Loading...
ΠΡΟΦΙΛ, ΑΝΦΑΣ, ΤΕΤ Α ΤΕΤΠρωτοσέλιδοΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Λένη Ζάχαρη, Προφίλ ~ Ανφάς ~ Τετ α’ τετ, με τον Κώστα Χατζηαντωνίου

ΠΡΟΦΙΛ

Καλό μήνα, καλή Σαρακοστή αγαπητοί φίλοι. Καλεσμένος μας αυτή τη φορά, ο εξαιρετικός συγγραφέας, ιστορικός, δοκιμιογράφος, Κώστας Χατζηαντωνίου.


Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε στη Ρόδο. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της Δ.Ε. του «Ιδρύματος Κωστή Παλαμά» και διευθυντής του περιοδικού Κοράλλι. 

Στα Γράμματα εμφανίστηκε το 1990, όταν εξέδωσε το περιοδικό Ρέμβη. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει αφηγήματα, δοκίμια, ιστορικές μελέτες, βιογραφίες, καθώς και το μυθιστόρημα «Αγκριτζέντο» το οποίο κέρδισε το 2011 το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union for Literature). Το επόμενο βιβλίο του, «Εναντίον του χρόνου», έλαβε το βραβείο δοκιμίου του PEN Club. Το τελευταίο βιβλίο του, Ο κύκλος του χώματος, στάθηκε η αφορμή της συζήτησής μας για την ιστορία, το Σήμερα, τους Νεοέλληνες. Οι απόψεις του σταθερές και ξεκάθαρες. Με την διορατικότητα του ανθρώπου που μελετάει ιστορία και κρίνει.

ΑΝΦΑΣ

Λ.Ζ Κύριε Χατζηαντωνίου, σας καλωσορίζουμε στο “Περί ου”. Είναι χαρά και τιμή μου να συνομιλώ μαζί σας. Θα έλεγα ότι μια από τις αφορμές για τη συζήτηση αυτή είναι και το βιβλίο σας “Ο κύκλος του χώματος” (2017). Σας καθορίζει η Ιστορία ως άνθρωπο;

Κ.Χ. Ευχαριστώ θερμά, αγαπητή κ. Ζάχαρη, τόσο εσάς όσο και το φιλόξενο «Περί ου» για την τιμή αυτής της συνομιλίας. Από τα πρώτα μου συνειδητά χρόνια και τα πρώτα διαβάσματα ένιωσα, μάλλον διαισθητικά στην αρχή, πως η Ιστορία δεν είναι μια ανασκόπηση γεγονότων και αιτίων του παρελθόντος που θέτει εμάς στο ρόλο του παρατηρητή ή ενδεχομένως και του ερευνητή, αλλά ο φωτισμός του περιβάλλοντος εντός του οποίου ζούμε ή θα θέλαμε να ζούμε. Λέω το προφανές: είναι αδύνατο να υπάρξει άνθρωπος εκτός Ιστορίας. Φυσικά, αυτή την πραγματικότητα, είμαστε ελεύθεροι να την αρνούμαστε, με όποιο τρόπο, συνειδητό ή ασυνείδητο, θέλουμε ή μπορούμε. Η Ιστορία όμως, νομίζω πως τη βλέπω, είναι πάντα Εκεί, και μας χαμογελά σαρδόνια.

Λ.Ζ. Στο βιβλίο που ανέφερα, πλέκεται, σχεδόν όπως με το βελονάκι των γιαγιάδων, η ιστορία με τη μυθοπλασία. Γεγονότα πραγματικά και φανταστικά. Τι σας έκανε να ασχοληθείτε με την Κυπριακή τραγωδία, στο σημείο που ασχολείσθε, αλλά και με την “έκπτωση” αυτού του τόπου από τη Μεταπολίτευση και μετά;

