You are currently viewing Αλεξάνδρα Ζερβού: Η Ελένη και ο δούρειος ίππος, ή η εκδίκηση της παιδικής ηλικίας

Αλεξάνδρα Ζερβού: Η Ελένη και ο δούρειος ίππος, ή η εκδίκηση της παιδικής ηλικίας

Η κυρία Ελένη Τυνδαρίδη, συνταξιοδοτήθηκε από την τοπική Αρχαιολογική Υπηρεσία, όπου δούλευε σαράντα χρόνια. Έφυγε με κάποιες τιμές, ίσως γιατί η ίδια δεν τις κυνήγησε ποτέ της, ούτε και διεκδίκησε τίποτα. Δούλευε πάντα ως συντηρήτρια και παρά τις λαμπρές σπουδές,  τις γνώσεις, τις δημοσιεύσεις και το διδακτορικό στην Ιστορία Τέχνης, δεν θέλησε ποτέ να μετακινηθεί, ούτε καν σε θέση αρχαιολόγου. Λάτρευε τη δουλειά της, αλλά όχι και την Υπηρεσία της, όπου οι ίντριγκες και οι βυζαντινισμοί ήταν ο κανόνας. Η ίδια απέφευγε, κατά το δυνατόν, τις συγκρούσεις και την ένταξη σε κάποια κλίκα. Κι ούτε πίστευε πως αυτή η ένταξη είναι πράγμα «οχληρό μεν, αλλά αναγκαίο, αν θέλεις, όχι να προκόψεις, αλλά απλώς να μη σε κατασπαράξουν», όπως  έλεγε αναστενάζοντας κάποια συνάδελφος και φίλη της. Ήταν φανερό πως την κυρία Τυνδαρίδη δεν την ενδιέφερε καθόλου αυτού του είδους η προκοπή, αλλά κι ούτε ποτέ διανοήθηκε να αφήσει κάποιον να  την κατασπαράξει.

Η κυρία Ελένη δεν είχε παιδιά. Αγαπούσε και καμάρωνε τα παιδιά των συναδέλφων της, κυρίως, αυτών που είχαν μετατεθεί σε άλλη πόλη. Συνήθως, αυτά δεν την θυμόντουσαν,  όμως τη μέρα των γενεθλίων τους λάβαιναν, ταχυδρομικά, μια μεγάλη πολύχρωμη κάρτα με πρωτότυπα διατυπωμένες ευχές. Ήταν παράξενα αρωματισμένη και γραμμένη με καλλιγραφία τόσο λεπτεπίλεπτη, ώστε τα μικρότερα δυσκολεύονταν πολύ να την διαβάσουν,  ενώ τα μεγαλύτερα δεν ενδιαφέρονταν καθόλου.

Τέλος πάντων, την χάρηκε πολύ τη συνταξιοδότησή της η κυρία Ελένη. Τελευταία, εγκαταστάθηκε στο πατρικό της, από όπου είχε φύγει πριν σαράντα ένα χρόνια. Εκεί  μπορούσε να έχει κι ένα ευρύχωρο και φωτεινό εργαστήριο, γιατί εξακολουθούσε να δουλεύει, της άρεσε τόσο πολύ. Μάλιστα το εγκατέστησε στον μεγαλύτερο χώρο του σπιτιού, που τον σχημάτιζαν τα τρία μεγάλα συνεχόμενα δωμάτια με τις συρτές πόρτες, ο προθάλαμος, η σαλοτραπεζαρία  και το γραφείο του πατέρα της.

