You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ρόμπερτ Μούζιλ – Οι αναστατώσεις και οι συγχύσεις ενός συγγραφέα

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ρόμπερτ Μούζιλ – Οι αναστατώσεις και οι συγχύσεις ενός συγγραφέα

«Δεν είναι το νερό που τρέχει στο ρυάκι κι

                                 ύστερα φεύγει – χάνεται. Εγώ είμαι.Εγώ!..»

                                                      Ου. φον Χόφμανσταλ,  Ηλέκτρα

 

«Ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή με μια κραυγή και ίσως η αγάπη να είναι απλώς η κουνουπιέρα μεταξύ του φόβου της ζωής και του φόβου του θανάτου. Η κραυγή είναι, ίσως, το πιο ισχυρό και άμεσο σύμβολο της ανθρώπινης κατάστασης.»

                                                                        Φράνσις Μπέικον

 

«Αν παραμερίσει κανείς όλα τα προβλήματα οργάνωσης, δεν απομένει παρά μονάχα ένα αίσθημα δυσφορίας μπροστά στην ύπαρξη, ιδού το στίγμα των καιρών μας»

                                                                          Ρόμπερτ Μούζιλ

 

δεν υπάρχει καμία σημαντική σκέψη, την οποία η βλακεία δεν θα ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει: είναι ευκίνητη προς όλες τις κατευθύνσεις και μπορεί να φορέσει όλα τα φορέματα της αλήθειας. Η αλήθεια αντιθέτως έχει μόνο ένα φόρεμα και έναν δρόμο για κάθε περίπτωση και βρίσκεται πάντοτε σε μειονεκτική θέση…

                                                              Ρόμπερτ Μούζιλ, 1931.

 

 

 

Αν και δεν τον  ενδιέφερε, λένε ο εξωτερικός κόσμος – πράγμα το οποίο θεωρώ υπερβολικό – κοιτούσε επί ώρες προσηλωμένος ή διακοπτόμενος από στιγμιαίες σκέψεις έξω από το παράθυρο. Παρατηρούσε με τις εσώτερες ανησυχίες, τις ταλαντεύσεις, το θόρυβο του δρόμου, τον ήχο του χρόνου που διαβαίνει εποχούμενος ή πεζή, τους ανθρώπους και τα παιδιά που κρέμονταν από το γυναικείο χέρι της νταντάς που άρχιζε να παρουσιάζει σημάδια γήρανσης εξαιτίας μιας μηχανιστικής καθημερινότητας από την οποία ώρες ώρες ακόμα και ο Μούζιλ ένιωθε παγιδευμένος. Τότε καταλαμβανόταν από πλήξη μόνο που η ποιότητά της ήταν από κείνες που νιώθουν τα ξεχωριστά, τα δημιουργικά πνεύματα, από εκείνες που οδηγούν στη συγγραφή ενός βιβλίου.

Η πλήξη διατείνεται πως ήταν αυτή που τον οδήγησε στον  Τέρλες  και τις περιπλοκές, τις αναστατώσεις, την ταραχή, την παραζάλη, τις συγχύσεις εντέλει  – αν θέλει να μεταφέρει στα ελληνικά την πρώτη λέξη του πρωτότυπου γερμανικού τίτλου: Verwirrungen.