Κ.Χ. Γεννήθηκα στη Ρόδο, στο μέσον ακριβώς της απόστασης μεταξύ Αθηνών και Κύπρου. Έζησα ως μικρό παιδί το κλίμα της κυπριακής τραγωδίας, σε απευθείας μετάδοση από το ραδιοφωνικό ίδρυμα Κύπρου. Αυτή η βιωματική σχέση έγινε τα χρόνια της ενηλικίωσης βαθύτερη καθώς σκεπτόμουν, έχοντας μεγαλώσει πια, ότι η ελληνική κοινωνία, στις δεκαετίες που επακολούθησαν, σφραγίστηκε από εκείνο το κομβικό 1974. Η μεταπολιτευτική δημοκρατία θεμελιώθηκε ακριβώς πάνω στη θυσία της Κύπρου και στη διάψευση σειράς εθνικών μύθων. Και, θαρρείς, πάνω σε μια κατάρα που δεν επέτρεπε τη χαρά από το τέλος της επτάχρονης τυραννίδας να γίνει πνοή ζωής και δημιουργίας αληθινής. Μια εποχή και μια χώρα, βλέπετε, δεν είναι μόνο οι πολιτικοί θεσμοί της, η πολιτική ελευθερία που δικαίως θεωρούμε δόξα της μεταπολίτευσης. Είναι και το κοινωνικό ήθος, το νόημα ζωής που συνέχει μια κοινωνία. Και εδώ η έκπτωση υπήρξε δραματική, τόσο δραματική που αναπότρεπτα θα έφτανε στον οίκο του ξεπεσμού που χτίσαμε πολύ πριν η χρεωκοπία μάς χτυπήσει την πόρτα.

ΤΕΤ~ Α ~ ΤΕΤ

Λ.Ζ. Στην “Καθημερινή”, νομίζω, λέτε πως “το 1974, ο πυρήνας αυτού του βιβλίου, δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί ως προς τις ιστορικές και τις κοινωνικές του συνέπειες. Ίσως αυτό μας εγκλωβίζει στον φαύλο κύκλο της κρίσης”. Έχουμε ευθύνη γι’ αυτό;

Κ.Χ. Ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος ελευθερίας και ευθύνης. Είμαστε συνεπώς υπεύθυνοι στο μέτρο που είμαστε ελεύθεροι, δηλαδή δυνατοί. Ας εξηγήσω τι εννοώ. Το 1974 είναι ένα ορόσημο που όπως προανέφερα δεν είναι μόνο πολιτικό. Ήταν απαρχή της δημιουργίας ενός παρασιτικού και αντικοινωνικού μαζάνθρωπου που διαπαιδαγωγήθηκε με το ψεύδος, δοξάστηκε ως ένστολος των κομματικών στρατών και όταν ήρθε ο λογαριασμός, κλήθηκε από τις ηγεσίες του καθεστώτος που τον εκμαύλισε, να… θυσιαστεί για να συνεχίσει αυτό το καθεστώς να υπάρχει. Και θυσιάστηκε. Μετά την αυταπάτη του 2015, ζούμε τώρα την παλιννόστηση όσων έσπειραν την καταστροφή αφού αυτοί που ανέλαβαν να ηγηθούν της αμφισβήτησης της εξουσίας του «παλαιού καθεστώτος», απέδειξαν, όταν ανέλαβαν την αρχή, πως μόνο η κοινωνική αναρρίχηση τούς ενδιέφερε. Ασφαλώς υπήρξαν εκατομμύρια τίμιων ανθρώπων που μπορεί να μην είχαν τη δύναμη ή τα μέσα να αντισταθούν αλλά τουλάχιστον δεν έβαψαν τα χέρια τους με τα χρώματα της χυδαιότητας. Ποια είναι η ευθύνη τους; Το γεγονός ότι είναι αδύναμοι. Κι αυτό, επειδή είναι ένα ιστορικό φαινόμενο που το ξέρουμε καλά, μόνο μαύρες σκέψεις γεννά.

