You are currently viewing Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης: Πέντε ποιήματα

Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης: Πέντε ποιήματα

ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΕΝΗΣ ΠΟΛΗΣ  

 

Αεροπλάνα ρίχνουν σάκους με τρόφιμα,

η βομβαρδισμένη πόλη ν’ αντέξει.

Άλλοι σάκοι στα βαθιά, άλλοι στα ρηχά

και τρέχει η οικογένεια στην ακτή,

ο πατέρας, η μητέρα, το οχτάχρονο αγόρι.

 

Θολώνει και σκοτεινιάζει ο ορίζοντας,

το παιδί πέφτει στο νερό, κολυμπά

με χεράκια αδύναμα ν’ αγγίξει ένα σάκο

στην άβυσσο.

Δυο χεράκια πάνω απ’ το νερό, ένα, κανένα.

 

Στο βάθος ένα κίτρινο καπέλο αγοριού

επιπλέει και μού γνέφει,

ενώ δυο δελφίνια δίνουν στροφές

γύρω απ’ το καπέλο

όπως κάνουν για την Αφροδίτη

όταν την καλούν ν’ αναδυθεί απ’ τους αφρούς.

 

 

 

ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ      

 

Μαθητής στο στούντιο τηλεόρασης

παίζω φυσαρμόνικα και σε φαντάζομαι

να χορεύεις τον σκοπό μπρος στην οθόνη σου.

 

Ήθελα να σου στέλνω ήχους μαγικούς

κι απαλά ν’ ανοιγοκλείνεις τα ματόκλαδα.

Ο κήπος του έρωτα, αντί με νερό, ποτίζεται

με νότες από μακριά από χείλη υγρά.

 

Εισπνέω και εκπνέω στις οπές της φυσαρμόνικας

σαν κόσμος χαράς εισβάλλω στον ιππόκαμπό σου,

μεγαλώνουν τα χέρια μου να σμίξουν στα δικά σου.

 

 

ΕΔΩ ΥΠΑΡΧΩ

 

Δεν ξέρω αν ζω ή αν μιλώ από άλλη ζωή.

Ό,τι κι αν συμβαίνει, βλέπω κάτι σαν παράδεισο

με ίδια ποτάμια, δένδρα, πουλιά, νότες, ευωδίες,

μόνο που ο λύκος στρώνει στο αρνί να κοιμηθεί,

κι εγώ πασκίζω να δαμάζω το μέσα μου τέρας.

 

Αα, εδώ ακούω τη σιωπή της ζωής,

ο αέρας κουνάει σε κούνια μελίσσι και κήπο,

εδώ αν σπείρω στάχτη θα βλαστήσει ξύλο,

εδώ διαβάζει ο Μπόρχες¹, ακούει ο Μπετόβεν.

 

Δεν διακρίνω διαδίκτυα, συρματοπλέγματα,

ενώ μια αράχνη κεντά ιστό ν’ αδράξει το κενό.

 

Γκρεμνοί υπάρχουν κι εδώ· στις άκρες τους

ελιές απλώνουν κλαδιά να τ’ αρπάξω να σωθώ,

ροδιές διδάσκουν πώς με έρωτα να πολλαπλασιάζω,

οι άγγελοι άδουν από παπύρους στα ελληνικά.

 

Πρώτιστα, εδώ μου επιτρέπεται να ερωτεύομαι

με την ίδια ευκολία, όπως αναπνέω και ιδρώνω,

να φαντάζομαι στον καθρέφτη την αθώα νιότη.

 

Τι να φιλοσοφώ για χρόνο και χώρο; Εδώ υπάρχω.

 

  1. Χόρχε Λουίς Μπόρχες ‘Πάντα φανταζόμουν τον παράδεισο σαν ένα είδος βιβλιοθήκης’

 

 

 

ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΑΛΛΟΣ          

 

Ποιος παίρνει τη θέση μου;

Είμαι εγώ εκείνος ο άλλος;

 

Δεν τον κάλεσα κι όμως είναι εδώ,

τρέχει δίπλα μου, αχνά βλέπω ίχνη του,

δεν ακούω βήματα, μόνο ένα ‘άου’ από τραύμα,

στο σκοτάδι χάνονται οι σκιές, εκείνος γελά!

Λασπωμένα παπούτσια – να ’ναι δικά του;

 

Τα βράδια κοιμάμαι στη δεξιά πλευρά,

στριφογυρίζει, γέρνει στο μέρος της καρδιάς,

φυσάει σαν αγέρας και με σηκώνει να γράφω,

ξεχνιέμαι εγώ στη γραφή, ποτίζει εκείνος τον κήπο,

σαν αγωνιώ για ασήμαντα, ζυμώνει ψωμί και γελά.

Όταν σιωπώ τον ακούω να λέει «Εμείς, αντί εσύ»,

μετά να επεκτείνει: «Όλοι, αντί εμείς. Τ’ ακούς;»

 

Ποιος παίρνει τη θέση μου; Είμαι ο άλλος μου;

Όταν με κηδεύουν, θα τον νιώθω όρθιο

ν’ απαγγέλλει δείχνοντας τ’ άστρα.

 

ΤΕΧΝΟΥΡΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ    

 

Δαίμονες κι άγγελοι αναπαύονται, αυτός ξαγρυπνά,

γλιστρά στο σκοτάδι με πρόχειρα ρούχα δουλειάς,

με φακό και σύνεργα,λες κι είναι τυμβωρύχος.

Σκοντάφτει σε κάτι σαν πέτρα και τη μαζεύει,

έχει όψη ασήμαντη, θολή, με άχαρες πλευρές.

Ούτε τεχνίτης είναι, ούτε επιστήμων,

όμως παίρνει τα εργαλεία και τη δουλεύει,

της φτιάχνει πολλές συμμετρικές επιφάνειες,

τις γυαλίζει… και μέσα απ’ το διαμαντένιο πρίσμα

διαπερνά ανάλαφρα το φως των αστεριών.

 

Κάποια μέρα θα τον πουν ποιητή,

μια που έκανε χρήση ύλης ταπεινής

και την τεχνούργησε έτσι ώστε

το φως να τη διαπερνά.

 

 

Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

 

23 Απρίλη, 2026

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.