To βιβλίο που παρουσιάστηκε το 1906 εν μέρει αυτοβιογραφικό εν μέρει μυθοπλασία αποτυπώνει τον ευαίσθητο ψυχισμό του συγγραφέα του που στα έξι του κιόλας χρόνια είχε παρουσιάσει νευρική και εγκεφαλική κρίση κάτι που θα τον ταλαιπωρήσει και αργότερα στα σχολικά χρόνια αλλά και στην εφηβεία, ηλικία που βρίσκονται όλοι οι βασικοί χαρακτήρες του βιβλίου στο οποίο ο νεαρός οικότροφος Τέρλες ανακαλύπτει συνεχώς τον εαυτό του και τον κόσμο τρομάζοντας και απορώντας. Μέσα σ’ ένα αυστηρό ίδρυμα των αρχών του εικοστού αιώνα, όπου εκπαιδεύονται τα παιδιά των καλύτερων οικογενειών της Αυστρίας, συμβαίνουν τρομερά πράγματα. Μέσα στο ημίφως, σε μικρά καμαράκια κάτω από τη στέγη ή κάτω από τη γη, συνυπάρχει ένας άλλος κόσμος, που για να τον βρεις δε χρειάζεται παρά να χρησιμοποιήσεις μια σκάλα αυτού του «αξιοπρεπούς κτιρίου». Ταυτόχρονα αποτελεί μια αλληγορία της δικτατορίας που έρχεται όταν οι καιροί και οι άνθρωποι το επιτρέψουν αλλά και της σκοτεινής φύσης που φωλιάζει μέσα στον ψυχισμό μερικών συνομήλικών του, σ’ αυτό το ταραγμένο διεστραμμένο εγώ που τους οδηγεί στην επιθυμία για κυριαρχία επάνω σε πιο αδύναμα άτομα.

Ο Τέρλες  είναι ένα βιβλίο διαμόρφωσης, μαθητείας, στην ουσία ένα βιβλίο ενηλικίωσης που εγκαινίασε ο Γκαίτε με τον Βίλχελμ Μάιστερ [Bildungsroman] και τίμησαν στη συνέχεια συγγραφείς όπως ο Τζόυς, ο Ντύλαν Τόμας, ο Έσσε, ο Φάλαντα, ο Τζόρτζιο Μπασάνι, ο Θεοτοκάς, ο Τερζάκης, ο Κοσμάς Πολίτης.

Σε Curriculum vitae του 1938 ο συγγραφέας λέει για τον Τέρλες : «Παρουσιάστηκε το 1906. Επανειλημμένες επανεκδόσεις. […] Εμφανίστηκε τον ίδιο χρόνο με το Ξύπνημα της Άνοιξης  του Wedekind, συμπίπτει χρονικά με την ψυχανάλυση που ξεκίνησε επίσης από τη Βιέννη, ορίζει όμως το περίγραμμα μιας εντελώς διαφορετικής ψυχοαντίληψης και βιοαντίληψης που επηρεάζει ζωηρά τη νέα γενιά, αλλά την επίδρασή της στη διανόηση τη βρίσκει μόλις σήμερα, π.χ. στις απόψεις της Μορφολογικής Ψυχολογίας. Είναι ένα βιβλίο μεγάλης σκληρότητας και μεγάλης τρυφερότητας, συναρπαστικά γραμμένο».

 

Όσο για το τοπίο έξω από το παράθυρο, αν θεωρήσουμε πως πρόκειται για πίνακα ζωγραφικής που όμως διαθέτει κίνηση και ζωντάνια, μου φέρνει στο νου εκείνο τον πίνακα του Μπαλτύς με παιδιά που παίζουν θυμίζοντας μαριονέτες  και γελωτοποιούς.

Ο Μούζιλ ήταν πολύ κοντά στον ψυχισμό των παιδιών και παρέμεινε ως το τέλος άντρας-παιδί, όπως λέει ο Αλφρεντ Κερ που τον αγαπούσε και τον έβλεπε σαν ‘βαρύ- ανάλαφρο’ ονειροπόλο που ‘έγραφε δε μουτζούρωνε’. «Η μέση δεν ήταν» συνεχίζει «το καλύτερο πράγμα που δημιούργησε», αντίθετα με την παροιμία που λέει πως το καλύτερο πράγμα σε μια γυναίκα ή ένα ψάρι είναι η μέση. «Το καλύτερο ήταν η αρχή και το τέλος: ο Τέρλες και ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, αυτό το γιγαντιαίο μυθιστόρημα. Γιγαντιαίο όχι μόνο εξαιτίας του όγκου του [1500 σελίδες] αλλά εξαιτίας του απίστευτου πλούτου του». Και παρόλα αυτά έμεινε ημιτελές παρά το ότι απασχόλησε τον συγγραφέα του σχεδόν είκοσι χρόνια. Κι όπως κι άλλα έργα που παρόλο που δεν ολοκληρώθηκαν [η Δίκη και ο Πύργος του Κάφκα] δε τα σκέπασε η σκόνη του χρόνου. Το μεγάλο αυτό έργο που λογίζεται ως ένα από τα 100 μεγάλα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα κατά την εφημερίδα Die Zeit τελειώνει με ένα κόμμα στη μέση της τελευταίας λευκής κατά τα άλλα σελίδας.

