Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Βάλτερ Μπένγιαμιν, ένας ρομαντικός στην ακμή μιας απάνθρωπης εποχής  

ΟΙ ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ, Η ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ

 

Σε μια λίγο περίεργη αποστροφή του ο Σάμιουελ Μπέκετ συμβουλεύει: «Απότυχε καλύτερα». Προτάσσει το ρήμα πιθανολογώντας πως συνήθως αποτυχαίνει κανείς στους στόχους του, είτε γιατί βάζει τον πήχη ψηλότερα από τις δυνάμεις του είτε γιατί η επιτυχία μοιάζει κάπως με την ευτυχία. Είναι λιγοστή και στιγμιαία. Δεν έχει διάρκεια. Το ‘απότυχε’ όμως του Μπέκετ συνοδεύεται από το συγκριτικό ‘καλύτερα’. Δηλαδή την αποτυχία μπορεί ν’ ακολουθεί μια αντίθετη πορεία;

Στην περίπτωση του Μπένγιαμιν πάντως αυτό επιβεβαιώθηκε και μάλιστα όχι με μια καλύτερη αποτυχία αλλά μ’ ένα σχήμα μακριά από αυτό το οξύμωρο. Κατάφερε μέσα  στην αντίξοη συνθήκη του γερμανικού μεσοπολέμου και με τη φυλή του σε ρόλο αποδιοπομπαίου τράγου να γίνει ένας πολυγραφότατος συγγραφέας από τους πιο πρωτότυπους, ενδιαφέροντες και ρηξικέλευθους της εποχής του.

Πριν φθάσει όμως σ’ αυτό και χωρίς να προλάβει να συμπληρώσει το έργο που είχε σχεδιάσει, είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη διατριβή του επ’ υφηγεσία με θέμα την «Καταγωγή του γερμανικού δράματος», αφού το Πανεπιστήμιο την απέρριψε κι ας είχε σπαταλήσει σ’ αυτήν εννιά χρόνια. Ακόμα είδε τις μεταφράσεις του, των «Ανθέων του Κακού» του Μπωντλαίρ, ενός μέρους του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ και της «Ανάβασης» του Σαιν Τζων Περς να αγνοούνται παντελώς.

Ακολούθησαν κι άλλες αποτυχίες ανάμεσα στα πολυδιαβασμένα κείμενά του, καθώς κι η άρνησή του ν’ ακολουθήσει τους φίλους του στην Αμερική.

ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

 

 Αλλά ας ξετυλίξουμε το κουβάρι του βίου του από την αρχή.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν γεννήθηκε οκτώ χρόνια πριν την αυγή του 20ου αιώνα στο Βερολίνο [1892] και πέθανε αυτοδηλητηριαζόμενος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Πορτ – Μπου στα Πυρηναία, ενώ επιχειρούσε να φύγει μακριά από την Ευρώπη, πριν συμπληρώσει τα 50 του χρόνια [1940]. Η ειρωνεία είναι ότι αν έκανε μια μέρα υπομονή θα είχε απελευθερωθεί και θα είχε ζήσει. Φαίνεται όμως πως η αποτυχία για άλλη μια φορά του έκλεινε το μάτι. Αλλά ήταν η τελευταία.

Είχε αργήσει πολύ ν’ αποφασίσει να εγκαταλείψει τον κόσμο που γνώριζε. Όπως είχαν κάνει ο Φρόυντ που τον πήρε με το ζόρι η Μαρία Βοναπάρτη στο Λονδίνο ή ο Τσβάιχ που αυτοκτόνησε κι αυτός ενώ είχε καταφύγει στη Βραζιλία, αφού βάφτισε στην αυτοβιογραφία του τον κόσμο που έζησε: «Κόσμο του χτες» ή όπως ο φίλος του ο Ροτ που πνίγηκε σε θάλασσες ποτού ποθώντας να επιστρέψει στον κόσμο που είχε ζήσει, την Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Αυτός κάτι είχε μυριστεί από νωρίς μάλιστα για τον Αρμαγεδδώνα που επέλαυνε σαρώνοντας ό,τι θα συναντούσε.

Όλοι τους ήταν θύματα του «περιβάλλοντος και της εποχής». Ο παλιός κόσμος κατέρρευσε με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία κι αυτοί ήταν αδύνατον να συνεχίσουν να ζουν σε μια χώρα για την οποία ο Τόμας Μαν είχε πιστέψει το 1914 πως «η αρετή κι η ομορφιά της φανερωνόταν μόνο στον πόλεμο». Καθυστερημένα ήρθε η μεγάλη διάψευση και τον ανάγκασε να μεταμεληθεί.

Ο Μπένγιαμιν μόλις 22 ετών τότε ζει στον ιδεαλιστικό του κόσμο.

