Το χειμωνιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ τα σύννεφα
Να μου κρατήσει συντροφιά
Ο άνεμος είναι διαπεραστικός, το χιόνι είναι κρύο
Βουδιστής ιερέας Μιόε
Ο Φλωμπέρ κυνικότατα, έγραψε φαρδιά πλατιά για ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως η ηθελημένη απώλεια της ζωής και σε πολλές περιπτώσεις ομοτέχνων του, στο Λεξικό των κοινών τόπων: «Οι Γιαπωνέζοι συγγραφείς αυτοκτονούν γενικώς».
Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού στατιστικά έχει διαπιστωθεί πως περισσότεροι αυτοκτονούσαν στη Δύση που δεν έχει την ιαπωνική παράδοση σε περιόδους πολιτικών αναταραχών –αλλά όχι κατά τη διάρκεια ενός πολέμου. Σ’ αυτήν την περίπτωση επικρατούσε το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Οι πόλεμοι κάνουν τους ανθρώπους να φυλάγονται μήπως καταφέρουν και επιζήσουν.
Η αυτοκτονία όμως στην Ιαπωνία ακόμα κι αν δεν κατέχει τα σκήπτρα της πρωτοκαθεδρίας είναι κατά κάποιον τρόπο συνυφασμένη με τον ιαπωνικό πολιτισμό και αποτελεί – ή καλύτερα αποτελούσε – κατά κάποιον τρόπο τέχνη.
Αν σκεφτεί κανείς τον κιτς τρόπο με τον οποίο αυτοκτόνησε ο σπουδαίος συγγραφέας Γιουκίο Μισίμα, ακροδεξιών απόψεων, με ένα μικρό προσωπικό στρατό, ομοφυλόφιλο, αυτόκλητος σαμουράι, πραξικοπηματίας, μπόντυ μπήλντερ, παντρεμένο και πατέρα δύο παιδιών. Ο Μισίμα έκανε μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος και αυτοκτόνησε με τελετουργικό τρόπο σε δημόσια θέα στις 25 Νοεμβρίου 1970. Η αυτοκτονία αυτή προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση. Η αυτοκτονία του υπήρξε το ύστατο «έργο τέχνης» του και θεωρείται η απόλυτη υλοποίηση των φαντασιώσεων του πόνου και του θανάτου.
Πενήντα χρόνια νωρίτερα ένας Έλληνας αισθητικός, εθνικιστής – με προδρομική νοοτροπία και σκέψη – , που αποστρεφόταν τους Δυτικούς και λάτρευε τον «Ελληνικόν φως» και την «Ελληνική Γραμμή», ο Περικλής Γιαννόπουλος, έκανε πρόβες πριν τη θεαματική του αυτοκτονία. Έφιππος με γεμάτες τις τσέπες του με πέτρες μπήκε στη θάλασσα του Σκαραμαγκά και όταν το άλογό του τον εγκατέλειψε, αυτοπυροβολήθηκε.
Η αυτοκτονία θεωρείται από ορισμένους πράξη εκδίκησης έναντι των ζωντανών, αφού η απογοήτευση ως προσωπικό συναίσθημα προέρχεται συνήθως από τη μη κατανόηση και την απόρριψη αυτών που ο αυτόχειρας αφήνει πίσω του.
Στην ιαπωνική περίπτωση συμβαίνει αυτό που ισχυρίζεται ο Μωρίς Πιγκέ στη μελέτη του: Ο εκούσιος θάνατος στην Ιαπωνία: «Αυτοκτονώ: σπάνια πιθανότατα, αναμφίβολα και συγκινητική για ένα λαό τόσο προικισμένο με ζωτικότητα, υπερβολική ορμή, αλλά αποδεκτή και σεβαστή, αυστηρή αναγκαιότητα για την οποία η Ιαπωνία, αποφάσισε να μην επιτρέψει ποτέ να της στερηθεί a priori για λόγους αρχής σαν να είχε καταλάβει ότι ένα ουσιώδες μέρος του μεγαλείου και της γαλήνης εξαφανίζεται όταν εκλείπει από έναν πολιτισμό η ελευθερία του να πεθάνει». Της ελευθερίας αυτής έκαναν χρήση αρκετοί Ιάπωνες συγγραφείς όπως ο δημιουργός του αριστουργηματικού Ρασομόν – που κινηματογράφησε ο Ακίρα Κουροσάβα – ο πιο αβρός, πιο εστέτ Ακουταγκάβα, αλλά και ο Τανιζάκι συγγραφέας του Κλειδιού και του Εγκώμιου της Σκιάς και βέβαια ο νομπελίστας Γιασουνάρι Καβαμπάτα.