Ένας θεωρητικός και κριτικός της λογοτεχνίας του μεγέθους του Μωρίς Μπλανσό γράφει: «διαβάζοντας με σεμνότητα και έκπληξη ένα μυθιστόρημα σε γλώσσα κλασική που πότε έμοιαζε μυθιστόρημα πότε δοκίμιο θύμιζε τον Βίλχελμ Μάιστερ και μερικές φορές τον Προυστ, πότε τον Τρίστραμ Σάντι, πότε τον Κύριο Τεστ».

Αλλά αυτός που συνοψίζει σε μια φράση το τι είναι ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες είναι ο Ινάτσιο Σιλόνε που έζησε τα τελευταία  χρόνια του Μούζιλ στη Γενεύη: «έχει τη μορφή ενός μωσαϊκού χωρίς περίμετρο». Και στη συνέχεια ενός κειμένου που προσπαθεί να προσεγγίσει ένα δύσκολο έργο σημειώνει: «Αυτή η συσσώρευση από σκέψεις, εικόνες, ιδέες, που επεξεργάστηκε κατά τη διάρκεια ημερών αυστηρής αυτοσυγκέντρωσης, κατέληγαν με το να προσδίνουν στην απομονωμένη σελίδα το χαρακτήρα ενός πυκνού ιστού, έντονα φορτισμένου, και στερεοποιημένου από μια γλώσσα ακριβόλογη, κοφτερή και απρόβλεπτη. […] Η αληθινή, ασύγκριτη δύναμη και ευγένεια του Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες βρίσκεται ακριβώς στο συγγραφέα του, που είναι μέσα του ολόκληρος, σαν ένας θαμμένος ζωντανός, σε μια διαρκή πάλη με την ουτοπία». Πράγμα που αν το σκεφτείς δεν είναι καθόλου αυτονόητο, όπως ίσως φαίνεται σε πρώτη ματιά.

Τα δύο βιβλία, η αρχή και το τέλος ενός έργου ενός πολύ ξεχωριστού υπαρξιακού συγγραφέα, έχουν δύο ήρωες με διαφορετικά ονόματα αλλά, στην πραγματικότητα της μυθιστορηματικής σύνθεσης, είναι το ίδιο πρόσωπο, ο ίδιος ήρωας κι ίσως ο ίδιος χαρακτήρας σε δύο διαφορετικές ηλικίες: ο Ούλριχ είναι ένας ενήλικος Τέρλες και φυσικά ένας Ρόμπερτ που δεν πρόλαβε να ενηλικιωθεί.

Κι εδώ ο τίτλος όπως και στον Τέρλες δεν έχει εντελώς ξεκάθαρο νόημα.

Ο Μπλανσό που διάβασε σε γαλλική μετάφραση το βιβλίο ψάχνει την κατάλληλη για να αποδώσει στη γλώσσα του το χαρακτήρα  ανάμεσα στις έννοιες Άνθρωπος χωρίς χαρακτηριστικά… χωρίς προσόντα … χωρίς ουσία, …χωρίς υπόσταση. Είναι ένας «άνθρωπος που έχει στερηθεί τον εαυτό του και αρνείται να παγιωθεί σε μια σταθερή προσωπικότητα», γι αυτό αρνείται οποιαδήποτε ιδιότητα που θα τον προσδιόριζε.