Λ.Ζ. Οι Γαβαλάδες, του βιβλίου, έχουν σχέση και με άλλες ιστορικές στιγμές του Ελληνισμού, με ήττες και όχι μόνο. Η ιστορία αυτού του τόπου κρίνετε ότι έχει αποτιμηθεί και έχει γίνει δίδαγμα στο πώς θα πορευτεί ο σύγχρονος Ελληνισμός ή στην πλειονότητα είμαστε, εκούσια, σαν τους δεσμώτες του σπηλαίου, καταδικασμένοι στην αμάθεια και στις συνέπειές της;

Κ.Χ. Ας συνεχίσω την προηγούμενη σκέψη, με αφορμή αυτή την παρατήρηση για τους Γαβαλάδες, την οικογένεια που πρωταγωνιστεί στον «Κύκλο του χώματος» και ανακαλεί τη μνήμη ενός ένδοξου υστεροβυζαντινού οίκου. Η Ιστορία, όπως και όλες οι ανθρωπιστικές επιστήμες, δεν έχει δυστυχώς τον αυταπόδεικτο αντικειμενικό χαρακτήρα που έχουν οι θετικές επιστήμες. Η πάλη των τάξεων, των ιδεών, των εθνών και των χαρακτήρων, συγκροτεί πολλές «Ιστορίες». Μπορώ λοιπόν να μιλήσω για το πώς εγώ βλέπω την Ιστορία και το «σπήλαιο» στο οποίο είμαστε δεσμώτες: ως εντολή διάσωσης των υλικών και ψυχικών τοπίων των Ελλήνων από τη φθορά, είτε αυτή προέρχεται από ένα τρομερό γεγονός, είτε απλώς από το χρόνο. Ως υπεράσπιση της παρουσίας των πραγμάτων και σύνδεσης της στιγμής με τη διάρκεια, του ακαριαίου με ένα βαθύ παρελθόν που πολλοί νομίζουν πως έχει παρέλθει. Δεν έχει τόσο σημασία το συγκεκριμένο κάθε φορά ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, όσο το βίωμα. Ως άγγελος των ηττημένων και των λησμονημένων, των αφανών που βρίσκονται πιο πολύ απ’ όλους στο φως, ο ιστορικός –αλλά και ο καλλιτέχνης, επιτρέψτε μου να πω– κορφολογεί όσα περνούν απροστάτευτα από το μαχαίρι του χρόνου και τους τροχούς της Ιστορίας για να αποκαταστήσει (πέρα από την επιφάνεια του αισθητού και του εξωτερικού) το πνευματικό βάθος της σχέσης του ανθρώπου τόσο με την ύλη όσο και με τον εσώτατο εαυτό του.

Λ.Ζ. Μιλώντας για πρόσωπα τόσο του βιβλίου όσο και στην προέκταση αυτού, οι σκέψεις μου πηγαίνουν στους ήρωες σας. Πρόσωπα που χαρακτηρίζουν και χαρακτηρίζονται από την εποχή τους. Δύο ξεχωρίζουν γιατί φαίνεται πως “τραβάνε” την οικογένεια στο σήμερα. Ο Μιχαήλ και ο Παύλος. Επαναστατούν, καθένας με τον τρόπο του, και κατακτούν μια μορφή ελευθερίας. Αντιπροσωπεύουν τον Νεοέλληνα και σε ποιο βαθμό;

Κ.Χ. Δυστυχώς όχι. Τα δύο αυτά πρόσωπα είναι μορφές αντίστασης σε αυτό που είναι ο Νεοέλληνας σήμερα. Ανοίγω παρένθεση: σε αυτό που έγινε ο Νεοέλληνας μετά το 1922, άλλο ορόσημο που είναι ακόμη πιο τρομακτικό αφού εξέλιπε ο λόγος υπάρξεως του νέου ελληνισμού. Αλλά αυτό είναι μεγάλη συζήτηση που θα μας πήγαινε αλλού. Επιστρέφω στα δύο πρόσωπα που συμβολίζουν δύο τάσεις αντίστασης στην εθνική εξαχρείωση. Η μία (του Μιχαήλ) παίρνει το δρόμο της ασκητικής θρησκευτικότητας, συνδέεται με τη μεταφυσική και συνήθως θεωρείται τάση «συντηρητική». Η άλλη (του εξαδέλφου του Παύλου) επιλέγει την οδό της πολιτικής δράσης ή της επιστήμης και συνήθως ονομάζεται «προοδευτική». Το τραγικό είναι ότι αποτυγχάνουν και οι δύο αυτές μορφές αντίστασης. Μη μου ζητήσετε να σας πω γιατί. Το ουσιώδες είναι η βαθιά υπαρκτική ήττα (οι δυο χαρακτήρες παύουν να «ανήκουν» οπουδήποτε) που τους αναγκάζει όχι να συνθηκολογήσουν αλλά να «κρυφτούν». Όχι για να μη βλέπουν τον κόσμο και τον πραγματικό του άρχοντα, τον άρχοντα του αιώνος τούτου, αλλά για να κατακτήσουν μιαν ύστατη ψευδαίσθηση ελευθερίας.