Ο τελευταίος υπήρξε μέντορας του Μισίμα, ο οποίος στον πρόλογο της αισθησιακής νουβέλας του μέντορά του Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών [1961], όπου λειτουργεί ένας ιδιότυπος οίκος ανοχής που απευθύνεται σε ηλικιωμένους άντρες που έχουν χάσει προ πολλού τον αντρισμό τους, γράφει:
«Σ’ ένα αριστούργημα εσωτερικότητας κάνουν την εμφάνισή τους τα πιο απόκρυφα, βαθιά κρυμμένα νοήματα ενός συγγραφέα. Σε μια τέτοια δουλειά δεν κυριαρχεί η σαφήνεια και η ευθύτητα αλλά μια απεγνωσμένη καταπίεση. Στη θέση της διαφάνειας και της καθαρότητας έχουμε θολότητα. Στη θέση του ξεκάθαρου, ορατού κόσμου έχουμε ένα κλειστό δωμάτιο. Το πνεύμα του συγγραφέα, αποτινάζοντας όλες τις προκαταλήψεις, εμφανίζεται με όλη του την τολμηρότητα. Είχα παρομοιάσει Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών μ’ ένα υποβρύχιο όπου είναι παγιδευμένοι άνθρωποι και ο αέρας λιγοστεύει σιγά σιγά. Όσο είναι συνεπαρμένος από την ιστορία, ο αναγνώστης αισθάνεται να ιδρώνει και να ζαλίζεται και βιώνει, με τη μεγαλύτερη αμεσότητα, τον τρόμο της λαγνείας που του προκαλεί ο επερχόμενος θάνατος. […] Η νουβέλα είναι μια στυλιζαρισμένη τελειότητα, ασυνήθιστη στα έργα του Καβαμπάτα».
Στη νουβέλα οι ηλικιωμένοι άνδρες πληρώνουν για να περάσουν νύχτες ξαπλωμένοι δίπλα σε πανέμορφες γυμνές παρθένες, κοπέλες που έχουν ναρκωθεί και κοιμούνται έναν «ύπνο που θυμίζει θάνατο».
«Ο ερωτισμός, για τον Καβαμπάτα», συνεχίζει στον πρόλογό του ο Μισίμα, «δεν είχε ποτέ ως καταλήξει την ολοκλήρωση, γιατί ο ερωτισμός ως ολοκλήρωση επιβεβαιώνει την ανθρώπινη φύση. Η σαρκική επιθυμία είναι αναπόφευκτα αποσπασματική και εντελώς αντικειμενικά η κάθε κοιμισμένη κοπέλα δε λειτουργεί παρά μόνο σαν απόσπασμα του πραγματικού της εαυτού- δηλαδή μόνο ως σάρκα-προκαλώντας έτσι τον πόθο στη μεγαλύτερή του ένταση».
Ο Γιασουνάρι Καβαμπάτα γεννιέται στην Οσάκα το 1899. Γόνος οικογένειας γιατρών. Ένα χρόνο μετά τη γέννησή του χάνει τον πατέρα του και ένα χρόνο αργότερα χάνει τη μητέρα του. Τον μεγαλώνουν ο παππούς και η γιαγιά του. Μερικά χρόνια αργότερα πεθαίνει κι η μεγάλη του αδελφή. Στα επτά του χάνει και τη γιαγιά του και στα δεκαπέντε πεθαίνει κι ο παππούς του. Μένει στο Τόκιο με κηδεμόνα έναν εξάδελφό του.
Σπουδάζει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο και το 1921 γράφει το Προσωπικό ημερολόγιο των 16 μου χρόνων, όπου περιγράφει την επιθανάτια αγωνία του παππού του. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά και μελετάει τη δυτική λογοτεχνία. Σ’ ένα περιοδικό που εκδίδει αντιδρά στα λογοτεχνικά ρεύματα της ιαπωνικής λογοτεχνίας ειδικά τον νατουραλισμό αλλά και την προλεταριακή λογοτεχνία που ήταν επηρεασμένη από το σουρεαλισμό, το νταντά, τον εξπρεσιονισμό, τον κυβισμό.