Όταν ήταν παιδί, το σπίτι αυτό ήταν γεμάτο κανόνες κι απαγορεύσεις κι αυτή αισθανόταν λυτρωμένη που, τώρα πια, δεν ίσχυαν.  Τώρα, μπορούσε να ακουμπήσει  τις γλάστρες της με τον βασιλικό, στη σκάλα της υπηρεσίας, την ίδια σκάλα που, όταν ήταν κοριτσάκι, την έβαζαν με το ζόρι να τις  ανεβοκατεβαίνει μήπως νικήσει την υψοφοβία της. Μπορούσε, άφοβα, να χρησιμοποιήσει την απαγορευμένη βιβλιοθήκη που, παλιά, οι γυάλινες πόρτες της ήταν μονίμως κλειδωμένες. Αυτή βέβαια,  και τότε, μια χαρά κατάφερνε να τις ξεκλειδώνει, με κάτι συρματάκια δικής της επινόησης, ούτε διαρρήκτης να ήτανε,  και να διαλέγει κάποιο βιβλίο «ακατάλληλο» για την ηλικία της.  Εξ ου, μεταξύ άλλων, και η ιδιαίτερη κουλτούρα που απέκτησε από παιδί. Τώρα, άφηνε τα παλιά βιβλία  σε δεύτερη σειρά και μπροστά τους τοποθετούσε τα δικά της, όλο χρωματιστές εκδόσεις τέχνης που χαιρόντουσαν  να τις ξεφυλλίζουν τα μικρανιψάκια  της, όταν ερχόντουσαν για επίσκεψη τις γιορτές. Το σπίτι είχε κι ένα μικροσκοπικό αποθηκάκι  που, όταν ήταν μικρή, την είχαν άδικα κλειδώσει για να την τιμωρήσουν για μια ζημιά που δεν είχε κάνει.  Κράταγε πάντα την πόρτα του ανοιχτή, στο τέλος την αφαίρεσε εντελώς, και τοποθετούσε εκεί, προσωρινά, τα λαβωμένα ζωγραφικά έργα που είχε σκοπό να ασχοληθεί άμεσα μαζί τους.

«Έπιαναν» τα χέρια της κυρίας Ελένης, όχι μόνο για να συντηρήσει αρχαιότητες αξίας, αλλά και για να φροντίσει και να αναδείξει παλιά πράγματα της καθημερινότητας. Η  μεγάλη αποθήκη στο υπόγειο ήταν γεμάτη έπιπλα αιωνόβια και σκεύη του παλιού καιρού. Υπήρχαν και μερικοί σχετικά αξιόλογοι πίνακες ζωγραφικής, ταλαιπωρημένοι βέβαια από το χρόνο και την υγρασία, καμωμένοι από αυτούς τους συχνά αδικημένους δημιουργούς που θεωρούνται ελάσσονες, ή, ίσως, κι από άλλους που η αξία τους αναγνωρίζεται κάτι αιώνες μετά το θάνατό τους, δηλαδή μέχρι κάποιος πείσμων μελετητής να χώσει, λίγο αδιάκριτα, τη μύτη του στο έργο και τη ζωή τους για να τους αναδείξει.

Η κυρία Ελένη είχε κι άλλη αγαπημένη απασχόληση. Κατασκεύαζε ξύλινα παιχνίδια για τους μικρούς της επισκέπτες. Είχε βάλει σκοπό να φτιάξει μια μικρή παιδική χαρά στην αυλή της, με σπιτάκι  και μια μεγάλη κούνια κρεμασμένη στη μουσμουλιά. Στο δέντρο αυτό είχε δει καναδυό φορές, έκπληκτη, έναν μεγάλο πράσινο παπαγάλο που φαίνεται πως τρεφόταν από τα φρούτα του. Στην εφημερίδα είχε διαβάσει γι’αυτά  τα εξωτικά πουλιά που, όταν βρεθούν έξω απ’ το κλουβί τους, επιβιώνουν μια χαρά στους κήπους και στα πάρκα των ελληνικών πόλεων.

