Στο παρόν άρθρο παραθέτουμε φυτά τα ονόματα των οποίων διασώζονται στη νέα Ελληνική αυτούσια ή παραλλαγμένα.
Ἡ ἀμυγδαλέα-ῆ= η αμυγδαλιά.
Ὁ ἄρακος= ο αρακάς. Οι ανασκαφές στη Θήρα έχουν δείξει ότι το διαιτολόγιο των Θηρέων περιελάμβανε κριθάρι, σιτάρι, φακές και αρακά, είδη που καλλιεργούσαν.
Ἡ ἀνδράχνη, ἀνδράχλη= η αντράκλα ή γλιστρίδα. Στον Γαληνό, στο Περὶ τῶν ἐν τροφαῖς δυνάμεων διαβάζουμε ότι (634): ὡς φάρμακον δ’ αἱμωδίαν ἰᾶται, ως φάρμακο θεραπεύει το μούδιασμα των ούλων.
Ἡ ἄμπελος= το αμπέλι (← μεσαιων. ἀμπέλιν ← ἀμπέλιον, υποκοριστικό τού ἄμπελος). Στον Πίνδαρο ο οίνος αποκαλείται (Ο. 7. 3.) δρόσος ἀμπέλου. Ἡ σταφυλή= το σταφύλι (← μεταγενέστερο σταφύλιον, υποκοριστικό τού σταφυλή), και ἡ σταφίς/ἀσταφίς → η σταφίδα. Σε ένα χαριτωμένο ερωτικό επίγραμμα ο άγνωστος ποιητής του γράφει (Παλατινή Ἀνθολογία V, 304):
Ὄμφαξ οὐκ ἐπένευσας· ὅτ’ ἦς σταφυλή, παρεπέμψω.
μὴ φθονέσῃς δοῦναι κἂν βραχὺ τῆς σταφίδος.
Σαν ήσουν αγουρίδα, δεν μου ’γνεψες με νόημα·
σαν ήσουν ώριμο σταφύλι, μ’ έδιωξες.
Μην αρνηθείς λιγάκι απ’ τη σταφίδα να μου δώσεις.
Τὸ ἄνηθον/ἄννηθον= ο άνηθος. Στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη ένας απατημένος σύζυγος ἔτριβε κεδρίδας, ἄννηθον, σφάκον, έτριβε κεδροκούκουτσα, άνηθο και φασκομηλιά, ετοίμαζε δηλαδή ένα στυπτικό παρασκεύασμα για την άπιστη γυναίκα του.
Ὁ ἀσφόδελος, κοινώς σφερδούκλι. Είναι λέξη προελληνικής προέλευσης. ΄Ηταν σύμβολο πένθους, και το έσπερναν κοντά σε τάφους, γιατί επικρατούσε η αντίληψη ότι οι ψυχές των νεκρών τρέφονταν από τους κονδύλους του. Ο ΄Ομηρος στην Ὀδύσσεια αναφέρει (λ 539) τον ἀσφοδελὸν λειμῶνα, το γεμάτο από ασφοδέλους λιβάδι όπου κατοικούν οι ψυχές.

Ἡ ἀχράς-άδος= η αγριοαχλαδιά ή αγριοαπιδιά και το άγριο αχλάδι (←μεσαιων. ἀχλάδιον ← ἀχράδιον, υποκοριστικό τού ἀχράς). Σε μία άλλη κωμωδία τού Αριστοφάνη, τις Ἐκκλησιάζουσες, ο ήρωάς του Βλέπυρος αποπατεί λέγοντας στον γείτονά του (στ.354-355):
νῦν δέ μοι
ἀχράς τις ἐγκλείσασ’ ἔχει τὰ σιτία.
και τώρα
ένα άγριο απίδι μου ’ χει στουμπώσει τα φαγιά [που έχω φάει].
Ὁ ἀσπάραγος/ἀσφάραγος= το σπαράγγι (← μεσαιων. ἀσπαράγ(γ)ιον, υποκοριστικό τού ἀσπάραγος).
