Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον στο Περί ου της 2ας Μαΐου 2026 το εξαιρετικό κείμενο του αγαπητού φίλου και εκλεκτού συναδέλφου Χρήστου Αντωνίου με τίτλο «Το απροσδιόριστο λίκνισμα μιας φοινικιάς. Παλαμάς, Σεφέρης, και η φθορά των συμβόλων»
Στο άρθρο τεκμηριωμένα ανιχνεύεται ένας διακειμενικός διάλογος του σεφερικού ποιήματος «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» με την πολύστιχη Φοινικιά, εμβληματική ποιητική σύνθεση του Κωστή Παλαμά.
Παραθέτω απόσπασμα από τα όσα χαρακτηριστικά αναφέρει το άρθρο του Χρήστου Αντωνίου, διακεκριμένου μελετητή του σεφερικού έργου :
«…ο Σεφέρης γράφει,τον Ιούνιο του 1942, το ποίημα “Ένας γέροντας στην ακροποταμιά”, που αρθρώνει μια βαθιά ιστορική μελαγχολία.[…] στο τέλος του ποιήματος, ο ποιητής προβάλλει τη δική του φοινικιά. Όχι όμως ως μορφή πλήρη και αυτάρκη. Δεν την βλέπουμε να υψώνεται. Δεν περιγράφεται με φυσική ή ηθική βεβαιότητα, όπως η αντίστοιχη του Παλαμά. Απομένει μονάχα μια κίνηση, “εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα … μιας αψηλής φοινικιάς”.[…] Αν η φοινικιά του Παλαμά οργανώνει έναν κόσμο, η φοινικιά του Σεφέρη αναδύεται μέσα από έναν κόσμο ήδη αποδιοργανωμένο. Η πρώτη είναι άξονας, ενώ η δεύτερη είναι ανάμνηση άξονα. Η πρώτη αντλεί δύναμη από την εποχή της εθνικής και πολιτισμικής αυτοπεποίθησης, ενώ η δεύτερη γεννιέται μέσα στη διάψευση των μεγάλων αφηγήσεων. Η πρώτη υψώνεται σταθερή, ενώ η δεύτερη λικνίζεται…»[1]
Θα ήθελα με το παρόν κείμενο, παράλληλα με την ανάγνωση από τον Χρήστο Αντωνίου των καταληκτικών στίχων του ποιήματος «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» (…εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,/πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή/ κι έγινε σκόνη / και βούλιαξε μέσα στην άμμο/αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς), να καταθέσω και ορισμένες προσωπικές σκέψεις για την ομηρική φοινικιά και την πιθανή διακειμενική συνομιλία του Σεφέρη μαζί της. Εξάλλου από πολλούς δρόμους φτάνει ο ποιητής στο ποίημα —κάτι που ισχύει και για την πρόσληψη του ποιητικού κειμένου από τον αναγνώστη.Θα ήθελα επίσης να προσθέσω πως οι ποικίλες αναγνώσεις, εφόσον είναι τεκμηριωμένες, όχι μόνο δεν αλληλοαναιρούνται αλλά συνεισφέρουν στην πολυδιάστατη συνομιλία με τα λαμπρά ποιητικά κείμενα, όπως συμβαίνει με τα σεφερικά, που διαχρονικά επιμένουν να μας μαγεύουν ζητώντας να προσεγγίσουμε τα κρυφά μυστικά τους.
Ξεκινώ λοιπόν από τη διαπίστωση πως οι στίχοι που κλείνουν το ποίημα, εμπεριέχουν ένα γνώριμο στην σεφερική ποίηση απολογισμό, αναδεικνύοντας εδώ ως μοναδικό («μονάχα», γράφει ο ποιητής) στοιχείο καταξίωσης της ζωής που βούλιαξε στην άμμο «εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς». Η γοητεία που ασκεί το λίκνισμα της φοινικιάς έχει κατά τη γνώμη μου αποτυπωθεί στη μεταγραφή από τον Σεφέρη των στίχων 160-167 του ζ της Οδύσσειας. Στους στίχους αυτούς εγγράφεται ο θαυμασμός του επικού ήρωα, ο οποίος γυμνός ναυαγός στο νησί των Φαιάκων θαμπώνεται από το εξαίσιο κάλλος της Ναυσικάς.