Έφτιαχνε, βέβαια και μικρότερου μεγέθους παιχνίδια. Η αλήθεια είναι πως απογοητευόταν,  όταν διαπίστωνε πως μόνο τα μικρότερα παιδιά τα χαίρονταν. Τα μικρανίψια της, όταν μεγάλωσαν λίγο, προτιμούσαν χίλιες φορές τα βιομηχανοποιημένα που διαφήμιζε η τηλεόραση, ή έπαιζαν με το κινητό τους. Άλλωστε, συνειδητοποίησε πως, όταν τελείωνε το κάθε δημιούργημά της, ανάλωνε πολύ χρόνο για να το δοκιμάσει, πολύ περισσότερο από όσο θα ήταν αναγκαίο για να διαπιστώσει πως λειτουργεί καλά. Παραδέχτηκε λοιπόν πως θα ήταν ειλικρινέστερο και πολύ πιο διασκεδαστικό να χαρίζει τα χειροποίητά της στον εαυτό της. Μια φορά λοιπόν που κατάφερε να φτιάξει ένα ευρηματικότατο μεγάλο ξύλινο άλογο, χρησιμοποιώντας ξυλεία από παλιά ντουλάπα, ενώ αρχικά το προόριζε για  κρυψώνα στην παιδική χαρά της αυλής, τελικά  δεν το στερέωσε στον κήπο. Αποφάσισε να αξιοποιήσει αυτόν τον αυτοσχέδιο  δούρειο ίππο για δικό της δώρο, στη καταδική της μοναχική γιορτή. Τον έβαψε μπλε, τον έστησε σε μια άκρη του εργαστηρίου, βόλεψε στην ανοιχτή κοιλιά του το ορθοπεδικό της στρώμα και τα λουλουδάτα της σκεπάσματα και δεν ξανακοιμήθηκε ποτέ στην παλιά της κρεβατοκάμαρα.

Η Ελένη είχε ζήσει μια ζωή χορταστική, ρομαντική και λίγο περιπετειώδη. Ξαπλωμένη στην κοιλιά του μπλε αλόγου της, την αναπολούσε διασκεδάζοντας  τις αϋπνίες της. Ξαναζούσε παλιές αισθηματικές ιστορίες και θυμόταν, χωρίς πόνο, αλλά με ευδαιμονία πραγματική, τους τρεις παλιούς αγαπημένους της. Είχε πολλά χρόνια να τους δει, ένας τους είχε πεθάνει νέος. Μονολογούσε, ή μιλούσε με τον καθέναν στη δική του γλώσσα, γιατί ο ένας ήταν Αυστριακός, από τα χρόνια των σπουδών της στη Βιέννη, και ό άλλος Γάλλος, από τότε που έκανε το διδακτορικό της στο Παρίσι. Ήταν πολύ όμορφα τα σκηνικά αυτών των συναντήσεών της: τοποθεσίες μυθικών ευρωπαϊκών πόλεων και ονειρικών ελληνικών νησιών. Άλλοτε,  πάλι, διηγιόταν χαμηλόφωνα ιστορίες στον εαυτό της, που είχαν πάντα ευτυχισμένο τέλος, μια συνήθεια που είχε από παιδί και εξόργιζε τη μητέρα της.

Έτσι λιγόυπνη που ήταν, άρχιζε τη μέρα της πολύ πρωί, είχε πολλά πράγματα να κάνει, ήταν αυτό που λέμε πάντα πολυάσχολη. Ήταν μια πολυτάλαντη γυναίκα; Όχι ακριβώς. Αισθανόταν καλή σε πολλά πράγματα, έξω από τη δουλειά της, αλλά σε τίποτα από αυτά εξαιρετική.  Αργά, πριν πέσει για ύπνο, κάθε βράδυ, πολέμαγε να ολοκληρώσει ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Το διόρθωνε και το ξανάγραφε και δεν το τελείωνε ποτέ. Τελειώνουν ποτέ οι ιστορίες που έχεις να πεις για τον εαυτό σου; Είχε όμορφες εικόνες, καλούς και ζωντανούς ήρωες, αλλά της έβγαινε φλύαρο και πολυσέλιδο, με χαλαρή δομή και αδύναμη πλοκή. Πάντως, είχε συνεννοηθεί με την παλιά της φίλη από τα χρόνια των σπουδών στο Παρίσι, την διανοουμένη εκδότρια  που διηύθυνε με πάθος έναν μικρό και μερακλίδικο εκδοτικό οίκο. Σήμερα, θα της παρέδιδε το κείμενο εκτυπωμένο κι ας έκρινε εκείνη αν ήταν δημοσιεύσιμο.