 

 

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

Έχοντας στη μασχάλη του τον πίνακα του Πάουλ Κλέε «ο Άγγελος της Ιστορίας» [1920] γράφει στις «Θέσεις για την Ιστορία», το κύκνειο άσμα του που εκδίδεται μεταθανάτια:

«Ένας πίνακας του Πάουλ Κλέε υπό τον τίτλο ‘Angelus Novus’ απεικονίζει έναν άγγελο που κοιτά σαν να πρόκειται να κινηθεί μακρυά από κάτι που αγναντεύει σταθερά. Τα μάτια του είναι ακίνητα, προσηλωμένα, το στόμα του είναι ανοιχτό, τα φτερά του είναι διάπλατα. Έτσι αναπαριστά κάποιος τον άγγελο της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου παρατηρούμε μια αλληλουχία γεγονότων, αυτός βλέπει μια μεμονωμένη καταστροφή που συνεχίζει να σωρεύει συντρίμμια και να τα ρίχνει μπροστά στα πόδια του. Ο άγγελος θα ήθελε να μείνει, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να κάνει ολότητα ό,τι έχει θρυμματιστεί. Αλλά η καταιγίδα, μέσα από τον Παράδεισο, μαίνεται. Πέφτει στα φτερά του με τόση βιαιότητα που ο άγγελος δεν μπορεί πια να τα κλείσει. Η καταιγίδα αναπόφευκτα τον ωθεί στο μέλλον, προς το οποίο είναι γυρισμένη η πλάτη του, ενώ ο σωρός των συντριμμιών έμπροσθεν του μεγαλώνει προς τον Ουρανό. Η καταιγίδα είναι αυτό που ονομάζουμε πρόοδο».

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ

Ενώ ο άγγελος της Ιστορίας κοιτά πίσω ο Μικρός Καμπούρης κοιτά τον ίδιο το μικρό Βάλτερ κι όσο πιο διαπεραστικά τον κοιτά τόσο εκείνος χάνει τον εαυτό του, λιώνει μέσα στο φόβο του και γίνεται ο κύριος Αδέξιος. Έτσι τον φωνάζει η μητέρα του όταν ο μικρός γιος της γίνεται απρόσεκτος  και του πέφτουν τα πράγματα απ’ τα χέρια του.

Πρόκειται για κείμενο από το αυτοβιογραφικό: «Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το Χίλια εννιακόσια» που θα δημοσιευτεί δέκα χρόνια μετά το θάνατό του [1950].

« Το να μην μπορείς να προσανατολιστείς σε μια πόλη δε σημαίνει και πολλά πράγματα. Το να χαθείς όμως περιπλανώμενος σε μια πόλη όπως χάνεσαι σ’ ένα δάσος, απαιτεί εκπαίδευση. Στην περίπτωση αυτή, τα ονόματα των δρόμων μιλούν στους περιπλανώμενους τη γλώσσα των ξερών κλαδιών που τρίζουν, ενώ οι μικροί δρόμοι στο εσωτερικό της πόλης αντανακλούν τόσο καθαρά τις ώρες της μέρας όσο και μια βουνοπλαγιά».

Έτσι αυτός ο μικρός μπερδεμένος ανάμεσα σε παλιά παιχνίδια που χάνονται μέσα στο βλέμμα του καμπουράκου γίνεται ένας περιπλανώμενος που μαθαίνει ακόμα και τη γλώσσα των κλαδιών καθώς σπάνε όταν τα πατά και γράφει το αριστούργημά του: «Ένας λυρικός  στην Ακμή του Καπιταλισμού» για τον Μπωντλαίρ και το Παρίσι που τόσο τον γοήτευε με την πολυπλοκότητα της δόμησής του, τις στοές του κι επιδίδεται σε μια περιπλάνηση χωρίς τέλος σαν καλός φλανέρ βρίσκοντας αφορμή να πει πολλά και να μας χρωστά άλλα τόσα.

 

Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

Ο πατέρας του Μπένγιαμιν ένας εύπορος παλαιοπώλης που του είχε μεταδώσει τη μανία του συλλέκτη, την αγάπη για τα παλιά αντικείμενα είχε αρνηθεί να συνεχίσει να τον καλύπτει οικονομικά και μετά την ολοκλήρωση της διατριβής του και επιθυμούσε να βγάλει χρήματα μόνος του. Αυτό πλήγωσε βαθιά τον νεαρό Βάλτερ, αλλά δεν έκανε το χατίρι στον πατέρα του και φορτώθηκε ένα μόνιμο οικονομικό πρόβλημα. Φυσικά κι ο πατέρας του δεν του εκχώρησε το μερίδιό του από την κληρονομιά που του αναλογούσε. Η μελαγχολία κι η βαριά κατάθλιψη που τον βασάνιζε σ’ όλη του τη ζωή οφειλόταν στο μεγαλύτερο μέρος της σ’ αυτήν τη ακατανόητη άρνηση του πατέρα του και τον έκανε τότε να σκεφτεί την αυτοκτονία ως διέξοδο.

