You are currently viewing Γιάννης Κολοκοτρώνης: Επαναξιολόγηση της Γλυπτικής του Χρήστου Καπράλου

Γιάννης Κολοκοτρώνης: Επαναξιολόγηση της Γλυπτικής του Χρήστου Καπράλου

Ο Χρήστος Καπράλος (Παναιτώλιο Αιτωλοακαρνανίας 1909 -1993) υπήρξε ένας γλύπτης βαθιάς εκφραστικότητας. Διαμορφωμένος από τη σκληρή πραγματικότητα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της κατοχής, του εμφυλίου και της φτώχειας στην Ελλάδα, δημιούργησε ένα μνημειώδες έργο γλυπτικής, στο οποίο αναδεικνύεται η δέσμευσή του να μην αναπαράγει την πραγματικότητα, αλλά να την ερμηνεύσει με οδηγό τα ανθρώπινα συναισθήματα και τη «μεγάλη του αγάπη για τον άνθρωπο» όπως είχε πει ο ίδιος.[1] Ως θεατές μιας άλλης εποχής, που κυριαρχείται από την ψηφιακή πληροφορία και τη γενετική, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Καπράλος, σε αντίθεση με ό,τι φοβόταν ο Πλάτων για τους καλλιτέχνες, δεν είχε στόχο να δημιουργήσει απλές ψευδαισθήσεις της πραγματικότητας. Αντίθετα, οδηγήθηκε από την επιθυμία να μοιραστεί τις βιωματικές του εμπειρίες με τον πλησίον του.

Αφού σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (1930-1934) στο εργαστήρι του Ουμβέρτου Αργυρού και γλυπτική στο Παρίσι (1934-1940) στο εργαστήρι του Μαρσέλ Ζιμόν, με την οικονομική υποστήριξη των αδελφών Παπαστράτου, επέστρεψε στην Αθήνα. Επιστρατεύθηκε στον πόλεμο του 1940, αποστρατεύτηκε και επέστρεψε στο Παναιτώλιο. Με την επιστροφή του στην Αθήνα το 1946, δημιούργησε το πρώτο του εργαστήρι στην οδό Τρίπου 7 στο Κουκάκι. Το 1962 μετεγκαταστάθηκε στην Αίγινα, όπου έστησε το γνωστό και πολύ-επισκέψιμο εργαστήρι του, στα Πλακάκια, το οποίο από το 1995 αποτελεί παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης. (https://www.nationalgallery.gr/artist/kapralos-christos/)

 

Εκεί στην Αίγινα, η περίφημη πνευματική παρέα Οδυσσέας Ελύτης – Γιάννης Μόραλης – Χρήστος Καπράλος – Νίκος Νικολάου στιγμάτισε το νησί και το κατέστησε ένα νέο πολιτιστικό διαμάντι του Αργοσαρωνικού.

Η πορεία του Χρήστου Καπράλου στην τέχνη είναι ένα ανεξάρτητο καλλιτεχνικό ταξίδι, μακριά από την αναπαραγωγή μιας σκληρής και απατηλής πραγματικότητας. Μέσα από στιβαρές χυτευτές, πέτρινες και ξύλινες μορφές γλυπτικής, προσπάθησε να μεταδώσει την ανθεκτικότητα και τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής, μια παράμετρος που καθιστά την τέχνη του διαχρονική. Αν και το έργο του κατακλύζεται από ανθρώπινες μορφές, η πραγματική εστίαση βρίσκεται στις ηθικές αξίες που ενσαρκώνουν τα άτομα και η κοινωνία στο σύνολό της.


©Copyright: Hellenic Parliament-Photographer: Aliki Eleftheriou
Athens-Greece

 

Ο Καπράλος δεν ενδιαφερόταν για τους γρίφους ή τα κρυφά εικονολογικά νοήματα στην τέχνη του, δεν χρησιμοποίησε μορφότυπα στις συνθέσεις του για να προκαλέσει ή να μπερδέψει το κοινό του όπως οι σουρεαλιστές, δεν έκανε κριτική στα μεταπολεμικά πρότυπα της ποπ εικονογραφίας. Αντίθετα, εντόπισε και διαχώρισε με σαφήνεια την ιδανική απομίμηση της πραγματικότητας από την ψυχολογική της ερμηνεία. Αντί να εμμένει στις ιδανικές μορφές της αρχαιότητας, ο Καπράλος δημιούργησε μια αριστοτέλεια εκδοχή της γλυπτικής: μια «Γλυπτική της Κάθαρσης». Με άλλα λόγια, επικεντρώθηκε στην ευεργετική και ψυχολογική λειτουργία της τέχνης, μια έννοια που πρώτος υποστήριξε ο Αριστοτέλης, αντί να ακολουθήσει το εξιδανικευμένο όραμα της πλατωνικής τέχνης.