Ετοιμαζόταν λοιπόν να βγει για να την συναντήσει στο κέντρο της πόλης, όταν ένα βανάκι λαχανί πάρκαρε με θόρυβο μπροστά στην αυλόπορτα και το κουδούνι της άρχισε να χτυπάει επίμονα.  Μια  κοπέλα, ντυμένη με επαγγελματικό κοστούμι που θα ταίριαζε σε δικηγόρο ή στέλεχος επιχείρησης και με εντελώς  παράταιρα κόκκινα τσόκαρα μικρής Ολλανδέζας, χτύπησε το κουδούνι. Η Ελένη την είδε από το ανοιχτό παράθυρο της εισόδου κι ετοιμαζόταν να της εξηγήσει πως μάλλον έγινε λάθος στη διεύθυνση. Την είδε όμως και η νεοφερμένη που έβγαλε αστραπιαία το πολύχρωμο φουλάρι από το λαιμό της κι άρχισε να το κουνάει ζωηρά και να την χαιρετάει!  Αισθάνθηκε πως κάτι της θύμιζε, κάτι το απροσδιόριστα οικείο και κωμικό μαζί είχε ο χαιρετισμός αυτής της άγνωστης.

Η Ελένη πάτησε το κουμπί να ανοίξει η καγκελόπορτα κι έσπρωξε και την ξύλινη πόρτα της εισόδου.- Καλημέρα! Τι θα θέλατε παρακαλώ; Ρώτησε απορημένη.

-Καλημέρα! Είμαι η Αριάννα Παρασκευαϊδη, αρχιτέκτων εσωτερικών χώρων. Θα σας ειδοποίησε η Βαλεντίνη πως θα έρθω; Δεν σας έβρισκα στο τηλέφωνο και τα ηλεκτρονικά μηνύματα που σας στέλνω γυρίζουν πίσω.

Στην πραγματικότητα, η  Βαλεντίνη που βοηθούσε στοιχειωδώς μια φορά την εβδομάδα στο νοικοκύρεμα  του σπιτιού, είχε να δώσει σημεία ζωής  κάπου πέντε μήνες, γιατί είχε βρει καθημερινή δουλειά ως καμαριέρα και σκοτωνόταν, διπλοβάρδια,  σε παραλιακό ξενοδοχείο. Δεν θυμόταν καθόλου να είχε πει κάτι σχετικό.

Η άγνωστη συνέχισε:–Η Βαλεντίνη μου είπε πως μπορείτε να με βοηθήσετε.  Σας έφερα ένα ακρόπρωρο για επισκευή, δηλαδή για να το συντηρήσετε , πρέπει να είναι πολύ αρχαίο. Δοκιμαστικά σας το έφερα. Έχω κι άλλα πολλά. Θα τοποθετηθούν γύρω στις πισίνες του ξενοδοχείου μας. Μα, μπορώ να περάσω;

-Με συγχωρείτε , μόλις έφευγα, όμως ευχαρίστως να ρίξω μια ματιά. Περάστε, παρακαλώ. Η τελευταία φράση ήταν περιττή, γιατί η νεοφερμένη είχε ήδη εισβάλει, ακάθεκτη κι ορμητική, στον προθάλαμο. Η Ελένη πρόλαβε να παρατηρήσει μια ελαφριά ξενική προφορά στην ομιλία της, που της θύμισε λίγο τη Νία Βαρντάλος  στο πιο σύγχρονο. Φαινόταν Ελληνίδα του εξωτερικού, μάλλον  Ελληνοαμερικανίδα .

Η επισκέπτρια ξετύλιξε το αντικείμενο που κρατούσε φασκιωμένο σε πλαστικό χαρτί. Δεν ήταν κανένα κομψοτέχνημα, φαινόταν καμωμένο βιαστικά, από αδέξιο τεχνίτη και πρόσφατα επιζωγραφισμένο με ακρυλικά χρώματα. Δεν ήταν, φυσικά, αρχαίο, δεν ήταν κάτι όμορφο, δεν ήταν καν ακρόπρωρο. Μια ξύλινη γυναικεία μορφή ανέκφραστη, χοντροκομμένη και λίγο τρομακτική, σαν τις γελοιογραφικές ματρόνες της γαλλικής Επανάστασης .Έμοιαζε, όμως, Ανατολικής προέλευσης, ένα από αυτά τα δημιουργήματα πάμπτωχων ανθρώπων σε Ασιατικές και Αφρικανικές χώρες που κάποιοι Αμερικάνοι ή Ευρωπαίοι έμποροι τους πλησιάζουν και τους καθοδηγούν για να κατασκευάσουν, με ισχνή πληρωμή, «αντίκες»,   μάσκες, υποτίθεται, τελετουργικές  και άλλα πολλά έργα της τέχνης τους, από αυτά που αρέσκονται οι Ευρωπαίοι να τοποθετούν στα καθιστικά τους.  Ήξερε πως υπάρχουν ολόκληρα χωριά στην Ταϋλάνδη,  που βιοπορίζονται με τον τρόπο αυτό.