 

ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Ωστόσο οι γνωριμίες του με τον Γκέρσομ Σόλεμ με τον οποίο είχε σημαντική αλληλογραφία καθώς και με τον Τέοντορ Αντόρνο ο οποίος εξέδωσε τα Άπαντά του  και τον Μαξ Χορκχάιμερ, όπως και με τον Μπέρτολτ Μπρεχτ υπήρξαν απολύτως καθοριστικές. Ενώ του άσκησε μεγάλη γοητεία ο Γκαίτε στου οποίου τις «Εκλεκτικές Συγγένειες» αφιέρωσε το πρώτο του δοκίμιο [1921]. Τον εντυπωσίασε δε το έργο των Καρλ Κράους, Έρνστ Γιούνκερ, Έριχ Καίστνερ, Γκέοργκ Ζίμελ.

Η ΑΣΙΑ, Η ΜΟΣΧΑ, ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

 

Ανάμεσα στο 1926-27 βρέθηκε στη Μόσχα για ένα δίμηνο. Δύο ήταν οι λόγοι της επίσκεψης αυτής: Η επιρροή, ιδεολογική και συναισθηματική που ασκούσε ήδη επάνω του από την πρώτη τους συνάντηση η Άσια Λάσιτς, η Λετονή ηθοποιός που ζούσε εκεί και τον εισήγαγε στο μαρξισμό. Ο δεύτερος λόγος ήταν να δει μια άλλη κοινωνία που μόλις είχε αρχίσει να θεμελιώνεται. Η εμπειρία του αυτή μάλλον τον απογοήτευσε και δεν έγινε μέλος του Κόμματος. Από την άλλη μεριά η επιρροή, ερωτικοσυναισθηματική κυρίως,  της Άσια τον έκανε να αισθάνεται κάπως πληγωμένος κι επιφυλακτικός και απέναντί της και σχετικά με την ένταξή του στη μαρξιστική ιδεολογία. Φυσικά καταδίκαζε τη σαθρότητα και την υποκρισία της αστικής τάξης έχοντας μάλιστα σαν γερμανοεβραίος διανοούμενος μια πολύ ανοιχτή κι ανεκτική ματιά απέναντι στα ιδεολογικοπολιτικά θέματα. Στη Μόσχα βίωσε μια διλημματική συνθήκη παλεύοντας με τη συνείδησή του και εκ νέου με την αποτυχία. Έτσι κατέληξε στο αγαπημένο του σπορ τη συλλογή παιδικών παιχνιδιών.

ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

Το 1928 έγραψε τον «Μονόδρομο», όπου με τη μορφή αποφθεγμάτων θέτει φιλοσοφικά ερωτήματα που διαπνέονται από μεγάλη πρωτοτυπία. Η μεγάλη οικονομία λόγου που χρησιμοποιεί ο Μπένγιαμιν ως αποφθεγματογράφος κάνουν τον Νικήτα Σινιόσογλου να συγκρίνει τις λίγες λέξεις του με τις μάρκες του τζογαδόρου. Μερικές σκέψεις του «Μονόδρομου» θυμίζουν μουσικές συλλαβές, άλλοτε αμφίθυμα κι άλλοτε κυνικά διατυπωμένες: «Τις γυναίκες και τα βιβλία τα παίρνεις στο κρεβάτι».

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν υπήρξε ολόκληρος μια λεπτεπίλεπτη ευαισθησία, ένας άνθρωπος χτυπημένος από τις αντιφάσεις και την αμφιθυμία του. Υπήρξε ένας μελαγχολικός που έπινε διαρκώς το φαρμάκι της αποτυχίας αφού γύρω του είχαν υψωθεί εκείνα τα καβαφικά τείχη καταδικάζοντάς τον στη μοναξιά μιας κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας.

 

 

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
-Μόμε Μπρόντερσεν, Βάλτερ Μπένγιαμιν, η ζωή, το έργο, η επίδραση, μτφρ. Ιωάννα Μεϊτάνη, Αλεξάνδρεια, 2005
-Βάλτερ Μπένγιαμιν, Μονόδρομος, εισ., μτφρ. Νέλλη Ανδρικοπύλου, Αγρα, 2004
-Βάλτερ Μπένγιαμιν, Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο, το Χίλια εννιακόσια, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, Άγρα, 2005
-Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ημερολόγιο Μόσχας, μτφρ. Έμη Βαϊκούση, Καστανιώτης, 2021

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.