπε φλόγα,
και δυνατό φαρμάκι [από το στόμα] έφτυναν.

1)Βρῶσις: σε αντίθεση με το πόσιν. Πρβ. και την εκκλησιαστική ευχή εὐλόγησον τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν.
2)Σύμφωνα με τον μύθο, την εποχή που κυοφορούσε η Αλκμήνη τον Ηρακλή, κυοφορούσε και η Νικίππη, η κόρη τού Σθενέλου, του γιου τού Περσέα, τον Ευρυσθέα — σημειωτέον ότι και η Αλκμήνη και η Νικίππη κρατούσαν από τον Περσέα, που ήταν γιος τού Δία και της Δανάης. Υπό την πίεση της ΄Ηρας ο θεός δεσμεύτηκε ότι βασιλιάς θα γινόταν το παιδί που έμελλε να γεννηθεί πρώτο, στις εντολές του οποίου θα υπάκουε εκείνο που θα γεννιόταν δεύτερο. Η ζηλότυπη θεά καθυστέρησε τον τοκετό τής Αλκμήνης και επέσπευσε τη γέννηση του Ευρυσθέα, με αποτέλεσμα να καταλάβει αυτός τον βασιλικό θρόνο και να εξουσιάζει έκτοτε τον Ηρακλή.
3)Τον Πολύδωρο τον έστειλε ο Πρίαμος στη διάρκεια του πολέμου με πολύ χρυσό στον σύμμαχο και φίλο του Πολυμήστορα για λόγους ασφάλειας. Εκείνος όμως, για να οικειοποιηθεί τον θησαυρό, τον έσφαξε και πέταξε το κουφάρι του στη θάλασσα.
4)Πρβ. Σοφοκλής Οἰδίπους Τύραννος.
5)Βλ. το άρθρο μας:https://www.periou.gr/georgia-papadaki-ypastros-%e2%b8%ba-astrogeiton/
6)Για την ψαροφαγία, την παροιμιώδη λατρεία των αρχαίων Ελλήνων και δη των Αθηναίων για το ψάρι βλ.:https://www.periou.gr/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b7-%cf%88%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b6%cf%89-%cf%88%ce%ac%cf%81%ce%b9/
7)Η μεταφορική αυτή έννοια του καταβιβρώσκω έχει περάσει και στη νέα Ελληνική.
8)Ο λόγος για τον Θεόκριτο από τη Χίο, ο οποίος υπήρξε ρήτορας και σοφιστής και έζησε την εποχή τού Μ. Αλεξάνδρου.
9)Εννοώντας το χωράφι του, τα ψάρια και τον ουρανίσκο του.
10)Το βάραθρον ήταν παλιό λατομείο στα δυτικά τού λόφου των Νυμφών (σημερ. Αστεροσκοπείο), όπου γκρέμιζαν από τα πολύ παλιά χρόνια τους καταδικασμένους σε θάνατο για ιερόσυλες πράξεις και πολιτικά αδικήματα. Εξαφανίστηκε μετά από εντατική λατομία κατά τον 19ο αι.
11)Βλ. και το πρώτο παράθεμα από το Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι του Αριστοτέλη για το έντομο οἶστρος στο άρθρο μας: https://www.periou.gr/georgia-papadaki-oistrilatos-oistrodionitos/