Όμως η Ελένη την άγγιξε, αυτήν την κακάσχημη μορφή, την χάιδεψε και την πήρε αγκαλιά και είδε αμέσως πως ήταν πνιγμένη στο σαράκι. Αυτό, βέβαια, θα το καταλάβαινε αμέσως και ο πιο αδαής.

–Ω! Φαίνεται τόσο ταλαιπωρημένη! Έρχεται από πολύ μακριά! Χρειάζεται, επειγόντως,  φροντίδα αυτή η καημενούλα, είπε στοργικά. Κι έχετε πολλές λέτε; Πού τις βρήκατε; Και χωρίς να περιμένει απάντηση είπε:- Πρέπει, οπωσδήποτε, να γίνει απεντόμωση στον ειδικό φούρνο, αν ενδιαφέρεστε να την σώσετε. Η κατάσταση έχει προχωρήσει πολύ και δεν διορθώνεται με άλλο τρόπο. Αλλά, αφού, όπως μου λέτε, έχετε πολλά κομμάτια, σας συμφέρει να απευθυνθείτε στην Εταιρεία Τάδε που διαθέτει τα κατάλληλα μηχανήματα.

-Όμως εγώ θα ήθελα να συνεργαστώ μαζί σας. Μου είπαν πως κάνετε χειροποίητη εκπληκτική δουλειά.

–Σας ευχαριστώ, αλλά δεν γίνεται. Δεν ασχολούμαι πια, επαγγελματικά, με τη συντήρηση.

-Μα τότε θέλω να μου κάνετε μαθήματα. Γυρεύω ένα δάσκαλο να μαθητεύσω στη συντήρηση των αντικών. Έχω να μάθω πολλά πράγματα από σας, κυρία Τυνδαρίδη. Σπούδασα, ξέρετε, Ιστορία Τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, αλλά εκεί ήταν όλα θεωρητικά  και βαρετά. Είχα στο Παρίσι κι έναν σοφό δάσκαλο με μαγικά δάχτυλα που έφτιαχνε και μακέτες αρχαίων καραβιών… Ξέρετε, προκύπτουν κάθε μέρα στη δουλειά μου τόσα προβλήματα.  Και, παρακαλώ, μην ανησυχείτε για τις απολαβές σας. Ο μπαμπάς …

-Ω! Σας ευχαριστώ πολύ θερμά! Κρίμα που δεν έχω καθόλου χρόνο για συνεργασία.  Πάντως, αν έχετε κάποια ερώτηση, ή απορία που μπορώ να σας τη λύσω, ευχαρίστως να  μιλήσουμε τηλεφωνικά, όποτε θέλετε. Δυστυχώς, πραγματικά, δεν έχω καθόλου χρόνο. Ακόμα και τώρα που μιλάμε, ξέρετε, έπρεπε να βρίσκομαι στο κέντρο. Έχω ένα σοβαρό ραντεβού και έχω ήδη καθυστερήσει.