Αυτή η προσέγγιση ευθυγράμμισε τον Καπράλο με τα διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, τη δεκαετία του 1950, κυρίως την Αφαίρεση και τον Αφηρημένο Εξπρεσσιονισμό, γεγονός που τον κράτησε στην πρώτη γραμμή της μεταπολεμικής ελληνικής τέχνης για πολλές δεκαετίες, και του εξασφάλισε μια σημαντική αναγνώριση στο εξωτερικό.

Το συνολικό έργο του Χρήστου Καπράλου μπορεί να χωριστεί σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα χαρακτηρίζεται από τη Ζωφόρο ή Το Μνημείο της Μάχης της Πίνδου. Το μνημειακό αυτό έργο, που το δούλεψε αρχικά σε γύψο μεταξύ 1940 και 1945 και αργότερα σε πωρόλιθο από το 1952 έως το 1956, εκτέθηκε το 1957 στην Αίθουσα της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών-Πειραιώς, στο Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού και από το 2003, έχει βρει μόνιμη θέση στο περιστύλιο της Βουλής των Ελλήνων. Η ζωφόρος, μήκους περίπου σαράντα μέτρων και ύψους ενός μέτρου και δέκα εκατοστών, περιλαμβάνει εκατόν είκοσι ανθρώπινες μορφές και μαζί με ακόμη περισσότερα δευτερεύοντα θέματα, αποτυπώνει την ουσία και τον ηρωισμό της Μάχης της Πίνδου. (https://www.hellenicparliament.gr/Enimerosi/Grafeio-Typou/Deltia-Typou?press=537a463f-8182-4ef7-8ee6-a70d00ee6919)

Σ’ αυτήν, εμπνευσμένος από τα αρχαϊκά ανάγλυφα και την επιτύμβια γλυπτική, ο Χρήστος Καπράλος χρησιμοποίησε τη γεωμετρία, την επιπεδικότητα και τη σχηματοποίηση για να αφηγηθεί τα κατορθώματα των νεοελλήνων που έγραψαν το Αλβανικό Έπος με τρόπο αιχμηρό και ευθύ. Η ζωφόρος είναι έντονα σχηματοποιημένη, γεγονός που μπορεί να την καταστήσει συναισθηματικά απόμακρη. Οι μορφές της παραμένουν αδιαπέραστες, αποφεύγοντας σκόπιμα την οικειότητα. Ο Καπράλος θυσίασε την προσωπική έκφραση για να εστιάσει την προσοχή του θεατή στην παρουσία: απρόσωπη, απροσδιόριστη και δημόσια. Οι μορφές αντιπροσωπεύουν ένα ολόκληρο έθνος που μάχεται για τα ιδανικά του, ενσαρκώνοντας ανώνυμους ήρωες που δεν επιδιώκουν την προσωπική αναγνώριση και έτσι δεν εξατομικεύονται. Στη ζωφόρο αναδεικνύεται και εξυμνείται η σημασία της λαϊκής συμμετοχής στον αγώνα. Οι μορφές ψηλόλιγνες με λεπτή μέση και τεντωμένο θώρακα, παρόμοιες με τα αιγυπτιακά ανάγλυφα, τις μινωικές τοιχογραφίες και τις επιτύμβιες στήλες μοιάζουν να συμμετέχουν σε μια συνεχή τελετουργία ηρωισμού, σαν να έχουν πλήρη επίγνωση ότι οι πράξεις τους θα τους καταστήσουν ήρωες. Αν και στο σύνολό της πρόκειται για μια βαριά από περιεχόμενο σύνθεση, η ζωφόρος αποκτά ελαφρότητα από την αλληλεπίδραση του φυσικού φωτός και της σκιάς.