Λ.Ζ. Η “σκιά” που πέφτει βαριά πάνω στους Γαβαλάδες είναι ο αγνοούμενος ήρωας του Κυπριακού, κατά την απόβαση των Τούρκων το 1974, Αλέξανδρος Γαβαλάς. Η στάση του Ελληνικού κράτους απέναντι στο θέμα αυτό πληγώνει. Σήμερα βρισκόμαστε ενώπιον μιας μεγάλης κρίσης. Είναι αυτός ο λαός, καταρχήν, έτοιμος να αντιμετωπίσει σοβαρά τις εξελίξεις; Είναι αληθινά ενημερωμένος;

Κ.Χ. Δεν ξέρω ειλικρινά πώς να χαρακτηρίσω την απάθεια με την οποία αντικρίζουμε το γεγονός της δολοφονίας των αγνοουμένων, ένα έγκλημα πολέμου δηλαδή, που προσπερνούμε απολαμβάνοντας τουρκικά σήριαλ ή εξαντλώντας την ευαισθησία μας για ένα (απαράδεκτο ασφαλώς) χυδαίο σχόλιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν πιστεύω πια σε γενικές διακηρύξεις, σε συλλογικά ονόματα. Τι σημαίνει σήμερα π.χ. λαός όταν κι ο λαός έχει πάψει να είναι λαϊκός; Αυτό που γνωρίζω σίγουρα είναι πως υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες αξιοπρεπείς άνθρωποι, με αγάπη στην πατρίδα τους και έγνοια για το διπλανό τους, όπως υπάρχουν και εκατοντάδες χιλιάδες πλήρως αδιάφοροι. Η Ιστορία βέβαια, επανέρχομαι σε αυτό, εξελίσσεται απαθής: οι συνέπειες θα μας αφορούν όλους. Όσο για την «ενημέρωση», θεωρώ πως πρόκειται για λέξη που μάλλον ως κακόγουστο ανέκδοτο μπορεί να ακούγεται. Ο Ιωάννης Καποδίστριας έλεγε κάποτε προς τους μεγάλους κοτζαμπάσηδες «δέκα είστε οι φθορείς του έθνους». Αν είχαμε σήμερα ένα γενναίο πολιτικό, αυτό ακριβώς θα έλεγε προς τους ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης: «δέκα είστε οι φθορείς του έθνους». Αλήθεια, έχουμε καταλάβει ότι η τηλεοπτική πραγματικότητα (που σχηματίζεται από ένα τετράγωνο χυδαιότητας, υπερβολής, αποσιώπησης και παραπληροφόρησης) είναι σήμερα ο πιο ισχυρός εκπαιδευτικός οργανισμός στη χώρα; Συνειδητοποιούμε τις συνέπειες;

Λ.Ζ. Αναφερθήκατε στον Καποδίστρια. Ποιος τύπος «ηγέτη» ταιριάζει στον ελληνικό λαό; Ή μήπως κι αυτό είναι θέμα προπαγάνδας και ετεροκατεύθυνσης;