Δεν έλεγε ψέματα, αν και ήταν πολύ καλή στα κοινωνικού τύπου μικροψέματα η  Ελένη. Αλλά ήταν από τις λίγες φορές στη ζωή της που  σκεφτόταν πόσο ανώφελο πράγμα είναι, μερικές φορές, οι καλοί τρόποι και η αστική ευγένεια. Πώς μπορείς  να δείξεις στον άλλο πως πρέπει να σε αφήσει ήσυχη, χωρίς να τον προσβάλλεις; Αυτή η κοπέλα φαινόταν λίγο αφελής , ίσως και λίγο κακομαθημένη, δεν  ήταν αντιπαθητική, αλλά η απροσδόκητη και θορυβώδης παρουσία της την αναστάτωνε. Μιλούσε πολύ δυνατά, κουνούσε πολύ τα χέρια της, αν και το πρόσωπό της ήταν λιγότερο εκφραστικό, έκανε πολλή φασαρία  και δεν έλεγε να πάει στο καλό, ή να ξεκουμπιστεί τέλος πάντων.

Ωστόσο, η επισκέπτρια που αυτοσυστήθηκε ως Αριάννα,  παρά το θράσος  ή την επιμονή της, έμοιαζε φυσική και αυθόρμητη, ακόμα και με την υπερβολή της. Φαινόταν να εκδηλώνει τα συναισθήματά της με όλο της το σώμα, κι όχι με το πρόσωπό της, σαν κάτι μασκοφορεμένους ηθοποιούς της κομέντια ντελ άρτε.  Και τα ελληνικά της, παρόλο που θα ήταν μεγαλωμένη στο εξωτερικό, δεν ηχούσαν και άσχημα. Χρησιμοποίησε τις εκφράσεις «ηλεκτρονικά μηνύματα», «απολαβές», «προκύπτουν» και «να μαθητεύσω» που θεωρούνται κάπως σπάνιες, για το λεξιλόγιο της σημερινής νεότερης γενιάς.

Ήταν όρθια, αλλά βημάτιζε πάνω-κάτω, περιεργαζόταν τα πάντα με τα μάτια της, χωρίς να τα αγγίζει, φαινόταν αχόρταγη για ερωτήσεις και γεμάτη  περιέργεια σαν μικρό παιδί.. Ξάφνου, τα μάτια της στυλώθηκαν στον μπλε δούρειο ίππο, το πρωτότυπο κρεβάτι της κυρίας Ελένης που είχε μείνει άστρωτο , με κουβαριασμένες στο μαξιλάρι τις χρωματιστές της πυτζάμες..

-Ω! Τι πρωτότυπο!  Κραύγασε δυνατά ξεσπώντας σε ηχηρά γέλια.. Μη μου πείτε πως κοιμόσαστε εδώ. Τρέλα είναι το κρεβάτι σας. Και να σκεφτείτε, ο μπαμπάς έχει ονομάσει ένα ξενοδοχείο του «Δούρειο Ίππο». Τι καταπληκτική ιδέα  έχεις, Ελένη, φώναξε δυνατά χρησιμοποιώντας ξαφνικά ενικό, κάτι που, παραδόξως, δεν ενόχλησε τη συντηρήτρια.  Έχεις φτιάξει πολλά τέτοια; Τα πουλάς βέβαια;

Αστραπιαία, η νεοφερμένη πέταξε τα τσόκαρά της και κάθισε φαρδιά-πλατιά  στο κρεβάτι. Αυτό πια πήγαινε πολύ. Ένας απότομος θυμός έβαψε κόκκινα τα μάγουλα της Ελένης που ένιωσε, ξαφνικά, να γίνεται έξαλλη.

–Μα δεν είναι καθόλου αρχαίο το αντικείμενό σας, είπε σχεδόν κραυγάζοντας .  Αριάννα, δεν θα ήθελα να σας απογοητεύσω, αλλά η ξύλινη μορφή σας δεν είναι παλιά, ούτε πολύτιμη, ούτε ακρόπρωρο. Στην Κίνα και την Ταϋλάνδη και στην Αφρική… Και άρχισε να της εξηγεί με ζέση πώς οι λευκοί έμποροι βάζουν στο κόλπο τους φτωχούς ανθρώπους, τους πληρώνουν ελάχιστα και με μια αποικιοκρατική νοοτροπία  εμπορεύονται τα δημιουργήματά τους και κερδοσκοπούν ασύστολα και τα λοιπά…