Μια άλλη ενότητα έργων του Χρήστου Καπράλου, είναι τα σφυρήλατα και τα χάλκινα αφηρημένα γλυπτά που εκτέθηκαν στην Μπιενάλε Βενετίας το 1962, εγκαινιάζοντας μια εικοσαετή διεθνή καριέρα (1960 – 1980). Σ’ αυτή την ενότητα, ο Καπράλος εγκατέλειψε τις φυσικές και γεωμετρικές μορφές, δημιουργώντας αφηρημένες συνθέσεις, σκόπιμα ελλιπείς. Επιστρέφοντας στην αρχαία τεχνική του χαμένου κεριού που ξανάρθε στο προσκήνιο την περίοδο της Αναγέννησης, σχηματοποίησε, τόνισε και πύκνωσε τους όγκους των μορφών.

Η αίσθηση του ανολοκλήρωτου, μόνον του κορμού (τόρσο), όπως τα αγάλματα των ανασκαφών που τους λείπουν τα άκρα, και χωρίς φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά προκαλεί το κοινό να εμπλακεί με τους φόβους και τις αμφιβολίες του καλλιτέχνη, ευνοώντας μια κοινή συναισθηματική εμπειρία. Ο γλύπτης απελευθερώνει τις ποιητικές του ευαισθησίες, διαστρεβλώνοντας σκόπιμα τις αντικειμενικές περιγραφές για να δώσει προτεραιότητα στη συναισθηματική και εννοιολογική έκφραση έναντι της αντικειμενικής αναπαράστασης.

Μάνα και Κόρη (1961), Σύνθεση δύο καθιστών μορφών Ι (1961), Κρεμασμένη γυναίκα (1961), Λουόμενη (1963), Γυναίκα του Δρόμου (1963), Ανθρωπόμορφο κάθισμα (1965), Η πλύστρα (1970), Βιετνάμ I (1966), Βιετνάμ VIII (1968), Πληγωμένος Οπλίτης – Βιετνάμ (1968), Πληγωμένη Νίκη (1970)  Κυκλική Σύνθεση Ι (1978), Αχιλλέας και Έκτορας (1972)

είναι θέματα που εξερευνούν το ανθρώπινο συναίσθημα, τους οικογενειακούς δεσμούς και τους κοινωνικούς ρόλους, αγγίζουν τον πολιτικό σχολιασμό σε σημαντικά ιστορικά γεγονότα της περιόδου (Πόλεμος του Βιετνάμ), εμβαθύνουν στις προσωπικές εμπειρίες, ξαναγυρίζουν στην Ομηρική εποχή των θεών και των ηρώων. Κι όλα αυτά τα χυτεμένα γλυπτά, μέσω της σκόπιμης παραμόρφωσης και της αφαίρεσης, συνθέτουν ένα πολυδιάστατο έργο αναφοράς του Χρήστου Καπράλου, έναν προβληματισμό για την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και τον αντίκτυπο της ιστορίας στον άνθρωπο και την κοινωνία.

Μια τρίτη αξιοσημείωτη ομάδα έργων, είναι τα μνημειακά ξυλόγλυπτα από ευκάλυπτο, με την οποία καταπιάνεται από το 1965 και περιλαμβάνει την Παρωδία από το Αέτωμα της Ολυμπίας (1971-1972) και το υπερφυσικό σύμπλεγμα της Σταύρωσης με τον Χριστό ανάμεσα στους δύο ληστές (1973-1974). Ο κορμός ευκαλύπτου, γνωστός για την ανθεκτικότητα, τη δύναμη, την κομψότητα και τη μακροζωία του, άνοιξε το δρόμο στις μνημειώδεις διαστάσεις των γλυπτών του.

Τα δέκα ξυλόγλυπτα της Παρωδίας στέκονται στον αντίποδα του δυτικού αετώματος του ναού του Διός στην Ολυμπία. Αν στην Ολυμπία, ο δυναμισμός και η ομορφιά των Λαπιθών συγκρούονται με τη δυσμορφία και την αποκρουστικότητα των Κενταύρων, ενταγμένα σ’ ένα ιδεαλιστικό και αρμονικό πλαίσιο πολεμικής σύγκρουσης, οι σκαλιστές μορφές της Παρωδίας του Καπράλου, παρά την αφηρημένη φύση τους, αποπνέουν έναν οργανικό δυναμισμό και ένταση. Σε αντίθεση με την ηδυπαθή και εξιδανικευμένη φυσιογνωμία των μαρμάρινων γλυπτών της Κενταυρομαχίας, ο Χρήστος Καπράλος προτίμησε τις εκφραστικές εξπρεσιονιστικές παραμορφώσεις, εγκατέλειψε την αφηγηματική ροή και έδωσε προτεραιότητα στην υπερμεγέθη κλίμακα.