Ἡ ἀνεμώνη.
Τὸ βλίτον= το βλίτο. Η μεταφορική έννοια της λέξης «ανόητος», «κουτός» είναι μεταγενέστερη.
Ὁ βολβός. Ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές του σημειώνει ότι κατά τον Σίφνιο γιατρό Δίφιλον (65b): « οἱ βολβοὶ δύσπεπτοι μέν εἰσι,[…] διεγερτικοὶ δ’ ἀφροδισίων». Οι βολβοί είναι μεν δύσπεπτοι, […] διεγείρουν δε σε σαρκικές απολαύσεις.
Ἡ βάτος= o βάτος. Άλλο ένα επίγραμμα επίσης αγνώστου ποιητή (Παλατινή Ἀνθολογία ΧΙ 53):
Τὸ ῥόδον ἀκμάζει βαιὸν χρόνον·ἢν δὲ παρέλθῃ,
ζητῶν εὑρήσεις οὐ ῥόδον, ἀλλὰ βάτον.
Το τριαντάφυλλο λίγο καιρό ανθίζει· αν δε περάσει,
αναζητώντας το θε νά βρεις όχι τριαντάφυλλο μα βάτο.
Ἡ δάφνη= κοινώς βάγια. Λέξη προελληνικής καταγωγής. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Δάφνη ήταν κόρη τού Πηνειού, νύμφη που αγάπησε ο Απόλλων και η οποία, καθώς την καταδίωκε ο θεός, μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο φυτό, το ιερό δέντρο τού Απόλλωνα. Η αποτροπαϊκή δύναμή της ήταν γνωστή στις πρακτικές μαγείας, στον δε ναό τού Απόλλωνα στους Δελφούς υπήρχε εσωτερικός βωμός με αναθυμιάσεις από δάφνη. Στη ραψωδία ι της Ὀδύσσειας το σπήλαιο του Κύκλωπα περιγράφεται (στ183): ὑψηλόν, δάφνῃσι κατηρεφές, ψηλό με δάφνες σκεπασμένο. Και από την Ὀδύσσεια στην «Αναφορά στον Γκρέκο» του Καζαντζάκη και την ποιητική διατύπωση: «΄Οπου πάω κι όπου σταθώ, κρατώ, ανάμεσα στα δόντια μου σαν φύλλο δάφνη, την Ελλάδα».

Απόλλων και Δάφνη. Bernini
Τὸ δίκταμνον ή δίκταμον (πιθανόν από τη Δίκτη, το όνομα βουνού τής Κρήτης, όπου ευδοκιμεί το αρωματικό αυτό φυτό). Είναι συγγενικό με τη ρίγανη και τη μαντζουράνα. ΄Εχει πολλές θεραπευτικές ιδιότητες γνωστές από την αρχαιότητα, ιδιότητες στις οποίες αναφέρονται με θαυμασμό ο Ιπποκράτης, ο Αριστοτέλης κ. ά. Ο Αριστοτέλης μάλιστα παρατηρεί στο έργο του Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν (612a) ότι, όταν τα αγριοκάτσικα στην Κρήτη χτυπηθούν από βέλος, ζητεῖν τὸ δίκταμνον, αναζητούν το δίκταμο, γιατί πιστεύεται ότι αυτό προκαλεί την αποβολή των βελών από το σώμα.
