Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Φωτεινή Χρηστίδου: Ιωάννα Καρυστιάνη, Χίλιες ανάσες, Εκδόσεις Καστανιώτη

Το τελευταίο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη ξεκινάει με τη μακάβρια σκηνή της αναγνώρισης ενός αποσυνθεμένου ανδρικού σώματος που πιάστηκε τον Νοέμβρη του 2015 στα δίχτυα ψαρά στα ανοικτά της Σύρου. Η Πηγή Βογιατζή που κλήθηκε να αναγνωρίσει τον πνιγμένο είχε δηλώσει ήδη από τον Αύγουστο την εξαφάνιση του συζύγου της, Στέλιου, από την τοποθεσία Φουντωτός Βράχος, στο νησί τους Κουκούτσι.  Η γυναίκα αναγνώρισε στο παραμορφωμένο σώμα ομοιότητες με εκείνο του συζύγου της, παρέλαβε τη σωρό και προχώρησε στην ταφή, αν και διατηρούσε μέσα της κάποιες αμφιβολίες για την ταυτότητα του νεκρού, που όμως δεν εκμυστηρεύτηκε ούτε  στις επιστήθιες φίλες της, Πόπη και Πέπη, πολύ δε περισσότερο στη νεαρή κόρη της Αμαλία, εθελόντρια σε προσφυγικό καταυλισμό της Σάμου. ‘’ Δεν ζητούσε πια παρά έναν τάφο, Θεέ μου, λυπήσου μας και δώσε ημίν, δώσε μου έναν τάφο, να τελειώνουμε. Τον πήρε τον τάφο. Ησύχασε όμως; ‘’ Από το σημείο αυτό και σε όλη τη ροή της αφήγησης ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός του δράματος της Πηγής που βασανίζεται τόσο από το πένθος όσο και από αμφιβολίες, ενοχές, υποψίες, τύψεις και σενάρια. Τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα όταν ο αναγνώστης πληροφορείται πως πριν σαράντα χρόνια, το 1975, στο ίδιο σημείο είχε βρει τραγικό θάνατο από πτώση και πνιγμό η δεκαοκτάχρονη Νίνα καθώς πόζαρε για να την φωτογραφίσουν οι συμμαθητές της, Στέλιος, Ηλίας και Ισίδωρος, που την συνόδευαν. Οι τρεις νέοι ήταν ερωτευμένοι με την Νίνα και σ΄ εκείνη τη μοιραία συνάντηση η κοπέλα επρόκειτο να τους ανακοινώσει ποιον είχε επιλέξει. Το συμβάν στιγμάτισε τη ζωή των αγοριών που ποτέ πια δεν κατόρθωσαν να ορθοποδήσουν ψυχικά. Από τους τρεις μόνον ο Στέλιος έκανε οικογένεια. Με την Πηγή συνδέονταν ερωτικά από την εφηβεία τους, πριν εμφανιστεί στο νησί η Νίνα, και παντρεύτηκαν όταν εκείνος επέστρεψε μετά από σπουδές και διαμονή στο εξωτερικό. Με πυρήνα τους δύο αυτούς πνιγμούς, που μοιραία συνδέονται, στήνεται η πλοκή του μυθιστορήματος. Το παρελθόν, απωθημένο στη συνείδηση και τη μνήμη των πρωταγωνιστών, αίφνης προβάλλεται προκλητικά στο παρόν. Όσοι όμως είναι εν ζωή και γνωρίζουν είτε έχουν αποσυρθεί κρατώντας το στόμα τους κλειστό, είτε έχουν φύγει από το νησί αφήνοντας καίρια ερωτήματα να πλανώνται. Όπως είναι φανερό η αφήγηση έχει αποχρώσεις νουάρ, τα κοινωνικά στοιχεία όμως υπερτερούν σαφώς, όπως και η καταγραφή των διακυμάνσεων στην ψυχολογία των ηρώων και το ξεδίπλωμα των χαρακτήρων που είναι όλοι τους ρεαλιστικοί και αναγνωρίσιμοι.

Η ανθρωπογεωγραφία του μυθιστορήματος είναι πλούσια, με πλήθος προσώπων να συνθέτουν την κοινωνία του νησιού και να αποτυπώνουν τη ζωή του, εξού και ο τίτλος, όπως προκύπτει από τα λόγια του Στέλιου ‘’ο τόπος μας είναι χίλιες ανάσες.’’ Από την φαρμακοποιό, την γηραιά φιλόλογο Φιλοθέη, τον νεαρό ιδιοκτήτη συνεργείου αυτοκινήτων, την Αλβανίδα οικιακή βοηθό, το συνεργείο για χτισίματα και μερεμέτια, επίσης αλβανικής καταγωγής, τον οδοντίατρο και αρκετά ακόμη, έως τους περισσότερο εμπλεκόμενους στην υπόθεση, την Τατιάνα Τζεφριού, μητέρα της Νίνας, τον Μάνο Λουκάκη, εθελοντή των γιατρών χωρίς σύνορα στη Σάμο και φίλο της Αμαλίας, τον Θεόδωρο Βογιατζή, ξάδερφο του Στέλιου, τον μοναχό Αγάπιο, τον Μακεδόνα υπαρχιφύλακα Ιορδάνη Χατζηζαμάνη, τις Αγγλίδες ψυχαναλύτριες που περνούν στο νησί χρόνο χαλάρωσης.                                       Αρκετές αναφορές γίνονται στην τοπιογραφία του νησιού, τα γεωλογικά του χαρακτηριστικά στα οποία αποδίδεται η αρχική του ονομασία, Λιθάρια, τις καλλιέργειες, το γεωγραφικό ανάγλυφο, τα τοπωνύμια, τις παραλίες.