Ο τίτλος πάντως έχει ανάμεσα στην πρώτη  και την τελευταία λέξη αυτό το χ ω ρ ί ς, έτσι που προσπαθεί να προσδιοριστεί αρνητικά όσον αφορά το πρόσωπο που προβάλλει. Με λίγα λόγια ο άνθρωπος Ούλριχ είναι ένας απροσδιόριστος χαρακτήρας με ένα εγώ που διαμορφώνεται από τα κύματα που τον πάνε όλο πιο μακριά από την ακτή.

 

«Αν σε κάποια δραστηριότητα συναντήσει κανείς δυσκολίες, απλώς τα παρατά• διότι βρίσκει κάτι άλλο να κάνει ή κατά καιρούς έναν καλύτερο δρόμο, ή κάποιος άλλος βρίσκει το δρόμο που έχασε ο πρώτος. Μα δεν πειράζει καθόλου αυτό• αντίθετα, τίποτε δεν προκαλεί τόσο μεγάλη σπατάλη κοινής ενέργειας όσο η αλαζονική θέση ότι είναι κανείς προορισμένος να εμμείνει στην πραγματοποίηση ενός συγκεκριμένου προσωπικού στόχου. Σε μια κοινότητα, που τη διασχίζουν τόσοι ποταμοί ενέργειας, κάθε δρόμος οδηγεί σ΄ ένα καλό σκοπό, εφόσον δεν το πολυσκέφτεται κανείς και δεν μένει διστακτικός για πολύ. Οι στόχοι είναι βραχυπρόθεσμοι• αλλά και η ζωή είναι σύντομη• έτσι παίρνει κανείς από τη ζωή το μέγιστο αυτού που μπορεί να επιτευχθεί• περισσότερα δεν χρειάζεται ο άνθρωπος για να είναι ευτυχής. Διότι ό,τι επιτυγχάνει, διαμορφώνει τη ζωή του, ενώ ό,τι ανεκπλήρωτο επιθυμεί την παραμορφώνει• για την ευτυχία δεν παίζει σχεδόν κανένα ρόλο η επιθυμία, αλλά το επίτευγμα. Εκτός απ΄ αυτό η ζωολογία μας διδάσκει ότι από ένα σύνολο μειονεκτικών ατόμων μπορεί κάλλιστα να προκύψει ένα μεγαλοφυές σύνολο».

 

[Ρόμπερτ Μούζιλ, Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες, τ. 1, σελ. 37 μτφρ. Τούλα Σιετή, εκδ. Οδυσσέας.

«Ο Μούζιλ θέλησε να γράψει ένα βιβλίο το οποίο, όπως έλεγε, θα διακρινόταν από ένα πάθος που φαίνεται να έχει εκτοπισθεί από τις τέχνες: το πάθος της ορθότητας και της ακρίβειας», γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης «Στον πρώτο τόμο του έργου  αναλύει σε βάθος το καθεστώς της έκπτωσης των αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως και των συμβόλων μέσω των οποίων αναγνωρίζει τον κόσμο και τον εαυτό της η δυτική φαντασία.

Ο κεντρικός ήρωας κάποιος νεαρός ονόματι Ούλριχ, αποφασίζει για ένα χρόνο να εγκαταλείψει κάθε ιδέα σταδιοδρομίας προκειμένου να ανακαλύψει πώς μπορεί να αξιοποιήσει τις όποιες ικανότητές του. Ο Ούλριχ όμως αποτελεί έκφραση του ευρωπαϊκού πνεύματος της εποχής, του λείπει, δηλαδή, ο κεντρικός άξονας, και επομένως είναι ένας «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες».