Το πρώτο του μυθιστόρημα γραμμένο στα 27 του χρόνια Η χορεύτρια του Ίζου γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Παράλληλα γράφει κινηματογραφικά σενάρια, νουβέλες και μυθιστορήματα σε συνέχειες. Στα τριάντα έξι του γράφει την πρώτη μορφή της Χώρας του Χιονιού που θα ολοκληρώσει αρκετά χρόνια αργότερα. Άλλα ευρέως γνωστά μυθιστορήματά του: Η λίμνη, ο Ήχος του βουνού, Ομορφιά και θλίψη κ. ά.
Ο Καβαμπάτα δεν τέλειωνε όλες του τις ιστορίες, λόγω του ότι η αισθητική του ήταν κοντά στο δόγμα η τέχνη για την τέχνη, που αφήνει απέξω κάθε συναισθηματισμό, ηθική, νόημα ή και μήνυμα. Θεωρούσε ότι τα αυτοτελή συμβάντα ήταν σπουδαιότερα από μια διεκπεραιωτική πλοκή που θα κατέληγε σε κάποιου είδους ολοκλήρωση. Η γραφή του ήταν κοντά στα χαι κού, στην αποσπασματικότητα και διακρίνονταν για τις αναφορές στις εποχές της φύσης και με πάθη συγκεχυμένα χωρίς σταθερές αναφορές σε ψυχολογικά μοντέλα.
Πολλοί κριτικοί τον είχαν χαρακτηρίσει παρακμιακό που έλκεται από τη νοσηρότητα, την ομορφιά και θλίψη των πραγμάτων, την καθαρότητα και την αθωότητα και ενός είδους ιδεαλισμό. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ιαπωνικές αξίες άρχισαν να ευτελίζονται και η ιαπωνική κουλτούρα να εκδυτικίζεται.
Το 1968 κερδίζει το Νόμπελ λογοτεχνίας και τέσσερα χρόνια αργότερα αυτοκτονεί. Η αυτοκτονία αμφισβητείται από τη χήρα του και πολλούς φίλους και συνεργάτες του και από το γεγονός ότι δεν άφησε κάποιο σημείωμα και ισχυρίζονται ότι θάνατός ήταν ατύχημα και όχι εκούσιος θάνατος από δηλητηρίαση από αέριο.
Οι θιασώτες της αυτοκτονίας του υποστηρίζουν ότι η αιτία της οφειλόταν στη φθορά της ηλικίας του και στην ασθένεια του Πάρκινσον από την οποία έπασχε. Επίσης στην ερωτική απογοήτευση μετά από μια πιθανή ερωτική σχέση. Κάτι που ωστόσο δεν επαληθεύτηκε. Εξάλλου καθόλου μικρό δεν ήταν το σοκ από την αυτοκτονία του φίλου και προστατευόμενού του Γιουκίο Μισίμα, γεγονός το οποίο του προκαλούσε διαρκείς εφιάλτες.
Αν και ο Καβαμπάτα, αντίθετα με τον φίλο του δεν είχε αναφερθεί στην αυτοκτονία, παρά μόνο στο λόγο του στη Σουηδική Ακαδημία, όπου αναφέρθηκε στο διάσημο αυτόχειρα συγγραφέα Ακουταγκάβα.
Ο βουδιστής ιερέας Ικκιού έχοντας σκεφτεί δυο φορές ν’ αυτοκτονήσει, έγραψε: «Ανάμεσα στους σκεπτόμενους ανθρώπους υπάρχει άραγε κανείς που να μην έχει αναλογιστεί την αυτοκτονία;».
Κώστας Γιαννόπουλος
Βοηθήματα
-περ. Διαβάζω, τχ. 284
-Καβαμπάτα, Η Χώρα του χιονιού, μτφρ. Παναγ.Ευαγγελίδης, Άγρα, 2024
-Καβαμπάτα, το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών, Έφη Κουκουμπάνη- Πολυτίμου, Καστανιώτης, 1995
-Γιουκίο Μισίμα, Σταρ, μτφρ. Μαρία Αρώνη, Κιόκο Σιμπαγιάμα, Άγρα, 2025