Τα θέματα που πραγματεύεται το μυθιστόρημα είναι πολλά, επίκαιρα και σήμερα. Η οικονομική κρίση με τις επιπτώσεις της στο εισόδημα των πολιτών, την ανεργία των νέων, την ανέχεια και τη φτωχοποίηση ενός τμήματος της κοινωνίας.  Η έξαρση του προσφυγικού με τις ολοένα αυξανόμενες ροές προς τα νησιά του Αιγαίου, τα πάμπολλα ναυάγια, τους τραγικούς πνιγμούς πλήθους ανθρώπων, την αλληλεγγύη των ντόπιων και των εθελοντών, τις διασώσεις. 

 ‘’Ο Μάνος Λουκάκης και η Αμαλία Βογιατζή, όσο κουρασμένοι και να ήταν μετά από δεκαπεντάωρες βάρδιες, έκανα έρωτα, μία δύο κάποτε και τρεις φορές το ίδιο βράδυ. Χωρίς να το αναλύουν, ήξεραν πως δεν ήταν το ερωτικό πάθος του φρέσκου δεσμού, ήταν η ανάγκη να κολλούν ο ένας με τον άλλον για να σιγουρεύονται ότι δεν περνούσε ο καθένας μόνος του αυτά που ζούσαν. Κάθε σφιχτό αγκάλιασμα ως τους πυκνούς ερωτικούς σπασμούς ήταν αντίδοτο στον θάνατο και την απόγνωση.’’ σ. 239

Η αδιαφορία της πολιτείας για το μικρό, φανταστικό βέβαια, αιγιοπελαγίτικο νησί Κουκούτσι, πρώην Λιθάρι, πρώην τόπο εξορίας για πολιτικούς κρατουμένους, που αντικατοπτρίζεται ακόμη και στο όνομά του, και το συνακόλουθο αίσθημα εγκατάλειψης που διακατέχει τους κατοίκους του.

‘’ Υπάρχουν μέρη που είναι είκοσι χρόνια μπροστά και άλλα που μένουν είκοσι χρόνια πίσω. Το Κουκουτσάκι δεν μπορούσε να πάρει μπρος. Κι αν με διαυγή ατμόσφαιρα και μεγάλη ορατότητα ατένιζε το περίγραμμα πολλών νησιών μακριά κι αυτό ήταν οπωσδήποτε μια παρηγοριά, με τη μούρη του ουρανού αλευρωμένη έμοιαζε κατάμονο, ένας ξεχασμένος ντενεκές στην αποθήκη της θάλασσας.’’ σ. 302

Η παραίτηση και η ιδιώτευση ανθρώπων, όπως ο αρχιτέκτονας Θεόδωρος Βογιατζής με το αντιστασιακό κατά της Χούντας παρελθόν, είτε λόγω διάψευσης οραμάτων και ονείρων είτε από λιποψυχία ή, όπως στην περίπτωση των τριών φίλων, Στέλιου, Ηλία και Ισίδωρου, εξαιτίας του φοβερού δυστυχήματος  που καθόρισε το μέλλον τους και τους οδήγησε σε αναχωρητισμό.

 ‘’ Άλλος ένας που αντιστάθηκε για μια-δυο σεζόν στα προ Χριστού νιάτα του και μετά λούφαξε, τυλιγμένος με την κάπα της πικρής σοφίας, το σάβανο κάθε εξέγερσης. Τραγικά, τραγικά παραιτημένος ο θείος του ένδοξου Πολυτεχνείου, αντί για λάβαρο ανέμιζε πια τη σαχλή άσπρη του αλογοουρά.’’ σ. 306

 ‘’ Ισίδωρος, Ηλίας και Στέλιος είχαν δει τα μάτια της, το βλέμμα του ανθρώπου σε τέτοια στιγμή, να σου ζητάει βοήθεια, να σου λέει, μη μ΄αφήσεις να πεθάνω κι εσύ να μην μπορείς να κάνεις τίποτε. Γι΄αυτό στα μετέπειτα χρόνια ο Στέλιος δεν κοιτούσε για πολύ ίσια στα μάτια, το ίδιο και ο Ισίδωρος και ο Ηλίας, τους είχε πιάσει να κοιτούν επίμονα το κενό, τα παπούτσια τους, τους αγίους, μια άδεια καρέκλα. Μόλις τώρα, η Πηγή συνειδητοποιούσε τι έβλεπαν οι τρεις σε όλα τα μάτια, γνώριμα και ξένα.’’ σ. 272-3