Η αφήγηση ξεκινά τον Αύγουστο του 1913 στη Βιέννη. Ο Ούλριχ αναμειγνύεται σε μια ειρηνιστική εκστρατεία, αλλά ο πόλεμος, για τον οποίο προειδοποιούμαστε από την αρχή ακόμη του έργου, δεν αργεί να ξεσπάσει. Ο κόσμος καταρρέει και ο ήρωας δεν θα ανακαλύψει ποιες είναι οι ιδιότητές του (η σύγχρονη Ευρώπη δεν θα προλάβει να βρει τον εαυτό της). Η «άδεια» που έχει πάρει από τη ζωή του θα τελειώσει άδοξα προτού ολοκληρωθεί το μυθιστόρημα».

Αν θελήσουμε να εισέλθουμε στο πνεύμα του έργου τότε πρέπει να δανειστούμε τη μορφή μιας ιδιότυπης ειρωνείας που «αθέατα αλλάζει διαρκώς το ψυχρό φωτισμό του έργου» και δε μας αφήνει να  «αναπαυθούμε» σε μια «εκ των προτέρων σημασία», διατείνεται ο Μπλανσό,  δεδομένου πως όσο διεξοδικά και να αφηγηθούμε την ιστορία δεν θα καταφέρουμε να μπούμε στο νόημά του. Θάλεγε κανείς πως το νόημα και η σημασία του είναι μεταβαλλόμενα διαρκώς. Το πολυσήμαντο αυτό βιβλίο εκδόθηκε ανάμεσα στα 1952 με 1957 σε τρείς τόμους από τον εκδότη Ερνστ Ρόβολτ ο οποίος από το 1925 χρηματοδοτεί την πρόοδο και την ολοκλήρωση του. Ο Μούζιλ πέθανε το 1942, δηλαδή δέκα χρόνια πριν την έναρξη της έκδοσης του αριστουργήματός του οι πρώτες τμηματικές εκδόσεις του οποίου στις αρχές της δεκαετίας του 1930 δεν είχαν καμιά εμπορική ή καλλιτεχνική επιτυχία, πράγμα που τον απογοήτευσε. Γνώριζε την αξία του και θεωρούσε πως δεν του άξιζε τέτοια τύχη.

«Ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες είναι ένα επικίνδυνο βιβλίο», ισχυρίζεται ο κριτικός και εκδότης του Άντολφ Φριζέ «και ο Μούζιλ χειρίζεται τη γλώσσα με ανήκουστη τόλμη. Τόση, ώστε συχνά επιθυμούμε να βουβαθεί τρομαγμένος για ένα διάστημα και ύστερα να βασανιστεί ξανά μ’ εκείνα τα ιερογλυφικά, που μέσα τους σωπαίνει το αρχαϊκό νόημα».

Ο Τέρλες του χάρισε την επιτυχία αρκετά νωρίς μάλιστα, ωστόσο δεν έχει εκδοθεί ολόκληρο το έργο του μέχρι τουλάχιστον το 1982. Δεν μπορεί να πει κανείς πως αυτός που ισχυριζόταν πως «ο ποιητής δεν πρέπει να είναι αοιδός της εποχής του πρέπει να φτιάχνει το μέλλον» δεν είχε ένα ανεμπόδιστο μέλλον ανεξάρτητα βέβαια από τη θέλησή του.

«Ο Τέρλες» επισημαίνει ο μεταφραστής του  Αλέξανδρος Ίσαρης «βασανίζεται γιατί ανακαλύπτει αυτό που είναι πέρα από το λόγο και τη λογική – πέρα από τον υπολογισμό», ανακαλύπτοντας  πως η αληθινή ζωή είναι φτιαγμένη «από τα άπιαστα κομμάτια μιας άλλης ζωής», όπως λέει ο συγγραφέας και τρομάζει στην ιδέα πως θα μπορούσε να μας διαφύγουν.

