Ο ζερζεβούλης στρογγυλοκάθισε πάλι στην άκρη του κρεβατιού μου. Βγαίνει πάντα με τέτοιο άραχνο καιρό, όταν η σοβαρότητα φωσφορίζει στα μάτια του κι εγώ μένω ξαπλωμένος στο ντιβάνι, ένας δρομομανής εγκλωβισμένος σε τέσσερις τοίχους.
«Θα το πάρω ή δεν θα το πάρω;» ψιθύρισα — και η φράση έπεσε στο πάτωμα σαν γαλάζια πέτρα.
Ο επισκέπτης μου ήταν μια φιγούρα αλλόκοτη. Στην κεφάλα του είχε όλες κι όλες δύο σιδερωμένες τρίχες, πασαλειμμένες με ροζέτα, και γι’ αυτό κορδωνόταν, νομίζοντας πως η μόστρα του έχει δικαίωμα για όλα. Με κοίταξε με εκείνο το ωχρό, κουρασμένο πρόσωπο, όπου η παλαβομάρα ήταν ζωγραφιστή σαν σε πίνακα του Γκόγια.
— «Να μου δανείσετε το μαχαιράκι σας να ξύσω το μολυβάκι μου;» μου είπε με παλλόμενη, σχεδόν επίμονη φωνή, ενώ το ραφινάτο χέρι του έψαχνε στον αέρα σκιές.
Τον παρατηρούσα. Πώς φορούσε σε ένα πόδι μια άσπρη κάλτσα σαν νιφάδα, ενώ την ίδια στιγμή μπανιάριζε τη λίγδα του μέσα σε μια λεκάνη με ανύπαρκτο νερό. Το δωμάτιο άρχισε να αιωρείται — όχι να αλλάζει, αλλά να χάνει βάρος.
Σβουρίζεις εδώ κι εκεί σαν να κάθεσαι σε αναμμένα κάρβουνα, σκέφτηκα.
«Σωροκούβαρα όλα μέσα στο κεφάλι μου», ψιθύρισα.
Εκείνος δεν απάντησε. Μόνο ένα δάκρυ στάθηκε στο πρόσωπό του — μικρό, σχεδόν τίποτα — και έμεινε εκεί σαν βάρος.
Ξαφνικά, χτύπησα το ρόπτρο της φαντασίας μου. Το άγγιγμα της Άνοιξης πέρασε από τη χαραμάδα, αλλά δεν έφερε λουλούδια· έφερε μόνο ζαχαρόλογα που κόλλαγαν στο στόμα σαν πίσσα.
Ο ζερζεβούλης σηκώθηκε.
Το δωμάτιο έμεινε ακίνητο.
Η τρέλα και ο θάνατος ήταν απλώς δύο τρόποι να μένεις ακίνητος στο ίδιο σημείο.
Με κοίταξε.
Η μόνη αλήθεια ήταν το αιχμηρό μολυβάκι.
Περίμενε ακόμη να ξυστεί.
