You are currently viewing Γιούλη Ζαχαρίου: Από την πλευρά των κοριτσιών*  (σκέψεις πάνω στην ταινία ‘’Ο Ήχος της Πτώσης’’)

Γιούλη Ζαχαρίου: Από την πλευρά των κοριτσιών* (σκέψεις πάνω στην ταινία ‘’Ο Ήχος της Πτώσης’’)

‘’Πώς μπορεί κάτι να πονάει όταν δεν υπάρχει πια;’’ Ο χρόνος είναι διαπερατός από την οδύνη. Το παρελθόν αιωρείται σαν δυσοίωνη σκιά πάνω από το παρόν. Το διαγενεακό τραύμα κληροδοτείται σιωπηλά και αναπόφευκτα, οι νεότεροι απορροφούν τη διαγενεακή ενοχή χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Το σώμα ‘’θυμάται’’, η ψυχή επίσης, το τραύμα επιστρέφει ως ασυνείδητη ταύτιση, ως εμμονή, ως φοβία ή ως σωματικό σύμπτωμα. Η πανίσχυρη σωματική μνήμη διασώζει ένα άγγιγμα, ένα βλέμμα, ένα άκουσμα, μια μυρωδιά. Αφανώς, μέσα από επαναλαμβανόμενες κινήσεις, από τη στάση του σώματος, ακόμη και μέσα από ακούσιες σωματικές αντιδράσεις, το παλιό τραύμα διαιωνίζεται.

 

Στη δεύτερη ταινία  της Mascha Schilinski ‘’Ο Ήχος της Πτώσης’’ τέσσερα κορίτσια από  διαφορετικές γενιές, από την ίδια οικογενειακή ρίζα αλλά με ασαφή τη συγγένεια, ζουν στο ίδιο αγροτόσπιτο της γερμανικής υπαίθρου, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Τα θραύσματα της ζωής της καθεμιάς παρουσιάζονται χωρίς χρονολογική σειρά, αλλά οι ιστορίες τους και οι ατμόσφαιρες συνυφαίνονται, οι ζωές των κοριτσιών αλληλοαντικατοπτρίζονται, οι χρονικές περίοδοι ρέουν η μια μέσα στην άλλη, σαν να συμβαίνουν όλα μέσα στον ίδιο αφηγηματικό χρόνο και οι ηρωίδες να είναι οι διαφορετικές εκφάνσεις μιας και μόνης γυναικείας μορφής. Με μια τολμηρή συνειρμική εκδίπλωση εικόνων, ήχων και αφήγησης, με δομή σκόπιμα ελλειπτική, η ταινία είναι μια σπάνια αισθητηριακή εμπειρία, ένα καλειδοσκόπιο αισθήσεων και συναισθημάτων.

Η Άλμα, η Έρικα, η Αντζέλικα και η Λένκα κληρονομούν το διαγενεακό τραύμα του φύλου τους, σαν να μην κόπηκε ποτέ ο ομφάλιος λώρος που τις συνδέει με τις έμφυλες οικογενειακές εμπειρίες του παρελθόντος. Εκτός από τον κοινό χώρο του αγροκτήματος, μοιράζονται τον μυστικό κόσμο της προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας, που στοιχειώνεται από την επιθυμία και την ιδέα του θανάτου και πειραματίζεται για να τα κατανοήσει. Ο θάνατος είναι παρών σε διάφορες μορφές, το σεξ λειτουργεί ως αόριστη λαχτάρα, ως οδυνηρή επίθεση ή ανελέητο κυνήγι. Τα κορίτσια αναπτύσσονται, επιθυμούν, αντιστέκονται, απαρνούνται, αποσύρονται – και τίποτα από αυτά δε γίνεται ανώδυνα. Οι ζωές τους χωρίζονται από δεκαετίες, μοιράζονται όμως ένα κοινό πεπρωμένο, μοίρες συνδεδεμένες με ένα αόρατο νήμα, μια αδελφότητα μυστική, έναν κρυφό κώδικα.Ο θεατής διακρίνει τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα καταπίεσης, παραβίασης, απειλών, παραμέλησης, ανασφάλειας, ‘’ακούει’’ τις κοριτσίστικες σιωπηλές κραυγές. Την ανήσυχη εφηβική φαντασία τους διατρέχει μια έντονη τάση για αυτοδιαγραφή –  συνέπεια απελπισίας, ανάγκης να γίνουν ορατές, ακόμη και να ‘’εκδικηθούν’’ αυτούς που τις πλήγωσαν.