Τα ξυλόγλυπτα της Παρωδίας σχηματίζουν ένα γιγάντιο αέτωμα, μια σύγχρονη ερμηνεία των μυθικών επών μέσα από το μέγεθός τους, τις δυναμικές κινήσεις τους και τις παραμορφώσεις τους. Μέσω αυτών των επιλογών, ο Καπράλος, μας δίδαξε να αντιλαμβανόμαστε την κλίμακα, όχι αμφισβητώντας τα κλασικά πρότυπα αλλά αγαπώντας τον άνθρωπο. Όπως έλεγε: «ο τρόπος να πλησιάσουμε τους αρχαίους γλύπτες δεν είναι να κάνουμε συνθέσεις που να μοιάζουν με τις δικές τους. Είναι η αγάπη στον άνθρωπο, όπως την είχαν κι αυτοί.»

Στο περίφημο ξύλινο σύμπλεγμα της Σταύρωσης, μια δραματική ερμηνεία του θείου πάθους με επιρροές από τη γοτθική γλυπτική, όπως ορθά παρατήρησε η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα[2], ο Χριστός αποδόθηκε σε ανεστραμμένη θέση σαν να κρέμεται από τα πόδια του, με τους ληστές σε όρθια στάση. Αυτή η σύνθεση αποκτά ένα σύγχρονο και επίκαιρο νόημα. Το αξιοσημείωτο είναι ότι, για να ενισχύσει την ένταση της σύνθεσης στο χώρο, ο Καπράλος δεν δίστασε να σκάψει 1 έως 1,5 μέτρο από το δάπεδο του εργαστηρίου του στην Αίγινα, δημιουργώντας μια εντυπωσιακή αντίθεση μεταξύ της κλίμακας των ξυλόγλυπτων και του δαπέδου. Αυτός ο καινοτόμος σκηνογραφικός σχεδιασμός, που ενσωμάτωσε τις εντάσεις των γλυπτών στον υπόγειο ανοιχτό χώρο, ήταν μοναδικός. Παρέπεμπε απευθείας στον Άδη.

 

Σήμερα, η ανθρωποκεντρική γλυπτική του Καπράλου που γεννήθηκε σε μια εποχή συντροφικότητας και ρομαντισμού, καταδεικνύει πειστικά την ανάγκη μας για μια τέχνη που να συλλαμβάνει την ουσία της εποχής και να δημιουργεί εικόνες οραματικές, κοινωνικής σύμπνοιας και ελπίδας.

Γιάννης Κολοκοτρώνης
Καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Δυτικής Τέχνης, Δ.Π.Θ. / Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών

 

[1] Χρήστου, Χ. (25 Μαρτίου 1995). Χρήστος Καπράλος, το Μνημείο της Μάχης της Πίνδου [Ομιλία, Έκτακτος Συνεδρία της 28ης Μαρτίου 1995]. Ακαδημία, Αθηνών. https://digitallibrary.academyofathens.gr/archive/item/11771?lang=el
[2] Λαμπράκη Πλάκα, Μ. (2016). Γιάννης Μόραλης Χρήστος Καπράλος, Μια φιλία ζωής και τέχνης. Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

This Post Has One Comment

  1. Δεν γνώριζα παρά ελάχιστα έργα του Καπράλου από την εποχή του ’60. Εξαίρετος γλύπτης όχι μόνο για τα έργα του, αλλά επίσης για τη θέση ζωής, το ήθος του και “τον αντίκτυπο της ιστορίας στον άνθρωπο και την κοινωνία” όπως τα ξεδιπλώνει και μας τα αποκαλύπτει ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Κολοκοτρώνης. Σε αποπνικτικούς καιρούς χρειάζονται οι βαθιές ανάσες, όπως αυτή!

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.