Τέλειωσε το λογίδριό της και η άλλη την άκουγε χωρίς να την διακόπτει.  Όταν σταμάτησε, με έκπληξη βρέθηκε μπροστά σε καινούργια έκρηξη ενθουσιασμού. Η Αριάννα  άρχισε να φωνάζει όλο χαρά και ζωηρότητα:

-Καταπληκτικό! Υπέροχη ιδέα οι καινούργιες αντίκες! Θα μπορούσα να κάνω εισαγωγή, τώρα ως έμπορος Τέχνης-γκαλερίστας σου  μιλάω. Ξέρεις, έχω και μια γκαλερί Τέχνης στο Κουκάκι, κοντά στην Ακρόπολη. Δεν έκανα ακόμα εγκαίνια. Θα σε καλέσω, Ελένη! Αν θέλεις, κάνεις και μια ομιλία για αυτές  τις καινούργιες αντίκες! Λατρεύω την εξωτική τέχνη. Ένα χρόνο στο Παρίσι επισκεπτόμουν τακτικά το Musée du quai Branly!

-Για όνομα του θεού!  Έχω σε πέντε λεπτά ραντεβού στο κέντρο της πόλης! είπε υψώνοντας λίγο τον τόνο της φωνής της η Ελένη. Τώρα αυτή η νέα γυναίκα φαινόταν λιγότερο συμπαθής. Η αφέλειά της έφτανε ως τον κυνισμό και την αναισθησία. Ωστόσο, πρόφερε με καλή προφορά τον τίτλο του Μουσείου, το επισκεπτόταν, λέει, συχνά. Δεν είχε νοιαστεί να μάθει τίποτα για την ιστορία του; Δεν είχε πάρει είδηση πως η αγάπη για την εξωτική τέχνη, μερικές φορές, συνυπάρχει με αντιλήψεις ρατσιστικές και αποικιοκρατικές;

-Λατρεύετε και τους λαούς που φτιάχνουν την τέχνη αυτή;

-Δεν τους ξέρω και πολύ. Δεν είμαι καλή και στη Γεωγραφία… Γιατί  ρωτάς;

–Έχω κα-θυ-στε-ρή-σει σας λέω.

– Μην ανησυχείς. Με χαρά μου να σας πετάξω κι εγώ στο κέντρο πάω. Να γνωρίσετε και τον Λάκη μου. Καλέ, περάστε στο βανάκι. (Φαινόταν λίγο μπερδεμένη, τώρα, η επισκέπτρια, αιφνιδιασμένη από την αποδοκιμαστική στάση της Ελένης και της μιλούσε πότε στον ενικό και πότε στον πληθυντικό).

Δεν είχε κι άλλη λύση η Ελένη που αισθανόταν αποκαμωμένη μπροστά στην ανέμελη ορμητικότητα της συνομιλήτριας. Σε δυο λεφτά βρισκόταν καθισμένη  στη θέση του συνοδηγού. Ενδιάμεσα, σε ένα μεγάλο κλουβί, ξεκουραζόταν ο Λάκης, ο μεγάλος πράσινος παπαγάλος που έκρωζε, εκνευριστικά κάθε τόσο και της φαινόταν αόριστα γνώριμος.  Τώρα δεν μίλαγε καθόλου, αλλά  βυθίστηκε στο περιεχόμενο της τεράστιας τσάντας της για να βεβαιωθεί πως πήρε μαζί της το σωστό στικάκι και τα χαρτιά της. Αυτό το χαλαρό μυθιστόρημα  της που θα είχε τον τίτλο «Η Ελένη και ο δούρειος ίππος» της φαινόταν τώρα αδιάφορο και τετριμμένο και σίγουρα παλιομοδίτικο. Αν οι σύγχρονοι αναγνώστες είχαν κάτι από τη νοοτροπία, ή τον τρόπο σκέψης αυτής της κοπέλας, καθόλου δε θα ενδιαφέρονταν για το βιβλίο της!

Παραδόξως, η Αριάννα είχε σταματήσει πια να μιλάει. Αισθανόταν πως η διπλανή της έβραζε από θυμό και δεν καταλάβαινε γιατί. Ήταν δυσάρεστη αυτή η σιωπή μεταξύ τους.