Οι εσωτερικοί κραδασμοί, τα ‘’φαντάσματα’’,  που δεν είναι παρά τα φευγαλέα ίχνη μιας μνήμης που επιμένει, τα οράματα που γεννά το υποσυνείδητο τους, τα βιώματα που επινοούν για να ψηλαφήσουν την πραγματικότητα – αυτός είναι ο μυστηριακός κόσμος των κοριτσιών, όπως τους κληροδοτείται από την έμφυλη συλλογική μνήμη· ένας κόσμος επιθυμίας και στέρησης κάτω από τον άτεγκτο πατριαρχικό έλεγχο, μέσα σε ένα κλίμα αποσιωπήσεων, απαγορευμένων συναισθημάτων και φόβου.

Η ταινία ιχνηλατεί την ακούσια βίωση του κληρονομικού τραύματος και την επώδυνη προσπάθεια υπέρβασης του. Αν το τραύμα δεν βιωθεί, δεν είναι δυνατή η λύτρωση. Αν δεν πάψει να είναι άρρητο και δεν αναγνωριστεί, αν δεν βιωθούν – συνήθως οδυνηρά – τα συναισθήματα που βιάστηκαν, διαστρεβλώθηκαν ή ανακόπηκαν, αν δεν υπάρξει ‘’πτώση’’, δεν υπάρχει προοπτική  αυτοπροσδιορισμού, ελεύθερων επιλογών, συνειδητής άρνησης να παραδώσεις στους επόμενους τη βαριά σκυτάλη που παρέλαβες από τους γεννήτορες, συνειδητής βούλησης να είσαι εσύ ο κρίκος της αλυσίδας που θα σπάσει. Σε αυτές τις οδυνηρές και λυτρωτικές καταβυθίσεις εστιάζει η σκηνοθέτης  και συν-σεναριογράφος.

Δεν ξέρω να ορίσω ακριβώς σε ποιους απευθύνεται, ποιο είναι το κοινό αυτής της πολύ ιδιαίτερης και πολυεπίπεδης ταινίας, που τιμήθηκε με το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών και ήταν  η φετινή γερμανική υποψηφιότητα για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας.  Δε θα τη σύστηνα εύκολα, ξέροντας πόσο λίγοι έχουν την επιθυμία και την αντοχή να περιηγηθούν σε τέτοια ψυχολογικά και κινηματογραφικά κλίματα· κάνω μόνο την εικασία ότι ίσως απευθύνεται σε αυτούς που μπορούν να αντέξουν και να εσωτερικεύσουν τα βλέμματα των κοριτσιών, όταν αυτά κοιτάζουν ευθέως την κάμερα ζητώντας επίμονα να ξεφύγουν από τη λήθη.

*Ο τίτλος είναι δάνειος από το ομώνυμο βιβλίο την Elena GianniniBellotti που διαβάζαμε με πάθος όταν ήμασταν κι εμείς κορίτσια.

 

Γιούλη Ζαχαρίου

This Post Has One Comment

  1. Α, Γιούλη μου, θαυμάσια παρουσίαση ενός πολύ ενδιαφέροντος θέματος και ταινίας… Ποτέ δεν θα σωθούμε από τον ήχο της πτώσης μας, αν δεν αλλάξει η συμπεριφορά όλων μας, αν δεν γίνουμε πιο τρυφεροί όλοι, άντρες και γυναίκες. Όσο η ανθρωπότητα ζει με πολέμους, ανταγωνισμό, βία και παραπλάνηση, η δυστυχία των φύλων, και των δυο φύλων, είναι δεδομένη. Η δυστυχία των γυναικών και των κοριτσιών είναι το δικό μας κεφάλαιο, η μοίρα μας. έχω γράψει ένα βιβλίο, μου είπαν αυτό που διοαπιστώνεις πικρά σχετικά με το κοινό, ‘Δεν πουλάνε τα γυναικεία…’

Γράψτε απάντηση στο Μαριάννα Παπουτσοπούλου Ακύρωση απάντησης

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.