«Το ανέκφραστο  συχνά συγχέεται με το ακατανόμαστο,  ο αισθησιασμός, η ηδονή [λέξεις που κυκλοφορούν πολύ συχνά και στα δύο βιβλία] δεν μπορούν να αποσπαστούν από τις πιο και ουσιαστικές μας εμπειρίες» κατά τον Ίσαρη. Οι δυο ήρωες κυνηγούν  το όνειρο του άπιαστου μέσα στον τρόμο της σύγχυσης και το πάθος της ακρίβειας.

Άλλωστε ο Μούζιλ γράφει πως υπάρχουν δύο κόσμοι. «Ο ένας φωτεινός και λογικός φιλήσυχος και ταχτοποιημένος. Και ο άλλος, ερεβώδης γεμάτος μυστικά, αίματα, ουρλιαχτά και ανυποψίαστες εκπλήξεις». Ανάμεσα τους αφού τα όρια τους είναι ασαφή κυκλοφορούν οι πολύπαθοι ήρωές του.

 

Ο Ρόμπερτ Μούζιλ (Robert Musil, 6 Νοεμβρίου 1880 – 15 Απριλίου 1942)  Αυστριακός συγγραφέας γεννήθηκε στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας που ήταν επίσης η γενέτειρα της ποιήτριας Ίγκεμποργκ Μπάχμαν και του νομπελίστα Πέτερ Χάντκε.

Άρχισε τις σπουδές του σε στρατιωτικές σχολές παρά την εύθραυστη υγεία του αλλά συνέχισε στο πανεπιστήμιο του Μπρνο της Τσεχίας απ΄ όπου αποφοίτησε μηχανικός το 1901. Το 1903 άρχισε σπουδές λογικής και πειραματικής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου και το 1908 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας, της Φυσικής και των Μαθηματικών.

Από το 1911 μέχρι το 1914 εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Πολυτεχνείο της Βιέννης και διετέλεσε εκδότης της Νέας Επιθεώρησης του Βερολίνου. Το 1911 παντρεύτηκε τη Μάρθα Μαρκοβάλντι.

Το 1914 ο Μούζιλ επιστρατεύτηκε με τον βαθμό του λοχαγού και τοποθετήθηκε στο ιταλικό μέτωπο. Το 1917 απονεμήθηκε στον πατέρα του τίτλος ευγενείας και το όνομα του συγγραφέα έγινε φον Μούζιλ. Αλλά διετέλεσε ευγενής μόνο για λίγους μήνες γιατί τον Νοέμβριο του 1918 η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία καταργήθηκε. Διορίζεται στη συνέχεια σε διάφορες δημόσιες θέσεις αλλά η οικονομική του κατάσταση είναι δύσκολη.

Μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία ο Μούζιλ εγκαταλείπει τη Γερμανία όπου ζούσε από το 1931 μέχρι το 1933 και παραμένει στη Βιέννη. Καταφεύγει στη Ζυρίχη το 1938, τα βιβλία του απαγορεύονται σε Αυστρία και Γερμανία.

Αγαπημένος του αφορισμός ήταν ότι θεωρούσε «πιο σπουδαίο το να γράψεις ένα βιβλίο από το να κυβερνήσεις μια χώρα. Και πολύ πιο δύσκολο…». Πράγμα που δείχνει πόσο αφοσιωμένος ήταν στην τέχνη του αλλά και πόσο υψηλός είναι ο ρόλος ενός συγγραφέα και φυσικά πόσο μεγάλο το στοίχημα να συνθέσεις ένα βιβλίο.

