Απρίλης στο Λονδίνο. Ξυπνώ μόνη.
Το σώμα μου είναι ήδη καθισμένο στο κρεβάτι, σαν να μην κοιμήθηκε ποτέ. Στα χέρια κρατώ ένα βιβλίο. Δεν διαβάζω. Απλώς κοιτάζω τις σελίδες, σαν να περιμένω να κινηθούν.
Οι ώρες δεν περνούν. Στέκονται.
Κάπου ακούγεται ένας ήχος. Σηκώνω το κεφάλι.
Τίποτα.
Ο αέρας γλιστρά κάτω από την πόρτα. Το δωμάτιο τον δέχεται χωρίς αντίδραση. Όπως δέχεται κι εμένα.
Η βαλίτσα στο πάτωμα μένει μισάνοιχτη, τα παπούτσια δίπλα της ακίνητα. Σαν να έφτασα και να μην έφτασα ποτέ. Σαν να ετοιμάζομαι να φύγω, αλλά να μην υπάρχει προορισμός.
Ζω μέσα στη σιωπή. Η πόλη υπάρχει μόνο ως υποψία πίσω από τους τοίχους.
Φωνάζω χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά, μόνο για να ακούσω τη φωνή μου. Δεν ανήκει πουθενά.
Το φως είναι σκληρό. Κίτρινο. Δεν ζεσταίνει — αποκαλύπτει. Ακουμπά στο δέρμα μου και το αφήνει εκτεθειμένο, σαν να ζητά μια απάντηση που δεν έχω.
Στα δεξιά, το παράθυρο είναι μαύρο. Δεν δείχνει την πόλη. Δείχνει εμένα.
Σκυμμένη, ακίνητη, να κρατώ το βιβλίο χωρίς να το διαβάζω. Το πρόσωπό μου μοιάζει ξένο, σαν να ανήκει σε κάποια άλλη που έμεινε εδώ πριν από μένα.
Η σκιά πίσω μου βαραίνει τον τοίχο. Δεν με ακολουθεί — με κρατά.
Τη νύχτα ξυπνώ χωρίς λόγο. Είμαι βέβαιη πως κάποιος στάθηκε έξω από την πόρτα.
Ακούω. Περιμένω.
Κανείς.
Κλείνω τα μάτια και σε βλέπω.
Δεν έρχεσαι από έξω — έρχεσαι από μέσα. Από εκεί που κρατώ ό,τι δεν ειπώθηκε. Τα χέρια σου βρίσκουν το σώμα μου με βεβαιότητα που δεν είχες ποτέ ξύπνιος. Για λίγο, όλα αποκτούν βάρος.
Όταν ανοίγω τα μάτια, το δωμάτιο είναι πάλι άδειο.
Η απουσία σου είναι πιο ακριβής από την παρουσία σου.
Είναι Κυριακή. Το ξέρω χωρίς να το ελέγξω. Ο χρόνος εδώ δεν κυλά — επαναλαμβάνεται.
Κοιτάζω χαμηλά. Το βλέμμα μου πέφτει στο πάτωμα και μένει εκεί, σαν αντικείμενο.
Το πράσινο χαλί απλώνεται ήσυχα, σχεδόν αδιάφορο. Πάνω του, όλα μοιάζουν πιο βαριά απ’ όσο είναι.
Μια πεταλούδα εμφανίζεται από το πουθενά και χτυπά στους τοίχους, στα έπιπλα. Δεν βρίσκει έξοδο.
Παγιδεύεται για λίγο στο καπέλο, έπειτα ξεφεύγει και κατευθύνεται στο κερί.
Η φλόγα είναι μικρή, σταθερή.
Η πεταλούδα πέφτει πάνω της.
Σιωπή.
Τίποτα δεν αλλάζει στο δωμάτιο.
Στη γωνία, ένας ιστός έχει ήδη στηθεί. Η αράχνη ακίνητη, υπομονετική. Περιμένει κάτι που σίγουρα θα έρθει.
Όλα εδώ περιμένουν.
Κι εγώ μαζί τους.
Κουράστηκα να ακολουθώ το περίγραμμα του σώματός μου. Να επιστρέφω πάντα στο ίδιο σημείο, στην ίδια στάση, στην ίδια σκέψη.
Σαν να μην υπάρχει έξω.
Σαν το παράθυρο να μην ανοίγει πουθενά.
Σηκώνω το βλέμμα. Το μαύρο τζάμι δεν ανταποδίδει τίποτα. Μόνο με κρατά μέσα του, επίπεδη, ακίνητη.
Για μια στιγμή σκέφτομαι να σηκωθώ.
Δεν κινούμαι.
Η σκιά μου απλώνεται λίγο περισσότερο. Σαν να πρόλαβε εκείνη να φύγει πριν από μένα.
Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου
