Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κώστας Γιαννόπουλος: ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΙΟΝΕΣΚΟ, ο ιλαροτραγικός

       

Ο Ευγένιος Ιονέσκο γεννήθηκε 26 Νοεμβρίου του 1909 και όχι του 1912 – όπως ο ίδιος προτιμούσε να διαδίδει όταν ολίσθαινε μεγαλώνοντας προς μια αυταρέσκεια και ένα ναρκισσισμό. Η γενέτειρά του είναι η πόλη Σλατίνα της Ρουμανίας. Ο πατέρας του ήταν ρουμάνος δικηγόρος και ορθόδοξος στο δόγμα το οποίο ασπάσθηκε και η γαλλίδα μητέρα του.  Παρέμεινε και αυτός ορθόδοξος χριστιανός παρά τις ποικίλες αμφιβολίες που τον κατέτρωγαν σε διάφορες περιόδους της ζωής του. Αμέσως μετά τη γέννησή του, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα και η πρώτη γλώσσα που μίλησε και διάβασε ήταν τα γαλλικά. Χρειάστηκε να φτάσει 13 ετών για να αρχίσει να μαθαίνει ρουμάνικα γυρνώντας στην πατρίδα του, λόγω οικογενειακών περιπλοκών. Ο πατέρας του εξαφανίστηκε για κάποια χρόνια και επανεμφανίστηκε πλούσιος και με θέση στο ρουμανικό δημόσιο, ενώ στο μεταξύ ο νεαρός Ευγένιος ξαναπήγε στο Παρίσι και έμεινε με την μητέρα και τη γιαγιά του, ενώ αργότερα έμεινε για ένα μικρό διάστημα με τον ευκατάστατο πατέρα του που είχε ξαναπαντρευτεί. Η πατρική στέγη όμως δεν ήταν δυνατόν να τον κρατήσει εξαιτίας του δεσμού που συνέχισε να διατηρεί με τη μητέρα του και τη Γαλλία όπου συνέχισε τις σπουδές στην Φιλοσοφία και το Δίκαιο που είχε ξεκινήσει στο Βουκουρέστι. Μετά από ένα μικρό διάστημα κατά την έκρηξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου που είχε εγκλωβιστεί σε μια επίσκεψή του στη Ρουμανία, κατάφερε να ξαναπάει στο Παρίσι και από τότε έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Άρχισε να εργάζεται στην Γαλλία ως επιμελητής και διορθωτής σε διάφορους εκδοτικούς οίκους, ενώ τα οικονομικά του προβλήματα ήταν σοβαρά. Είναι ακόμα μακριά από την επίδραση του θεάτρου. Η τέχνη στην οποία θα αφιέρωνε τη ζωή του δεν του ήταν προσφιλής. Μπαίνοντας όμως στον λαβύρινθο που οδηγεί στον παράδεισο του παιδικού παρελθόντος του διαβάζουμε:

”Η μητέρα μου δεν κατάφερνε να με ξεκολλήσει από το κουκλοθέατρο, στους κήπους του Λουξεμβούργου. Στεκόμουνα συνεπαρμένος, μέρες ολόκληρες. Το κουκλοθέατρο με κρατούσε σαν απολιθωμένο, με εκείνες τις κούκλες του που μιλούσαν, περπατούσαν και ξυλοφόρτωναν η μία την άλλη. Ήταν το ίδιο θέαμα του κόσμου που μου παρουσιαζόταν ασυνήθιστο, απίθανο, μα πιο αληθινό και από την ίδια την αλήθεια, με μια απέραντα απλοποιημένη μορφή καρικατούρας, σαν να ήθελε έτσι να υπογραμμίσει την γκροτέσκα και βάναυση αλήθεια του.» 