Κ.Χ. Σκέπτομαι πόσες κοινοτοπίες έχουν ακουστεί για τη σχέση λαού- ηγέτη και διστάζω να απαντήσω. Αυτό για το οποίο όλοι θα συμφωνούσαν είναι ότι εξαιρετικές προσωπικότητες θα γεννιούνται διαρκώς. Πότε όμως αναγνωρίζονται ως ηγέτες; Ας σκύψουμε στην Ιστορία. Το 1827 μόνον ο Ιωάννης Καποδίστριας μπορούσε να καθοδηγήσει την Επανάσταση προς ένα κράτος το οποίο θα ήταν σύγχρονο χωρίς να απαρνιέται τις σταθερές αξίες του, ένα κράτος ικανό να συνδυάζει την παράδοση και τους ανοιχτούς ορίζοντες. Κάποιοι Έλληνες τον βρήκαν, του έδωσαν την εξουσία, τον στήριξαν. Κάποιοι άλλοι όμως, που ταύτιζαν την πατρίδα με τον εαυτό τους, τον σκότωσαν. Αυτό επαναλήφθηκε το 1910- 1920, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Σημαιοφόρος των νέων ιδεών της Επανάστασης του 1909 και δημιουργός της Μεγάλης Ελλάδας, δέχθηκε σφαίρες Ελλήνων την επαύριον της συνθήκης των Σεβρών. Θα πω λοιπόν κάτι που θα ακουστεί προκλητικό. Σε αντίθεση με τη θεωρία πως μεγαλουργούμε ενωμένοι, πιστεύω πως τις μεγάλες ιστορικές στιγμές και εθνικές επιτυχίες τις ζούμε μόνο… διχασμένοι. Εννοώ πως μόνον όταν ένας ισχυρός ηγέτης προχωρεί με αποφασιστικότητα μπροστά, ριψοκινδυνεύοντας ακόμη και τη ζωή του, καθώς ξένα και ντόπια συμφέροντα θα αντιδράσουν, ο ελληνικός λαός κάνει ένα βήμα εμπρός. Πότε εμφανίζεται ένας τέτοιος ηγέτης; Μόνο όταν ένας απελπισμένος λαός πραγματικά θα τον θέλει. Όταν ζει στο 1827 ή στο 1909.

Λ.Ζ. Βέβαια, υπάρχει εκείνος ο τύπος «ηγέτη» που κάνει προσωπικές θυσίες, ίσως γι’ αυτό και λάθη… πολιτικά, μια και δεν είναι «πολιτικός». Ας επιμείνω λοιπόν στον Καποδίστρια. Εσείς έχετε άποψη μέσα από τα «Απομνημονεύματα» της Ρωξάνδρας Στούρτζα σχετικά με τις προθέσεις του και όχι μόνο.

Κ.Χ. Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν απλώς μια χαμένη ευκαιρία για να ξεκινήσει με τον τρόπο που έπρεπε το νεοελληνικό κράτος. Είναι το υπόδειγμα πώς οφείλει να είναι ο ηγέτης αλλά και πώς εμείς πρέπει να αξιώνουμε να είναι οι ηγέτες μας. Θα επιτονίσω την ανάγκη συνδυασμού Παράδοσης και Σύγχρονης Αντίληψης, Ανεξαρτησίας και Εξωστρέφειας, τη θυσία του εγωισμού και την πίστη σε μια ατομική αποστολή. Δυστυχώς έχουμε εθιστεί να βλέπουμε αυτές τις επιλογές ως αντίρροπες επειδή έτσι μας έμαθαν οι δύο παρατάξεις της παρασιτικής άρχουσας τάξης, η «ανατολική» και η «δυτική» που δεν είναι εν τέλει ούτε ανατολική ούτε δυτική αλλά μία, διπρόσωπη και κλεπτοκρατική. Είναι απλώς οι κρυφοί συνεταίροι της παρακμής που έχουν στήσει τους σαράφικους πάγκους τους στις δυο πλευρές του δρόμου απ’ όπου περνάνε οι υποψήφιοι πελάτες τους. Όσο για την Ρωξάνδρα Στούρτζα, μόνο απελπισία φέρνει στη σκέψη ποιο ήταν κάποτε το πρότυπο της Ελληνίδας και ποιο είναι σήμερα.