Με ύφος άλλοτε ανάλαφρο άλλοτε δραματικό, σαρκαστικό ή αυστηρό, πάντοτε με βαθιά γνώση της γυναικείας κατάστασης, η συγγραφέας πραγματεύεται και το θέμα της γυναικείας φιλίας. Πηγή, Πόπη και Πέπη, τρεις γυναίκες γύρω στα εξήντα πολύ διαφορετικές μεταξύ τους αλλά δεμένες με δυνατά αισθήματα τρυφερότητας και αγάπης, αλληλοστηρίζονται και αλληλοπροστατεύονται. Η Πηγή, μηχανικός αυτοκινήτων, η ιππότισσα της ασφάλτου όπως την αποκαλούν, ορφάνεψε μικρή από μάνα και μεγάλωσε με τον πατέρα της, είναι μια γυναίκα δυναμική αλλά και ευαίσθητη ταυτόχρονα. Δια βίου ερωτευμένη με τον αδικοχαμένο Στέλιο, προσπαθεί να συνέλθει μετά τον τραγικό χαμό του με τη συμπαράσταση κυρίως των δύο φιλενάδων της και της κόρης της. Η Πόπη, μεταφράστρια και συγγραφέας, ζούσε για πολλά χρόνια μεταξύ Αθήνας και νησιού, περνάει μια οδυνηρή κρίση ηλικίας, προβληματίζεται διαρκώς με τις επιλογές και γενικά τη ζωή της, επαγγελματική και προσωπική, και καταλήγει μόνιμη κάτοικος στο Κουκούτσι με συγκάτοικο ένα συμπαθές τετράποδο. Η Πέπη, εγκλωβισμένη για χρόνια σε έναν κακοποιητικό γάμο που την τραυμάτισε ψυχικά, χήρα εσχάτως, ζει έξω από την πόλη συντροφιά με την κατσίκα και τις φτωχές της καλλιέργειες, παραδομένη στον ελεύθερο χρόνο της στη μαγεία του σινεμά, μέσω ντιβιντί, μιας και δεν υπάρχει κινηματογράφος στο νησί.  

‘’ Πηγή, Πέπη, Πόπη, τα ονόματά τους και μόνον ήταν ένας άριστος οιωνός καλής χημείας, οπότε respect στις ακεφιές τους. Διαφορετικοί μεν χαρακτήρες αλλά με τα χρόνια η σούπερ Πηγή μαγνήτιζε το ενδιαφέρον της επειδή είχε αρκεστεί σε έναν μόνο και τόσο περιπετειώδη έρωτα ζωής, είχε και από Πηνελόπη και από Ηρακλή, η Πέπη πάλι, άλλο φρούτο, την κέρδιζε με την ταπεινότητα και την αμεσότητά της, μια ηρωίδα από εκλεκτό ρώσικο διήγημα που, ενώ είχε ζήσει πολλή σκλαβιά και πολλή αδικία, δεν είχε χάσει την καλή της καρδιά. Ας το έπαιρνε όμως απόφαση (η Πόπη) ότι οι φίλες της δεν θα ήταν διαθέσιμες ανά πάσα ώρα και στιγμή, δεν όφειλαν να ασχολούνται διαρκώς μαζί της μη τυχόν και πλήξει ή αισθανθεί μια ελαφρά αποσταθεροποίηση.’’ σ. 234

Ξεχωριστή θέση στην ιστορία κατέχει η κόρη της Πηγής και του Στέλιου, Αμαλία, καθώς εκφράζει τη νέα γενιά που αν και είναι προικισμένη με ευφυία και μόρφωση έχει πληγεί σκληρά από την οικονομική κρίση και την έλλειψη ευκαιριών επαγγελματικής αποκατάστασης. Η Αμαλία απογοητεύεται, αλλά δεν το βάζει κάτω. Η ελπίδα στο μυθιστόρημα φέγγει από το δυναμισμό, την αποφασιστικότητα, την ενεργή συμμετοχή της κοπέλας αυτής και του συντρόφου της. Με αναφορά στις επώδυνες καταστάσεις που καλούνται να διαχειριστούν στη Σάμο ολοκληρώνεται η αφήγηση και με τη μέθοδο της τραγικής ειρωνείας αποκαλύπτεται στον αναγνώστη, στις πέντε γραμμές της επιλογικής παραγράφου, η αλήθεια για τον νεκρό που έθαψε η Πηγή στο Κουκούτσι.

Το βιβλίο, πέρα από την γοητευτική πλοκή του και τους ενδιαφέροντες χαρακτήρες που ζωντανεύει, αξίζει να διαβαστεί και για έναν ακόμη λόγο, τη γλώσσα. Μια γλώσσα καθημερινή, όπως καθημερινοί είναι και οι ήρωες της ιστορίας, αλλά με ρυθμό, ροή και ρώμη, κάποιες φορές ελλειπτική, απαιτεί την προσοχή του αναγνώστη και άλλες επινοητική σε λογοπαίγνια, με αφοπλιστική προφορικότητα στους διαλόγους, αληθινή απόλαυση .

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.