Από αυτή την θαυμάσια διατυπωμένη παιδική ανάμνηση, απ’ αυτήν την εξαιρετική εντύπωση μιας παράστασης που μιμείται την πραγματικότητα συμπεραίνουμε πως παρά τις αντιρρήσεις του ο δρόμος προς τη θεατρική πράξη, ήταν ήδη στρωμένος. Το μέλλον δεν βρισκόταν ούτε στα ποιήματα που προσπαθούσε χωρίς να τα κατορθώσει, ούτε στη φιλοσοφία και το Δίκαιο που είχε σπουδάσει. Αυτός ο ονειροπόλος ρομαντικός νεαρός, που χρησιμοποίησε ανεβαίνοντας στα φώτα της ράμπας μια δική του αντι-γλώσσα παρουσιάζοντας την αληθινή φύση των πραγμάτων μέσα από την φόρμα της τραγικής φάρσας,   έγραφε για τις πρώτες εντυπώσεις του από το Παρίσι και τη ζωή του:

”Σαν ήμουνα παιδί, έμενα κοντά στην πλατεία Ντεβωζυράρ. Θυμάμαι – πάει τόσος καιρός! – τον κακοφωτισμένο δρόμο, τα φθινοπωριάτικα και χειμωνιάτικα δειλινά. Η μάνα μου με κρατούσε από το χέρι – φοβόμουνα έτσι όπως μόνο τα παιδιά φοβούνται, είχαμε βγει να ψωνίσουμε το βραδινό φαγητό. Στο πεζοδρόμιο, σκυθρωπές σιλουέτες με αγχώδη κίνηση, άνθρωποι βιαστικοί σαν φαντάσματα, εφιαλτικές σκιές.   Όταν ξαναζωντανεύω στην μνήμη μου το δρόμο αυτόν , όταν συλλογίζομαι πως οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους ανθρώπους σήμερα είναι νεκροί, όλα μοιάζουν σαν ένας ίσκιος, φευγαλέα … Και με κυριεύει ο ίλιγγος του άγχους …”.

    Όταν επέστρεψε στο χωριό που γεννήθηκε, αργότερα αναζητώντας αναμνήσεις από την κιβωτό της παιδικής ηλικίας ματαίως, έγραφε:

” Είναι άραγε η θλίψη μου, η απόγνωσή μου κάτι που μπορεί να μεταδοθεί; Δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε για κανέναν. Κανένας δε με ξέρει. Είμαι άγνωστος. Αν ήμουν συγγραφέας ίσως και να αποκτούσαν κάποιο ενδιαφέρον όλα αυτά. Ωστόσο είμαι και εγώ σαν τους άλλους. Ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε μένα.”

Δεν ήταν ακόμη αυτό που ήθελε να γίνει, ένας διακεκριμένος καλλιτέχνης, ένας διάσημος συγγραφέας, ένα δημόσιο πρόσωπο. Και τίποτα δεν έδειχνε το 1940 όταν γεννήθηκε η κόρη του , ότι θα είχε αυτή την κατάληξη. Σπάνια πήγαινε στο θέατρο, άκουγε ελάχιστα μουσική και δεν ήταν ο τακτικός επισκέπτης των μουσείων. Ωστόσο διάβαζε λογοτεχνία, και πήγαινε από μικρός με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση στον κινηματογράφο.  Ωστόσο οι παιδικές καταβολές υπήρξαν καθοριστικές. Έπαιζε θέατρο με τα άλλα παιδιά του χωριού και είχε την τάση να διακρίνει ανάμεσα στο ετερόκλητο πλήθος των ανθρώπων τις παράξενες οπτασίες που έβλεπε, κάτι φιγούρες βγαλμένες θαρρείς, από τον Μπρέγκελ ή τον Ιερώνυμο Μπος – ”μεγάλες μύτες, παραμορφωμένα κορμιά, φρικαλέα χαμόγελα, ξύλινα πόδια”.

 ”Τα φάσματα της αγωνίας μου ιδίως στην Ρουμανία είχαν μια μορφή δύο διαστάσεων, ήταν περισσότερο λυπημένα παρά φρικιαστικά, είχαν πελώρια μάτια. Θα πίστευε κανείς πως έβλεπα τόσο γοτθικούς όσο και βυζαντινούς εφιάλτες”. Εκείνο τον καιρό ήταν που ονειρευόταν να γίνει άγιος, αλλά όταν διάβασε θρησκευτικά βιβλία είδε πως είναι αμαρτία να επιζητάς τη δόξα και παραιτήθηκε από την αγιοσύνη.