Το 1903 δηλαδή πριν παρουσιάσει κάποιο έργο του έχει άποψη και μάλιστα αιχμηρή αν όχι αιρετική για τους ομότεχνους – αν και αργότερα όταν έγραφε τα δικά του έργα δεν ενδιαφερόταν για το έργο των άλλων, ούτε καν των νέων: «Ο Hauptmann που ήδη ήταν διάσημος είχε σύμφωνα με τη δική μου αντίληψη μια πολύ ασήμαντη πνευματική ικανότητα, ό,τι ήταν γι αυτόν σημαντικό για μένα ήταν τότε τόσο λίγο κατανοητό […] και ό,τι επαίνεσαν σ’ αυτόν, το πνευματικό του βάθος, υπήρξε μια πλάνη γελοία.  Ο Hamsun που στα πρώιμα έργα του προσέφερε μεγάλες διανοητικές συζητήσεις, αργότερα τις ανέτρεψε, όπως στην ξεπερασμένη όπερα μετέτρεπαν τις άριες σε υπόθεση και ο d’ Annunzio δεν έκανε τίποτα διαφορετικό.

Τον Stendahl δεν τον καταλάβαινα και τον Flaubert δεν τον γνώριζα.

Αλλά γνώριζα τον Ντοστογιέφσκι και επειδή τόσο ζεστά τον αγαπούσα […] μπορώ σήμερα να σταθμίσω απ’ τη σχέση μου μ’ αυτόν τη δική μου τοποθέτηση και κατάσταση εκείνης της εποχής: μου φάνηκε νοητικά πολύ ανακριβής…». [Από τα Ημερολόγια].

Κάπου στη δεκαετία του 1960 ένα σατιρικό περιοδικό της Φραγκφούρτης σκάρωσε μια μνημειώδη φάρσα σε εκδοτικούς οίκους της Γερμανίας. Τους έστειλε με μια τυχαία υπογραφή ένα απόσπασμα του Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες προς έγκριση για έκδοση. Οι απαντήσεις κυμάνθηκαν ανάμεσα στο: «Έχετε κάποιο ταλέντο καλλιεργείστε το…». «Δεν μας ενδιαφέρει αυτό το είδος της αφήγησης». Όσο για τους εκδότες του Μούζιλ αυτοί ήταν πιο κατηγορηματικοί: «Έτσι έγραφαν πριν εκατό χρόνια. Στείλτε μας κάτι πιο μοντέρνο…».

Ευτυχώς ο Μούζιλ δεν ζούσε για να πικραθεί. Αλλά η φάρσα αποκάλυψε τη γύμνια της γνώσης της μεγάλης εθνικής λογοτεχνίας, την απύθμενη ακρισία των διαφόρων ειδικών και την απίστευτη ένδεια και άγνοιά τους.

Ίσως όπως ο ίδιος ο Μούζιλ το είχε προβλέψει πως ο σύγχρονος άνθρωπος ήταν ικανός για τη μέγιστη ακρίβεια και την έσχατη διάλυση.

«Ο Μούζιλ, άνθρωπος των γραμμάτων δεν είναι ζωγράφος επιφανειών. Δεν είναι ούτε γραφιάς ούτε μπογιατζής» επισημαίνει η Μαρί – Λουίζ Ροτ  «Τη σημασία  των γεγονότων και των αιτιών θέλει να τη συλλάβει ως μηχανικός και ως στοχαστής».

Και ο Όσκαρ Μάουρους Φοντάνα επιλέγει: «Ο Μούζιλ έχει κάτι περισσότερο από τη ματιά του κυνηγού, έχει δυο φορές την όραση και την ακοή του…

Αυτό που μ’ αρέσει στην ποίηση του Μούζιλ είναι το ότι επέζησε και όχι το ότι γράφτηκε».

 

Βοηθήματα:
-περ. Διαβάζω, τχ. 199, 28/9/1988, το αφιέρωμα στον Μούζιλ  στις σελ. 12-75
-περ. Το Δέντρο, τχ. 23, Οκτ. 1981, το αφιέρωμα στις σελ. 3-88
-Robert Musil,  Ο νεαρός Τέρλες, μτφρ. – εισαγωγή Αλέξανδρος  Ίσαρης, εκδόσεις της βιβλιοθήκης, Θεσσαλονίκη, 1977

 

 

 

 

 

 

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.