You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Φρανκ Βέντεκιντ και το μυθικό τέρας του Πόθου

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Φρανκ Βέντεκιντ και το μυθικό τέρας του Πόθου

Η ποίηση του πεσιμισμού είναι η αγάπη για τη ζωή

Φρανκ Βέντεκιντ

 

Ήταν η τρομερή ζωντάνια αυτού του ανθρώπου, η ενεργητικότητά του, που του έδινε αυτό το προσωπικό του χάρισμα. Δεν έμοιαζε θνητός. Αν δεν δω ο ίδιος να το θάβουν δεν θα πιστέψω ότι πέθανε.

Μπέρτολτ Μπρεχτ, 1918

 

 

 

 

Η ΕΠΟΧΗ

 

Στη δεκαετία πριν από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν στη Γερμανία κυβερνούσε ο τελευταίος Κάιζερ, ο στερνός εκπρόσωπος της μακραίωνης βασιλείας του Οίκου του Χοεντσόλλερν, τελευταίος γερμανός αυτοκράτορας, ενώ απ’ τη μια μεριά η οικονομία αναπτυσσόταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, ο στρατός είναι  μεγάλος και ισχυρός, οι νέες ανακαλύψεις κάνουν ευκολότερη τη ζωή των αστών, από την άλλη ο αντισημιτισμός γιγαντώνεται, ο εθνικισμός διογκώνεται και εξαπλώνεται και τα ήθη παραμένουν δέσμια της  χριστιανικής ηθικής.

Όλο αυτό το αντιδραστικό πλέγμα συναντά την πολιτισμική αντίδραση, βίαιη και έντονη, των προοδευτικών καλλιτεχνών και διανοουμένων, οι οποίοι υπερτερούσαν των υποστηρικτών της κατεστημένης τάξης. Όλοι οι αξιόλογοι καλλιτέχνες της εποχής τάχθηκαν ενάντια στον αποπνιχτικό, όζοντα στόμφο των θεσμών που καμάρωναν μαζί με τους λειτουργούς τους για την ισχύ τους αυτάρεσκα. Η υποκρισία της αστικής τάξης συναντούσε την αλαζονεία της στρατιωτικής κάστας, σίγουρης για περιφανείς νίκες σε επικείμενο πιθανό πόλεμο.

Ο καλλιτεχνικός κόσμος ήταν αδιάλλακτος ενάντια στην άκρα καλλιτεχνική συντηρητικότητα που περιθωριοποιούσε, απομόνωνε και καταδίκαζε σε ανασφάλεια και στη μη προβολή του έργου των καλλιτεχνών που μάχονταν τους μηχανισμούς που ήταν φτιαγμένοι για να τους καταπιέζουν.

Ο κυριότερος στόχος του Φρανκ Βέντεκιντ στρεφόταν ενάντια στην υποκριτική και γελοία αστική τάξη και την ηθική της που εννοούσε να παραμερίσει κάθε νέα τάση που τολμούσε να εμφανιστεί προσπαθώντας να διατηρήσει τα προνόμια και εντέλει την επιβίωσή της. Όπλο του σημαντικού αυτού καλλιτέχνη στάθηκε η εξύμνηση της δύναμης του σεξουαλισμού που η αστική ηθική με την κυρίαρχη λογική της και οι δομές που είχε δημιουργήσει κατέπνιγαν την ανθρώπινη σεξουαλικότητα και τα ζωτικά ένστικτα. Ενώ η θρησκεία εννοούσε να περιορίσει και να εξοβελίσει ει δυνατόν ό,τι ζωντανό και υγιές ένωνε τον άνθρωπο με τη ‘φύση’ του, θεωρώντας τη σεξουαλική πράξη κάτι βρώμικο, αμαρτωλό, καταδικαστέο που πρέπει να περιορίζεται στην αναπαραγωγή για τη διαιώνιση του είδους παραμερίζοντας ή αφανίζοντας την απόλαυση, την ηδονή ως νοσηρή και διεστραμμένη πράξη.