Το πρώτο του  έργο ήταν η ”Φαλακρή Τραγουδίστρια”, (1949), ένα παράξενο κείμενο αντιθεάτρου που δεν περιείχε καμιά τραγουδίστρια πολύ περισσότερο φαλακρή. Είναι μια μαρτυρία ιλαρή για την καταστροφή της γλώσσας, μιας γλώσσας που μεταχειρίζονται άνθρωποι που δεν μπορούν να συνεννοηθούν αφού αυτή δεν τους παρέχει κανένα νόημα, ενώ αυτοί είναι ανίκανοι να ζήσουν μια προσωπική εσωτερική ζωή. Αυτή η ιδέα της απόλυτης αδυναμίας επικοινωνίας εκφράζεται και στο ”Μάθημα”, όπου ένας γέρος καθηγητής αδυνατώντας να συνεννοηθεί με τις μαθήτριές του, τις σκοτώνει μέσα σ’ ένα παροξυσμό αγανάκτησης και ερωτισμού (40 πτώματα, 40 μάταιες προσπάθειες συνεννόησης). Στον αντίποδα των ηρώων του ο συγγραφέας τους, ζώντας ακριβώς αυτήν την εσωτερική ζωή που λείπει σ’ εκείνους λέει γνωρίζοντας τον κόσμο της πατρίδας του της Ρουμανίας που άφησε:

”Αμέσως με τά την άφιξή μου, είδα έναν άντρα, νέο ακόμα, μεγαλόσωμο και δυνατό να ρίχνεται σ’ ένα γέρο, να τον γρονθοκοπεί και να τον κλωτσά με τις μπότες του… Από τον κόσμο, άλλες εικόνες δεν έχω, παρά εκείνες της παροδικότητας και της βίας, της ματαιοδοξίας και της οργής, της ανυπαρξίας ή του αποτρόπαιου άχρηστου μίσους. Όλα όσα είδα και έζησα από τότε, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουν απλώς όσα είχα ήδη νιώσει και καταλάβει, από τα παιδικά μου κιόλας χρόνια: κενόδοξο και ποταπό πάθος, κραυγές που πνίγονται μες τη σιωπή, σκιές που τις καταπίνει για πάντα η νύχτα…”

Η γλώσσα του συγγραφέα δεν είναι η γλώσσα των ηρώων του. Οι ήρωές του είναι άγλωσσοι και κενοί. Δεν μπορούν να χαρούν τίποτα, αφού δεν έχουν τίποτα, δεν είναι τίποτα όπως ο ήρωας του στο μονόπρακτο ”Ο Ιάκωβος η Υποταγή” (1950) ή στην συνέχειά του ”το Μέλλον είναι τα αυγά” (1951) αναγκάζεται να παντρευτεί την Ρομπέρτα που είναι ”πλούσια” γιατί έχει τρεις μύτες και δεκατέσσερα δάχτυλα. Η Ρομπέρτα γεννά ατέλειωτες ποσότητες αυγών και ενώ ο Ιάκωβος τα κλωσάει τον σκεπάζουν ολόκληρο.

Στις ”Καρέκλες” (1951) το γέρικο ζευγάρι του έργου οργανώνει μια αποθεωτική δεξίωση για να εορτάσει το ιωβηλαίο του, αλλά οι καρέκλες που περιμένουν τους καλεσμένους παραμένουν άδειες. Κανείς δεν έρχεται. Και το ζευγάρι δέχεται την χαριστική βολή, αφού έζησε μέσα στο κενό και στην ανυπαρξία. Σχεδόν καφκικός εφιάλτης οι καρέκλες που παραπέμπουν στους ήρωες του ”Περιμένοντας τον Γκοντό” που περιμένουν κάποιο είδος σωτήρα που ποτέ δεν έρχεται αφού δεν υπάρχει.