Λ.Ζ. Υπήρξαν και άλλοι ηγέτες, όπως ο αυτοκράτορας Ιωάννης Βατάτζης, που επίσης γνώριζαν τι θα πει «προσωπική θυσία». Αν τις εξελίξεις τις γνωρίζουμε και τις συνέπειες τις έχουμε γευτεί γενιές και γενιές, αυτή η έννοια της «προσωπικής θυσίας» τι θα μπορούσε να σημαίνει σήμερα; Από πού πήγαζε τότε; Και ποιοι είναι οι λόγοι που δεν τη συναντούμε σήμερα;

Κ.Χ. Η θυσία στον ελληνικό πολιτισμό –στη διαχρονία του, την αρχαία, τη βυζαντινή, τη νεοελληνική– ξεκινά από τη βαθιά συναίσθηση του ανθρώπου ως τραγικής ύπαρξης. Αν ο αρχαίος Έλληνας είχε μπροστά του το τραγικό επίτευγμα και ο βυζαντινός την ορθόδοξη αποταγή του κόσμου να τον καθοδηγούν σε αυτή την αυτοθυσία, ποια αρχή θα μπορούσε να εμπνεύσει τον σύγχρονο Έλληνα για να επαναλάβει αυτή την «εκστατική» συμπεριφορά; Μόνο αυτό που χάθηκε: η βαθιά συνείδηση πως δεν είμαστε τυχαία όντα της στιγμής αλλά πρόσωπα σε μια αιώνια ανολοκλήρωτη πινακοθήκη. Αλήθεια, πιστεύει κανείς πως καλλιεργείται οπουδήποτε στη σημερινή Ελλάδα η ιδέα της θυσίας; Στα τριάντα χρόνια της λαμπρής βασιλείας του Ιωάννη Βατάτζη τον 13ο αιώνα, να ένα παράδειγμα, κανένα ελληνικό σχολείο δεν αναφέρεται. Είναι τυχαίο αυτό; Ποιος μας στερεί το θετικό παρελθόν μας; Ποιος «απομυθοποιεί» ό,τι ξεχωρίζει γιατί δεν ανέχεται οτιδήποτε υπερβαίνει το σαρκίο του; Αυτός που πιστεύει πως ζωή σημαίνει «να περνούμε καλά τώρα». Ο ανόητος που δεν καταλαβαίνει πως χωρίς θυσίες κανείς δεν μπορεί εσαεί να περνάει καλά. Ο ανόητος Νεοέλληνας που νομίζει πως αν καεί, θα εξαφανίσει την ύπαρξή του. Ο ανόητος που απορεί όταν ο νέος, διψασμένος για ιδέες που θα άξιζαν κάθε θυσία, καίει τα θεοποιημένα σύμβολα της καταναλωτικής κοινωνίας.

Λ.Ζ. Μία ερώτηση που είχα κατά νου ήταν ακριβώς αυτή. Δηλαδή, ο Νεοέλληνας είναι ένας τύπος ανθρώπου ή μήπως αυτό το «τσουβάλιασμα» ενέχει κινδύνους και πιθανόν έχει κάποιο στόχο;

Κ.Χ. Ένα καθεστώς κρίνεται από το είδος των πολιτών που ενθαρρύνει. Αν ενθαρρύνει δηλαδή τους καλύτερους ή τους χειρότερους – και δεν εννοώ φυσικά τους καλύτερους ή χειρότερους ανθρώπους (επ’ αυτού αρμόδιοι είναι οι χολερικοί ηθικολόγοι των επιφυλλίδων που κρίνουν και κατακρίνουν τους πάντες πλην του αθώου εαυτού τους βεβαίως), αλλά τους καλύτερους και τους χειρότερους πολίτες. Είναι φανερό ότι το μεταπολιτευτικό καθεστώς κανάκευε και ενθάρρυνε όσους «πολίτες» είχαν ελαστική ή στρεβλή αντίληψη των ατομικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών τους υποχρεώσεων. Κι ο λόγος ήταν φανερός. Το καθεστώς αυτό δεν ήθελε πολίτες, ούτε όμως πελάτες ή υπηκόους, όπως παλαιότερα, την εποχή του αυταρχισμού και της πατριδοκαπηλίας. Ήθελε συνενόχους. Κάπως έτσι ετέχθη ο μεταπολιτευτικός μαζάνθρωπος. Ο μαζάνθρωπος αυτός αποτελεί μετάλλαξη του Νεοέλληνα που δεν ξεκίνησε βέβαια με αυτό το «όραμα». Δεν υπάρχει δηλαδή ένας δεδομένος ανθρωπολογικός τύπος, καλός ή κακός, αλλά ένας τύπος εκπαιδευμένος από τέσσερις αιώνες δουλείας και έναν αιώνα (μετά το 1922) χωρίς έρμα. Προσοχή όμως. Η αυτοκριτική αυτή δεν πρέπει να οδηγεί στη συνθηκολόγηση με την ψευτιά και την καθυστέρηση. Γιατί, ο στόχος κάποιων είναι προφανής. Να μην αναλαμβάνουν οι πολίτες το πεπρωμένο τους και το ανάλογο κόστος μιας ακέραιης ζωής και να ενδιαφέρονται μόνο για την ατομική τους επιβίωση, ανεχόμενοι μιαν άρχουσα τάξη που στέρησε από τους νεότερους τις βρύσες της αληθινής ζωής, που επιχωμάτωσε ή βοθροποίησε συστηματικά κάθε πηγή αξίας είτε με την άρνηση είτε με την καπηλεία.