Όλα τα έργα του Φρανκ Βέντεκιντ επικεντρώνονται ακριβώς στη μάχη ενάντια στους ασφυκτικούς κανόνες που επέβαλε  η ‘καλή’ κοινωνία για την επικράτηση του δικαιώματος στη ζωή και τον Έρωτα.

Ο Βέντεκιντ θεωρήθηκε τοιουτοτρόπως ανατροπέας της ηθικής και τα κείμενά του λογοκρίνονταν, δεν ανάβαιναν παρά μόνο σε περιθωριακές σκηνές ή καθυστερούσαν να παρουσιαστούν.

 

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

 

Το θεατρικό του έργο – το πρώτο μάλιστα – Το Ξύπνημα της Άνοιξης θεωρήθηκε πρωτοποριακό όχι μόνο για τη θεματική του αλλά και για τη δομή, το ύφος και την αισθητική του. Πρωταγωνιστές του είναι έφηβοι που προσπαθούν να εκφραστούν συναισθηματικά, κοινωνικά, σεξουαλικά αλλά έτσι ακαθοδήγητοι που είναι καταστρέφονται μη μπορώντας καν να ζήσουν με κάποια πληρότητα.

Ένα από τα πρόσωπα του έργου οδηγείται στην αυτοκτονία, ένα άλλο στο θάνατο επειδή η κοπέλα του υποβάλλεται σε άμβλωση, ενώ κάποιο άλλο σε παράκρουση εξαιτίας των βασάνων που προκαλούνται από τα σαρκικά ερεθίσματα. Το έργο έχει μια κάπως χαλαρή, όχι πάντως συνεκτική δομή και ξετυλίγεται σε σύντομες γραμμικές διαδρομές. Η γλώσσα του κινείται ανάμεσα στο γκροτέσκο και στο λυρισμό. Ανάμεσα στο νατουραλιστικό δράμα  ή στο αλλόκοτο στοιχείο και τη γελοιοποίηση του γκροτέσκο. Στο έργο του ο Φρανκ Βέντεκιντ αποφεύγει το ρητορισμό, τον στόμφο, τους υψηλούς τραγικούς τόνους που χαρακτηρίζουν το παραδοσιακό αστικό δράμα. Το έργο προαναγγέλλει την εισβολή του φροϋδισμού στο θέατρο και την επήρεια του Νίτσε που τότε αρχίζει να διαβάζεται.

Το 1891 γράφτηκε το Ξύπνημα της Άνοιξης αλλά απαγορεύτηκε. Παραστάθηκε το 1906 σε σκηνοθεσία του Μαξ Ράινχαρντ στο «Κάμερσπιλε», αν και είχαν αφαιρεθεί αρκετές ‘ενοχλητικές’ σκηνές του.

 

ΛΟΥΛΟΥ

 

Για τον Πιέρ Ζαν Ζουβ, τον Γάλλο ποιητή που μετέφρασε στα γαλλικά τη Λούλου, κεντρικό πρόσωπο στα δύο από τα σημαντικότερα έργα του Βέντεκιντ Το Πνεύμα της Γης[1895] και το Κουτί της Πανδώρας [1903] είναι «το μυθικό τέρας του Πόθου», εκείνη που σημαδεμένη από το τραύμα της απόρριψης, την ταπείνωση, την εκμετάλλευση, την προσπάθεια να την χειραγωγήσουν με τον δαίμονα του χρήματος, τον Μαμωνά, καταφέρνει να προσωποποιήσει το ‘πνεύμα της σάρκας’, φθάνει την καταστροφική γοητεία στον υπέρτατο βαθμό, με τον οποίο καταφέρνει να γοητεύσει τους άντρες που θέλησαν να την υποτάξουν και να τους οδηγήσει στην καταστροφή. Έτσι γίνεται από θύμα θύτης.

Εντέλει μετά από την νιτσεϊκή υπέρβαση οδηγείται σε φρικτό θάνατο από τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη.

