You are currently viewing Νίκη Μουντράκη: τρία ποιήματα

Νίκη Μουντράκη: τρία ποιήματα

Οι αβοήθητοι

 

Στην αγκαλιά μου μια γιαγιά κρατάει ένα βρέφος

δεν ξέρω αν είμαι εγώ ή το παιδί που θα γεννήσω.

Αχνά ακούω τον παππού:

“Περιστεράκι μου “.

 

Άφησα τα σκυλιά ελεύθερα

να μη φοβούνται τα γαυγίσματα

την πόρτα ανοιχτή

και τους περίμενα.

 

Μπέρδευαν τα λόγια τους.

Με βήμα ασταθές

το χέρι μου ‘δωσαν

λες και δεν γνωριζόμασταν

σκιές χαμένες.

 

Τους έβαλα να κάτσουν στο σαλόνι

τους πρόσφερα καφέ

μα δεν κουνήθηκαν.

Τριγύρω μόνο κοίταζαν με περιέργεια

και σιωπηλά σαν να θυμήθηκαν.

 

“Τα βράδια αποκοιμιέσαι

να μην το *κρούψεις το μωρό

και το καντήλι μας

με ποιο δικαίωμα τ’ ανάβει ένας ξένος;

 

Αυτά κατάφεραν να πουν με κόπο.

Ύστερα δίχως να χαιρετήσουνε

στις γρίλιες μέσα τρύπωσαν

κι εξαφανίστηκαν

 

*Κρούβω: πλακώνω κάποιον με το σώμα μου και δεν μπορεί να πάρει ανάσα.

 

 

ΝΕΚΥΙΑ

 

Κατά γενική ομολογία των ενοίκων

ο Οδυσσέας ένας απατεώνας ήταν.

Τους έδωσε ελπίδες

κι έπειτα χάθηκε στο φως.

Κι εκείνοι νοσταλγούσαν την πατρίδα

μα, προφανώς, η κάθοδος αυτή

δεν αφορούσε εκείνους.

Αναζητείται άτομο υπεύθυνο

για τις χοές στην αντιπέρα όχθη

εκεί που δεν αντέχονται

οι νύχτες δίχως άστρα

κι ας μοσχοβολούν τα νεκρολούλουδα.

Δεν τη λυπήθηκα ποτέ την Περσεφόνη

που το ’χει δίπορτο.

Αυτούς τους δύστυχους αναλογίζομαι

που ζητιανεύουν κάνα νόμισμα

για τον επάνω κόσμο.

Σκιές περιφέρονται

παρηγοριά σε αγκαλιά λαχταρούν

οι νεκροί μας.

«Τα προνόμια των ζωντανών

μόνο τα ψυχοσάββατα ενοικιάζονται»

ξεκαθαρίζουν χωρίς υπεκφυγές

οι διάσπαρτες επιγραφές

μέσα στους ασφοδέλους.

 

 

Το τηλέφωνο

 

Τα φρεσκοσιδερωμένα

είναι επάνω στην μπερζέρα.

Τις νύχτες μένει ανοιχτός ο πολυέλαιος

τη μέρα μπαίνει φως

από τις ανοιχτές κουρτίνες.

Εκείνη πηγαίνει πάνω κάτω στο σαλόνι.

Τα μιλά, τα κάνει παρεούλα.

Κάθεται δίπλα τους στον καναπέ και πλέκει.

Ύστερα σηκώνεται απότομα

τα απλώνει στις καρέκλες της τραπεζαρίας

τα βγάζει στο μπαλκόνι.

Δεν είναι αναγκαίο μα ούτε περιττό

έτσι το κρίνει όμως εκείνη.

Δεν χτύπησε και σήμερα

κι ας στάθηκε από πάνω του τόσες φορές

μήπως και φιλοτιμηθεί το τηλέφωνο.

Την έπαιρνε κάθε μέρα απ’ τη δουλειά.

Στην τσέπη της ποδιάς της το σημείωμα:

«Θ’ αργήσω σήμερα, μητέρα».

Μα πόσο δυσανάγνωστα

τα γράμματά σου παιδί μου, μουρμουρίζει.

Μαζεύτηκαν σύννεφα πολλά

καιρός να μπούνε μέσα

τα φρεσκοσιδερωμένα του.

Tα βάζει πάνω στην μπερζέρα

τα μιλά, τα κάνει παρεούλα.

Κάθεται δίπλα τους στον καναπέ

και πλέκει.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.