Ἡ ἐλαία= η ελιά. Απαντά ήδη στη Μυκηναϊκή Γραμμική Γραφή Β με τον τύπο e-ra-wa= ἐλαῖFαι=ἐλαῖαι (πληθυντικός). Πιθανόν να είναι δάνειο μεσογειακής προέλευσης. Για την καταγωγή της ερίζουν η Αίγυπτος, η Συρία και η Μικρά Ασία. Η ελιά ήταν δέντρο αφιερωμένο στη θεά Αθηνά, η οποία λέγεται ότι πρώτη αυτή το φύτεψε στην Αττική, στην Ακρόπολη της Αθήνας, πρόκειται δε για τη λεγόμενη Μορία ἐλαία.1 Σε προγενέστερο άρθρο μας έχουμε κάνει λόγο για τον κότινον, την άγρια ελιά από την οποία γίνονταν τα στεφάνια με τα οποία στεφάνωναν τους νικητές στους Ολυμπιακούς αγώνες. Kαι ο Χορός ψάλλει στον Οἰποδα ἐπὶ Κολωνῷ ότι ευδοκιμεί στη χώρα αυτή (εννοείται η Αττική) (στ. 701): γλαυκᾶς παιδοτρόφου φύλλον ἐλαίας, η ελιά με το γλαυκό το φύλλωμα, η ελιά που τρέφει τα παιδιά.
Ὁ ἐρέβινθος=το ρεβίθι (←μεταγεν. ἐρεβίνθιον, υποκοριστικό τού ἐρέβινθος). Οι ἐρέβινθοι τρώγονταν ωμοί ή ψημένοι (τα νεότερα «στραγάλια») μετά το φαγητό ως επιδόρπιο. Ο φιλόσοφος και ελεγειακός ποιητής Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (580-470 π. Χ.) σε ένα ποιητικό απόσπασμά του αναπολεί μια χειμωνιάτικη ειδυλλιακή σκηνή (18D): να ’ναι κανείς δίπλα στη φωτιά, σε μαλακό κρεβάτι ξαπλωμένος, έχοντας την κοιλιά χορτάτη, γλυκό κρασάκι πίνοντας ὑποτρώγοντ’ ἐρεβίνθους […] και τρώγοντας στραγάλια με το πάσο του […]
Ἡ ἐλάτη= το έλατο.

Ὁ ἐλελίσφακος= η αλισφακιά (← ἀλίσφακας← μεσαιων. λελίσφακος← ἐλελίσφακος) ή φασκομηλιά.
Ὁ ἡδύοσμος (← ἡδύς= ευχάριστος + ὀσμή)= ο δυόσμος. Μπαχαρικό γνωστό ήδη στους Μινωικούς και Μυκηναϊκούς χρόνους, όπως και το θυμάρι, η ρίγανη, ο άνηθος, το κόλιανδρο, το κύμινο, ο μάραθος.2
Tὸ θύμον= το θυμάρι. Ο Πλούταρχος στο Περὶ εὐθυμίας επισημαίνει ότι (467 C): […] ταῖς μελίτταις μέλι φέρει τὸ δριμύτατον καὶ ξηρότατον ὁ θύμος, […]
[…] στις μέλισσες δίνει μέλι το πιο δριμύ και ξηρό φυτό, το θυμάρι […]
Και σε παλαιότερο άρθρο μας είχαμε αναφερθεί στο περίφημο στην αρχαιότητα αττικό μέλι, που προερχόταν από τον Υμηττό με τη χαμηλή βλάστηση και τα αρωματικά φυτά, ιδίως το θυμάρι.
Ἡ ἰτέα= η ιτιά. Από κλαδιά δέντρων, ιδίως ιτιάς, που πλέκονταν, κατασκεύαζαν αρχικά τις ασπίδες, γι’ αυτό και ονομάστηκε η ασπίδα « ἰτέα». Ο Θεόφραστος σημειώνει (Γ ΧΙΙΙ, 7): Πάρυδρον δέ καὶ ἡ ἰτέα καὶ πολυειδές· και η ιτιά φύεται κοντά σε νερά και έχει πολλά είδη.
Τὸ κρόμυον/κρόμμυον= το κρεμμύδι (← μεταγενέστερο κρομμύδιον, υποκοριστικό τού κρόμυον/κρόμμυον). Στην Ἰλιάδα, ραψωδία Λ, αντλούμε τη πληροφορία ότι (στ. 630): κρόμυον ποτῷ ὄψον, το κρεμμύδι τρώγεται ως προσφάι τού ποτού.