Η ηρωίδα , η διαβολική Λούλου (Lulu), σχετίζεται διαδοχικά με τρεις άνδρες και τους ξεπαστρεύει τον ένα μετά τον άλλο: Ένας ηλικιωμένος γιατρός πεθαίνει πρώτος από αποπληξία, ο ζωγράφος που τον διαδέχεται κόβει το λαιμό του, ενώ τον τρίτο εραστή της τον σκοτώνει η ίδια, αφού κάνει πρώτα σχέση με το γιο του.

Η Λούλου βγαίνει μαζί με τον Σίγκολχ, τον γέρο ήρωα του έργου από το βασίλειο των Σκιών. Ο δόκτωρ Σάιν την περιμαζεύει, την ‘’εκπαιδεύει’’ και το «όμορφο αγρίμι» αντιμετωπίζει πλέον την κοινωνία και τις απαιτήσεις της. Έτσι ο Έρωτας βρίσκεται ανάμεσα στον Πολιτισμό και τη Φύση. Τότε προσπαθεί να ζήσει πουλώντας το κορμί της. Ωστόσο, όπως ισχυρίζεται ο Σίγκολχ που τη γνωρίζει καλύτερα από όλους, «δεν μπορεί να ζήσει από τον Έρωτααφού  ο Έρωτας είναι η ζωή της». Δεν της μένει τίποτε άλλο πέρα από το θάνατο.

Η Λούλου συνδέθηκε μέσω της  λογοτεχνίας του findesiècleμε το πιο κοντινό της πρότυπο τη Σαλώμη, λέει ο Lionel Richard. Η Λούλου, όπως και η Σαλώμη, εκφραζόταν μέσω του χορού και ακολουθούσε τις μεταμορφώσεις: Γυναίκα-παιδί, Γυναίκα- λουλούδι,μοιραία γυναίκα [femmefatale]. Η Λούλου είναι διαποτισμένη από διάχυτη σεξουαλικότητα και έναν διεστραμμένο  αισθησιασμό. Την εκφράζει θαυμάσια  το τρίπτυχο: άγγελος-διάβολος-σφίγγα.

Μια λανθασμένη ερμηνεία του έργου θέλει τη Λούλου πρόσωπο διεστραμμένο. Κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ο συγγραφέας για αντιφεμινισμό. Η Λούλου όμως δεν έχει σχέση με μια βαμπ που ενσαρκώνει το έμφυτο κακό της γυναίκας.

Τα κλισέ της εποχής της ντεκαντάνς: παιδί, όμορφο αγρίμι, πλάσμα χωρίς ηθική, ενσάρκωση του Κακού υπάρχουν ώστε να απομυθοποιηθούν μέσω της καρικατούρας του γκροτέσκου, του λαϊκού μελό, του γκρανγκινιόλ και να εισαχθεί εκ νέου η σεξουαλικότητα στην ανάλυση της σεξουαλικής λειτουργίας. Ο Βέντεκιντ χρησιμοποιεί ένα μυθικό πυρήνα για να επιδοθεί σε ένα διανοητικό παιχνίδι.

Το φίδι με το οποίο συνδέεται η Λούλου παραπέμπει στο προπατορικό αμάρτημα αλλά και στη μορφή που έπαιρνε ο έρωτας στην αρχαία μυθολογία.

Ο Βέντεκιντ εμπνέεται και από την κουλτούρα του τσίρκου γι αυτό και βάζει τον θηριοδαμαστή στον πρόλογο του  Πνεύμα της Γης με ψυχρή λογική.

Η Λούλου εντέλει είναι διαβολική μόνο επειδή η κοινωνία την καθιστά τέτοια.

 

Ο ΒΙΟΣ

 

Ο Φρανκ Βέντεκιντ  ήταν Γερμανός θεατρικός συγγραφέας, που γεννήθηκε στο Αννόβερο το 1864, λίγο μετά την επιστροφή των γονέων του στη Γερμανία από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και πέθανε στο Μόναχο το 1918. Η μητέρα του, μια νεαρή Ουγγαρέζα ηθοποιός που ζούσε στο Σαν Φρανσίσκο, γνωρίστηκε με τον κατά πολύ μεγαλύτερό  στα χρόνια σύζυγό της, που ήταν γιατρός.