 Ακολουθεί ένας νοικάρης που χάνεται στα αμέτρητα έπιπλα που κουβαλούν στο καινούργιο του διαμέρισμα και φθάνουν ως τους δρόμους, το μετρό, ακόμα και στις όχθες του Σηκουάνα. Στο έργο ο ”Καινούργιος Νοικάρης” (1953) παρακολουθούμε την ταφή του κάτω από το ασήκωτο βάρος της ύλης που κυβερνά τα πάντα, ενώ στον’’ Αμεδαίο, ή  Πως να το ξεφορτωθούμε” (1954), ένα πτώμα μεγαλώνει αδιάκοπα κλέβοντας τον χώρο από τους ζωντανούς, το μεσόκοπο ζευγάρι του έργου δεν καταλαβαίνει πως το πτώμα που συρρικνώνει το χώρο που ζουν και αναπνέουν δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο πεθαμένος έρωτάς τους.

            Γράφει σχεδόν ένα έργο το χρόνο από τα 40 του, που ξεκίνησε. Το 1957 εμφανίζεται με ένα κανονικής διάρκειας έργο τον ”Δολοφόνο χωρίς αμοιβή”, όπου ένας αγαθός άνθρωπος που έχει συνείδηση του εαυτού του και του ρόλου του στον κόσμο αναζητά  έναν άγνωστο φονιά που ερημώνει μια ολόκληρη πολιτεία

 Στον ‘’Ρινόκερο’’(1958), το διασημότερο  έργο του – απομακρύνεται από την σφριγηλή πρωτοπορία που χαρακτηρίζει τα πρώτα του έργα. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε ρινόκερους. Κανείς δεν αντιστέκεται σ΄ αυτήν την επιδημία της μεταμόρφωσης τους σε θηρία, μόνον ο Μπερανζέ που εμφανίζεται για δεύτερη φορά -και θα συνεχίσει να εμφανίζεται και στην συνέχεια- παίρνει επάνω του την αντίσταση στην ρινοκερίτιδα λέγοντας: ”Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος, θα μείνω άνθρωπος ως το τέλος! Δεν συνθηκολογώ! Δεν παραδίνομαι!” Πρόκειται για ένα συμβολικό προγραμματικό έργο με μήνυμα. Αναφέρεται στην επικράτηση διαφόρων μορφών ολοκληρωτισμού. Ο Ιονέσκο ήταν αντίθετος απέναντι σ΄ αυτό που αποκαλούσε ”κομφορμισμό της Αριστεράς”, που θεωρούσε πως ήταν το ίδιο θλιβερός με αυτόν της Δεξιάς και χαρακτήριζε βουλεβαρδιέρικους συγγραφείς τον Όσμπορν, τον Άρθουρ Μίλλερ και τον Μπρεχτ. Ο τελευταίος ειδικά θεωρούσε πως ακολουθούσε και προπαγάνδιζε ένα δόγμα και γι αυτό δεν διέθετε ιδεολογική ανεξαρτησία.  Υποστήριζε πως ένα ιδεολογικό έργο δεν μπορεί  να είναι τίποτα παραπάνω από την εκχυδαϊσμό μιας ιδεολογίας. Ωστόσο ο Τζόν Μπέργκερ, μαρξιστής και σπουδαίος τεχνοκριτικός, θα ανασκευάσει αυτήν την άποψη λέγοντας πως ‘’η απάρνηση κάθε πολιτικής ιδεολογίας, καταντάει να αποτελεί από μόνη της μια πολιτική ιδεολογία”  

Προπολεμικά ο Ιονέσκο είχε φλερτάρει με τον φασισμό του Μουσολίνι,  που άφησε πίσω του, μετά το λουτρό αίματος του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

 Ο Ιονέσκο έφερε σε επαφή ένα πλατύ κοινό με έργα που περιέχουν πρωτοποριακές τεχνικές διαφόρων και διαφορετικών καλλιτεχνικών κινημάτων όπως υπαρξισμός και ο υπερρεαλισμός.  Τα έργα του κυριαρχούνται από το παράδοξο, το γκροτέσκο, την ειρωνεία και το ανατρεπτικό χιούμορ.