Ἡ κόμαρος= η κουμαριά.
Ἡ, Ὁ κέρασος= η κερασιά.
Ἡ κάππαρις-εως= η κάππαρη. Ο Πλούταρχος στο σύγγραμμά του Συμποσιακῶν διατείνεται ότι πολλοί ανόρεχτοι παίρνοντας ελιά τουρσί ⸺και συνεχίζει (687 D):
ἢ κάππαριν, γευσάμενοι ταχέως ἀνέλαβον καὶ παρεστήσαντο τὴν ὄρεξιν.
ή κάππαρη, με το που τα γεύτηκαν αμέσως συνήλθαν και ανέκτησαν την όρεξή τους.
Τὸ κύμινον= το κύμινο. Είναι λέξη σημιτικής προέλευσης που εμφανίζεται ήδη στη Μυκηναϊκή Γραφή με τον τύπο ku-mi-no.
Ἡ κινάρα= η αγκινάρα. «Ο Σοφοκλής στις Κολχίδες την ονομάζει κυνάραν» κατά τον Αθήναιο ( Δειπνοσοφισταὶ 70a).
Τὸ κορίαννον= το κόλιαντρο (← μεταγενέστερο κολίανδρον ← κορίανδρον ←κορίαννον). Επίσης μυκηναϊκή λέξη: ko-ri-ja-do-no. O Γαληνός (ό. π.) τονίζει σχετικά με την αγκινάρα ότι είναι καλύτερο, αφού τη βράσει κανείς, έτσι να την τρώει, ἐπεμβάλλοντα κορίαννον, προσθέτοντας κόλιαντρο, αν την τρώει με λάδι, γάρο και κρασί […]

Ἡ κυπάρισσος= το κυπαρίσσι (← μεταγ. κυπαρίσσιον, υποκοριστικό τού κυπάρισσος). Και η λέξη αυτή θεωρείται προελληνικής προέλευσης, απαντά δε στη Μυκηναϊκή Γραφή ως ku-pa-ri-so. Είναι το δέντρο τής θλίψης και του πένθους. Κατά τον μύθο Κυπάρισσος λεγόταν ένας ωραίος νέος που ζούσε παρέα με ένα ήρεμο ιερό ελάφι. Όταν κάποτε το σκότωσε κατά λάθος, παρακάλεσε τους θεούς και τον μεταμόρφωσαν σε δέντρο τής θλίψης. Το ρετσίνι που βγάζει είναι τα δάκρυα που χύνει για τον χαμό τού αγαπημένου του ζώου. ΄Εκτοτε το κυπαρίσσι έγινε το σύμβολο του πένθους.
Ὁ κισσ(ττ)ός. ΄Ηταν το ιερό φυτό του θεού Διονύσου, και στεφάνια από κισσό ήταν τα βραβεία που έδιναν στον ποιητή, τον χορηγό και τον πρωταγωνιστή των τραγωδιών και των κωμωδιών στις θεατρικές παραστάσεις. Η σύνδεση του κισσού με τον θεό προηγείται της γέννησής του από τη Σεμέλη, μία από τις κόρες τού Κάδμου, του βασιλιά τής Θήβας. Συγκεκριμένα, η Γη άφησε τον κισσό να φυτρώσει στους κίονες του παλατιού, για να προστατέψει το παιδί τής ένωσης του Δία με τη Σεμέλη από τις φλόγες που έζωσαν το παλάτι, όταν ο Δίας εμφανίστηκε μπροστά στην όμορφη βασιλοκόρη με τους κεραυνούς του.