Το 1889 ανέβηκε στη σκηνή το Πριν την Ανατολή του Ήλιου του Γκέρχαρντ Χάουπτμαν που ήταν ο γενάρχης του νατουραλιστικού θεάτρου και επηρέασε αρχικά και τον Βέντεκιντ ο οποίος την ίδια χρονιά παρουσίασε το πρώτο του έργο που είχε τον υπότιτλο: «μια Μεγάλη Φάρσα με γνήσιους κωμικοτραγικούς χαρακτήρες».

Ο Βέντεκιντ ήταν θαυμαστής του Ίψεν και του Στρίντμπεργκ που τον επηρέασαν επίσης. Ενώ υπήρξε προάγγελος του Μπύχνερ και ως ένα βαθμό του Μπρεχτ.

Ο Βέντεκιντ έζησε μια ζωή ιδιόρρυθμη και πολυκύμαντη. Μια από τις διάφορες δουλειές που έκανε ήταν συντάκτης του περιοδικού Simplicissimus. Στη συνοικία Σβάμπινγκ του Μονάχου όπου ζούσε, έμεναν ζωγράφοι, δημοσιογράφοι, ντιλετάντες των γραμμάτων καθώς και ηθοποιοί άνεργοι και μη.

 

Στο δραματολόγιό του Βέντεκιντ η εξέλιξη είναι ελάχιστη και κάθε χαρακτήρας κρατά σταθερά τη δική του στάση αμετακίνητα. Στον κόσμο των έργων του ο άντρας, πιο υπολογιστής, δείχνει λιγότερη αποφασιστικότητα από τη γυναίκα.

Ζώντας την ίδια τη ζωή του ως θέαμα, ο Βέντεκιντ έσυρε από την αφάνεια συγγραφείς όπως ο Λεντς του οποίου το έργο παρουσίασε στο Καμπαρέ των 11 δημίων το 1901.

Ο Μαρκήσιος του Κάιτ (1901) είναι το αρσενικό αντίστοιχο της Λούλου. Ο βαγκνερικός Τενόρος (DerKammersaenger, 1899) είναι το πιο δημοφιλές και πολυπαιγμένο σ’ όλο τον κόσμο έργο του Βέντεκιντ.

Αμοραλισμός, άκρατος αισθησιασμός, ελευθεροστομία, λεσβιακές σχέσεις, σεξουαλικές φαντασιώσεις, προπαγάνδα του ελεύθερου έρωτα, αλλά και νατουραλιστική ειλικρίνεια για τη σεξουαλικότητα και την «τυραννία του σεξ», βασιλεύουν στα έργα του Βέντεκιντ. Έχει δίκαια αναγνωρισθεί ως εκπρόσωπος του εξπρεσιονισμού και προάγγελος του Θεάτρου του Παράλογου (Theatre of the Absurd).

 

 

Σημείωση: συμβουλεύτηκα τα έργα: Πάολο Μποζίζιο, Ιστορία Θεάτρου, τόμοςΒ’, Ελίνα Νταρακλίτσα, Αιγόκερως, 2006, Εξπρεσιονισμός/η γλώσσα της κριτικής, μτφρ. Ι. Ράλλη-Κ. Χατζηδήμου, Ερμής,1980, Φρανκ Βέντεκιντ, το Ξύπνημα της Άνοιξης, μια παιδική τραγωδία, μτφρ. Γρ. Λιακόπουλος, Κάπα εκδοτική, 2018, Άλμπαν Μπεργκ, Λούλου, όπερα σε δύο πράξεις, μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, ΜΜΑ 2005-2006, Πάπυρος ΛαρούςΜπριτάνικα, τόμος 11

 

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.