Μεταγραμμένοι οι ομηρικοί στίχοι δημοσιεύονται στο κείμενο του Σεφέρη με τίτλο «Ξεστρατίσματα ἀπὸ τοὺς ὁμηρικοὺς ὔμνους»[2],που περιλαμβάνεται στις Δοκιμές Β΄ και από το οποίο παραθέτουμε αποσπάσματα:
«Κάτω στὴν Κυκλοτερῆ Λίμνη τὰ κλωνάρια τῆς μοναδικής φοινικιᾶς λάμνουν μέσα, στὸν ἄνεμο. Αποχαιρετῶ μὲ κόπο τὴ Δῆλο καὶ τὸν Ὕμνο στὸν ‘Απόλλλωνα, που μὲ ξεκίνησε γιὰ ἐδῶ. Μ’ ἄρεσε τούτη ἡ χρυσαφιὰ γῆς, ἡ λιγοστὴ πρασινάδα, καὶ τὰ γρήγορα χρώματα ποὺ ἐξαγόραζαν τὴ μόνιμη συμβίωση μὲτὰ ἐρείπια.[…]
Ὁ κίνδυνος σὲ κάτι τέτοια ταξίδια εἶναι ὅτι πᾶνε νὰ σὲ καταπιοῦν μὲ τὰ συντρίμμια τους. Ὅμως σ’ ἐκεῖνον ποὐ ἔχει ζωὴ καὶ δύναμη, τοῦ χαρίζουν κάποιας λογῆς κατάργηση τοῦ καιροῦ. Κατὰ βάθος, περάσαμε ἀπὸ τὴ Δῆλο ὅπως πέρασε καὶ ὁ̓ Ὀδυσσέας πηγαίνοντας στὴν Τροία. Ὅταν θυμᾶται κανεὶς ἐκεῖνα τὰ λόγια, δὲ βαραίνουν τὰ χρόνια ποὺ διάβηκαν στ’ ἀναμεταξύ, ἔχουν γίνει κι αὐτὰ σὰν τὸ σημερινὸ βοριά, ἕνα μαζί του. Γυμνὸς ναυαγὸς μὲ τὸ θαλασσινὸ ἁλάτι στεγνὸ πάνω στὸ δέρμα, λέει στὴν ὅμορφη κόρη (ζ 160-167):
“Τέτοιο θνητὸ τὰ μάτια μου δὲν ἀντικρίσαν, ἄντρα ἢ γυναίκα. Μόνο στὴ Δῆλο, μιὰ φορά, μπρὸς στὸ βωμὸ τοῦ̓ Απόλλωνα, εἶδα τ ̓ἀνάστημα μιᾶς δροσερῆς φοινικιᾶς γιατὶ πῆγα κι ἐκεῖ. τότε πολλοὶ μ’ ἀκολουθοῦσαν στὸ δρόμο ὅπου βάσανα πικρὰ μὲ περιμέναν—, τὸ εἶδα καὶ θαύμασε ἡ καρδιά μου·ποτὲ δὲν ξεπετάχτηκε τέτοιο κοντάρι ἀπὸ τὸ χῶμα”.»[3]
Την υπόθεσή μου στηρίζω στο γεγονός ότι στον Σεφέρη το στοιχείο της διακειμενικότητας παίρνει εξ αρχής τον χαρακτήρα ενδογλωσσικής συνομιλίας[4]. Τρεις βασικά εικόνες μοναδικής ποιητικής αίσθησης θέλγουν τον Σεφέρη στη μεταφραστική του απόπειρα στην Οδύσσεια[5]· και οι τρεις διαχέονται στην πρωτότυπη ποιητική του δημιουργία:
α. ο γέρος της θάλασσας Πρωτέας, ένα επίμονο ποιητικό σύμβολο ενσάρκωσης μιας αέναης ρευστής σαν την άμμο αλλαγής (δ 450-461) [Ποιος θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα; ]
β. η Ναυσικά, το φοίνικος νέον ἔρνος από την έκτη ραψωδία
και γ. το συγκλονιστικό ταξίδι των ψυχών των φονευμένων μνηστήρων παρὰ δῆμον ὀνείρων (ω1-14), με οδηγό τον ψυχοπομπό Ερμή.
Η μεταγραφή «είδα τ’ ανάστημα μιας δροσερής φοινικιάς» του στίχου ζ163 (φοίνικος νέον ἔρνος ἀνερχόμενον ἐνόησα), που αποδίδει την κορμοστασιά της Ναυσικάς πιστεύω πως αναπαράγεται ως απόσταγμα συγκίνησης, αυτονομημένης όμως πλέον από το ομηρικό κείμενο, στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά», ισοδύναμη εδώ μιας μοναδικής εμπειρίας, που καταξιώνει τη ζωή, η οποία βούλιαξε μέσα στην άμμο:
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε
σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο
λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς
Σύμφωνα με τον πάντα σεμνό Όμηρο η φοινικιά εκπέμπει έναν εξιδανικευμένο ερωτισμό που υπερβαίνει τα δύο φύλα και ανάγει την ερωτική επιθυμία σε κάτι ιερό, απολύτως ταιριαστό με το αφιερωμένο στον Απόλλωνα νησί της Δήλου. Ο Σεφέρης πάλι αναγνωρίζει στη φοινικιά ένα εξαίσιο ερωτικό σύμβολο που θαμπώνει με το προκλητικό του λίκνισμα.
Πιο άμεση και περισσότερο αισθησιακή είναι η ερωτική ακτινοβολία της φοινικιάς στο —αδημοσίευτο από τον Σεφέρη—μικρό σεφερικό ποίημα με τίτλο [Οι Πυραμίδες] της ίδιας ακριβώς εποχής (1942), όπου ο ερωτισμός που εκπέμπει η φοινικιά διαχέεται σε ολόκληρη τη φύση:
[Οι Πυραμίδες…]
Οι Πυραμίδες
είναι τα βυζιά της άμμου
για να βυζαίνει ο ουρανός
και τούτη η φοινικιά
είναι ο φαλλός του ήλιου
καρφωμένος στην απόλυτη ερημιά.
- 11. 1942
Μήπως λοιπόν ο Γέροντας στην ακροποταμιά αναζητεί την καταξίωση της ζωής στη συνάντηση με το κάλλος, μια συνάντηση που ήδη ανιχνεύεται τόσο στο ομηρικό κείμενο όσο και στη σεφερική μεταγραφή του;