  Το επόμενο έργο του ο ”Βασιλιάς πεθαίνει” (1962) αναφέρεται στο άγχος απέναντι στο θάνατο, αφού πρόκειται για ένα βασιλιά που έχει γαντζωθεί στη ζωή και έχει χάσει την γνώση της προσωρινότητάς του. 

 ”Ο θάνατος, είναι η αγωνία μου, η φυλακή μου και η ελευθερία μου, η ελευθερία της γνώσης μου. Το να μην τον σκέπτεσαι και να μην θέλεις να τον γνωρίσεις, αυτό είναι παθολογικό και ανώμαλο, εφόσον εκείνοι που δεν τον γνωρίζουν, μας στερούν από τη γνώση του μέλλοντός μας…”,

 γράφει σε μεταγενέστερο έργο πάνω στο Μάκβεθ του Σαίξπηρ].

Δύο χρόνια αργότερα παρουσιάζει ένα πολύ φιλόδοξο έργο το ”Πείνα και Δίψα” το οποίο είναι εντυπωσιακό σαν σύλληψη αλλά δεν έχει συνοχή ενώ οι μονόλογοι πλατειάζουν και γενικότερα ο στόχος χάνεται επειδή το κέντρο βάρους μετατοπίζεται συνεχώς. Είναι ένα έργο που ενώ θέλει να είναι αντι-μπρεχτικό καταφέρνει να θυμίζει το επικό θέατρο του άσπονδου εχθρού του Μπρεχτ. Κατά τον Μάριο Πλωρίτη ο Σάμιουελ Μπέκετ σημειώνει καθοδική πορεία, μια βαθμιαία καταβύθιση στην απελπισία. Αντίθετα η πορεία του Ιονέσκο είναι ανοδική – βαθμιαία αναρρίχηση στην ελπίδα και στην πίστη στις πνευματικές και ψυχικές δυνάμεις του ανθρώπου.  

            Ο ”Νονός” του θεάτρου του παράλογου Μάρτιν Έσλιν στο ομώνυμο βιβλίο του γράφει κλείνοντας το κεφάλαιο για τον Ιονέσκο:

 «Ο Κορνέιγ τον κάνει να πλήττει, ο Σίλερ είναι ανυπόφορος, ο Μαριβό μάταιος, ασθενικός ο Μισέ, γελοίος ο Βίκτωρ Ουγκώ, καθόλου αστείος ο Λαμπίς, εύκολος ο Όσκαρ Ουάλιντ, βαρύς ο Ίψεν, αδέξιος ο Στρίντμπεργκ, ξεπερασμένος ο Πιραντέλλο, επιφανειακός ο Κοκτώ και ο Ζιραντού αλλά θεωρεί τον εαυτό του σαν μέρος της παράδοσης που περικλείει τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο, τον Σαίξπηρ, τον Κλάιστ και τον Μπύχνερ επειδή ακριβώς αυτοί οι συγγραφείς ενδιαφέρονται για την ανθρώπινη ύπαρξη με όλη την βιαιότητα του παραλογισμού της.» 

Μετά από όλον αυτόν τον απαξιωτικό κατάλογο, η Γαλλική Ακαδημία τον θεώρησε ικανό να συναναριθμηθεί ως εκλεκτό μέλος της το 1970, αφού το 1948 το γαλλικό κράτος τον έχρισε γάλλο πολίτη.

Το 1994 ο Ιονέσκο πεθαίνει στο Παρίσι.  Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του είχε σταματήσει να γράφει.

Ο Ιονέσκο θεωρούσε πως «η ουσία του θεάτρου είναι η διόγκωση. Για να ξεπεράσουμε την άχρωμη εκείνη περιοχή που δεν είναι ούτε ζωή ούτε θέατρο, πρέπει να υπερβάλλουμε, να σπρώχνουμε τα πρόσωπα, τις ιστορίες ακόμα και τα ντεκόρ πέρα από τα όρια του αληθινού και του αληθοφανούς, για να φτάσουμε σε κάτι που είναι πιο αληθινό απ’ την ίδια τη ζωή, στη μεγεθυμένη και θεατρική εικόνα της ζωής, που εισχωρεί βαθιά κάτω από την επιφάνεια της πραγματικότητας»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.