Λ.Ζ. Κύριε Χατζηαντωνίου, εδώ και αρκετό καιρό βρισκόμαστε ως χώρα ενώπιον μιας κατάστασης το λιγότερο προσβλητικής με τη γειτονική Τουρκία. Τι κάνει τις κυβερνήσεις μας ενδοτικές και ανήμπορες σχεδόν να εφαρμόσουν λ.χ. το δίκαιο της θάλασσας σχετικά με τα δώδεκα μίλια και την υφαλοκρηπίδα; Γιατί στεκόμαστε «μαγκωμένοι» μπροστά στον… τσαμπουκά και στην αναίδεια των γειτόνων αναφορικά με την ΑΟΖ;

Κ.Χ. Θα ήταν οξύμωρο να περιμένουμε από ένα καθεστώς, όπως το περιέγραψα και από έναν τύπο ανθρώπου που έχει ως ύψιστη αξία βίου τον διαρκή συμβιβασμό και την υποχωρητικότητα για να μη διαταράσσεται η καταναλωτική προοπτική του, πως θα επιδείξει αποφασιστικότητα στην υπεράσπιση της εθνικής ακεραιότητας ή και την προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Το πολιτικό σύστημα παραμένει εγκλωβισμένο στην αυταπάτη ότι μπορεί να εξευμενίσει με μικρές υποχωρήσεις, παρακλήσεις ή επικλήσεις αρχών του διεθνούς δικαίου την τουρκική επιθετικότητα. Αυτή όμως δεν είναι προϊόν συγκυρίας αλλά νομοτελειακή ιστορική ροπή, ροπή επέκτασης. Αυτόν τον επεκτατισμό μόνο ένας λαός με ηρωικό και αντιστασιακό φρόνημα και μια ευφυής ηγεσία που δεν θα θέτει το ταξικό της συμφέρον πάνω από το έθνος, μπορεί να αντιμετωπίσει. Να γιατί πιστεύω ότι όλα τα εθνικά ζητήματα –και τέτοια δεν είναι μόνο αυτά της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής αλλά και η παιδεία, η οικονομία, ο πολιτισμός μας– είναι εν τέλει ένα και το αυτό Πολιτικό Ζήτημα, το οποίο αν δεν λυθεί με θετικό τρόπο στο σταυροδρόμι που βρισκόμαστε, θα μας παρασύρει, της δημογραφικής κατάρρευσης συνεργούσης, στο μουσείο της Ιστορίας.

Λ.Ζ. Σας ευχαριστώ πολύ για την εξαιρετική συζήτηση, για την παρουσία σας στο «Περί ου» και βέβαια για την καθαρότητα των θέσεών σας. Να είστε πάντα καλά!

Κ.Χ. Οφείλω κι εγώ να σας ευχαριστήσω για αυτή την αφορμή να μιλήσουμε για πράγματα που μας πονούν, για καταστάσεις που μας στενοχωρούν αλλά και για μια Πατρίδα που αγαπούμε, όσοι τουλάχιστον πιστεύουμε πως οι ιδιότητες του ανθρώπου δεν είναι τυχαίες αλλά υποστασιακές της μίας, ανεπανάληπτης και αναντικατάστατης ύπαρξής του.

One comment
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.