Ἡ κριθή= το κριθάρι (μεταγεν. κριθάριον, υποκοριστικό τού κριθή). Πρόκειται για άλλη μία λέξη Μυκηναϊκή: ki-ri-ta. Aπό το κριθάρι έχουμε αναφέρει ότι οι Αιγύπτιοι παρασκεύαζαν τον ζύθο, μία δε παροιμία τού Αισώπου λέει:
Ἡ ὗς εἰς τοὺς ὀνείρους κριθάς βλέπει= το γουρούνι στα όνειρά του βλέπει κριθάρι, και η ερμηνεία τής παροιμίας είναι ότι ο καθένας βλέπει στο όνειρό του αυτά που ποθεί στον ξύπνιο του.
Τὸ κάρυον= το καρύδι. Με τη λέξη αυτή οι αρχαίοι αποκαλούσαν και κάθε καρπό με σκληρό φλοιό, διακρίνονται δε σε διάφορα είδη: κάρυα βασιλικά ή Περσικά ονομάζονται επίσης τα καρύδια· κάρυα Ποντικά ή λεπτοκάρυα= τα φουντούκια·3 κάρυα κασταναϊκά ή κασταναῖα 4= τα κάστανα· κάρυα πικρά= τα πικραμύγδαλα.
Ἡ κολοκύνθη= η κολοκυθιά ή το κολοκύθι (← μεσαιωνικό κολοκυνθέα ← κολοκύνθη). Και γι’ αυτή τη λέξη πιθανολογείται ότι προέρχεται από προελληνικές γλώσσες.
Τὸ κάρδαμον. Μυκηναϊκή λέξη: ka-da-mi-ja.
Ὁ κέγχρος= το κεχρί (← μεσαιωνικό κεγχρίον, υποκοριστικό τού κέγχρος).
Ἡ κέδρος= ο κέδρος. Το ξύλο του καιγόταν για την ευωδία του. Στη ραψωδία ε της Ὀδύσσειας ο Ερμής έρχεται στην Καλυψώ με εντολή τού Δία και τη βρίσκει μέσα σε μια σπηλιά όπου (στ.59-61):
Πῦρ μὲν ἐπ’ ἐσχαρόφιν μέγα καίετο, τηλόσε δ’ ὀδμὴ
κέδρου τ’ εὐκεάτοιο θύου τ’ ἀνὰ νῆσον ὀδώδειν
δαιομένων·
Φωτιά μεγάλη στην εστία άναβε, και μέχρι μακριά σε όλο το νησί
μοσχοβολούσε η μυρωδιά από τον κέδρο κι απ’ το καλόσχιστο το θύο5
που καιγόντουσαν·
Ὁ, Ἡ κρόκος.6
Τὸ κρίνον= το κρίνο οιουδήποτε είδους.
Ἡ κνίδη (← κνίζω= ερεθίζω, τσούζω)= η τσουκνίδα.
Ἡ κυκλάμινος (μεταγεν.)= το κυκλάμινο.

1)Βλ. σχ. 10 του άρθρου:https://www.periou.gr/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%bf%ce%ba%ce%bb%ce%ae-%ce%bf%e1%bc%b0%ce%b4%ce%af%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%82-%e1%bc%90%cf%80%e1%bd%b6-%ce%ba%ce%bf%ce%bb%cf%89%ce%bd%e1%bf%b7-%cf%83%cf%84-668-719-%ce%b2%ce%bb/
2)Βλ. και: https://www.periou.gr/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b7-%ce%b7%ce%b4%cf%85%cf%80%ce%bd%ce%bf%ce%bf%cf%83/
3)Φουντούκι: Πρόκειται για αντιδάνειο από την τούρκικη λέξη findik ← μεταγεν. Ποντικόν ( εννοείται κάρυον) ← Πόντος.
4)Λέγεται ότι το όνομα προήλθε από την Κασταναία, πόλη τού Πόντου.
5)Τὸ θύον: δέντρο του οποίου το ξύλο καιγόταν ως αρωματικό. Παραμένει αδιευκρίνιστο για το ποιο δέντρο ακριβώς πρόκειται.
6)Βλ σχ. 8 του άρθρου τού παραπάνω υπ’ αριθμ. 1 σχολίου.
(συνεχίζεται)
Γεωργία Παπαδάκη