-Ω! Να βάλουμε μουσική! Αγαπώ παλιά ελληνική. Θα σας βάλω την «εκδίκηση της γυφτιάς».

— Την ποια θα βάλετε; Την εκδίκηση; Ποιανής την εκδίκηση; Ωραία λέξη η «εκδίκηση». Παράξενο πόσο άρεσε αυτή η λέξη στην κυρία Ελένη που ωστόσο, κατά βάθος,  θεωρούσε τον εαυτό της «ανώτερο άνθρωπο» και κάθε άλλο παρά  εκδικητικό.  Έβγαλε το ντοσιέ της και εκεί στην πρώτη σελίδα , κάτω από τον τίτλο, έγραψε τη λέξη «εκδίκηση». Σκέφτηκε λίγο και μετά έγραψε με σιγουριά τον τίτλο στην ετικέτα του: «Η Ελένη και ο δούρειος ίππος, ή η εκδίκηση της παιδικής ηλικίας».

 

Ξέρω πως θα περιμένατε τώρα, ως έμπειροι αναγνώστες, μια κάποια στοιχειώδη ανατροπή, ή τουλάχιστον κάποια αφηγηματική κορύφωση για το τέλος αυτής της ιστορίας. Δηλαδή,  μετά την πρώτη ατυχή συνάντηση, να αρχίσει μια ιδιαίτερη διαδραστική και συμπληρωματική σχέση βαθύτατης φιλίας και αμοιβαίας μαθητείας ανάμεσα στις δυο γυναίκες, αφού η μία διέθετε ορμητικότητα και η άλλη σοφία. Ή, ίσως ακόμα, να εξελιχθεί μια σχέση σφοδρού πάθους ανάμεσά τους, αλλά αυτό θα ήταν αδύνατο, γιατί καμιά τους δεν είχε τάσεις ομοφυλοφιλικές, άσε που η Ελένη, παρά τα πολλά ακατάλληλα που είχε διαβάσει από μικρή, κατά βάθος παρέμενε σταθερά πουριτανή. Η θα μπορούσε να γίνει κάτι πολύ πιο εντυπωσιακό. Ας πούμε, να πεθάνει η κυρία Ελένη, μήπως και να αυτοκτονήσει  με θεατρικό τρόπο, μη σας πω να δολοφονηθεί και να βρεθεί νεκρή, ξαπλωμένη στην κοιλιά του ξύλινου αλόγου και ντυμένη με άσπρο  νυχτικό, σαν τον χιτώνα της αρχαίας Ελένης. Και να την βρει μάλιστα νεκρή η  ανυποψίαστη Αριάννα που είχε ξαναέρθει να την επισκεφτεί. Ή μήπως αυτή η γυναίκα δεν ήταν ούτε αθώα, ούτε ανυποψίαστη, ήταν, απλώς, σατανική; Ή, έστω, αν σας απωθούν τα αστυνομικά και τα δράματα, θα περιμένατε τουλάχιστον, να υπονοηθεί και αναδυθεί κάποια συμβολική και μυστηριώδης σχέση ανάμεσα στον παπαγάλο της αυλής  και στον Λάκη του κλουβιού. Έτσι δεν είναι;

Σας διαβεβαιώνω, ωστόσο, πως όλα συνεχίζονται γραμμικά και μονότονα χωρίς εντυπωσιακές εξελίξεις.  Το μόνο καινούργιο είναι πως εκδόθηκε το έργο της Ελένης. Επέμεινε, η ίδια, να κρατήσει τον τίτλο «Η Ελένη και ο δούρειος ίππος ή η εκδίκηση της παιδικής ηλικίας», παρόλο που η εκδότρια τον βρήκε αντιεμπορικό και μακροσκελέστατο. Δέχτηκε όμως να ξαναδουλέψει το κείμενο, να του δώσει τη μορφή μιας σπονδυλωτής αφήγησης, ή ενός συνόλου ξεχωριστών αφηγήσεων που απροσδόκητα πλέκονται μεταξύ τους. Γιατί έτσι δεν γίνεται συνήθως; Οι ιστορίες των ανθρώπων εκβάλλουν, ξαφνικά και απροειδοποίητα, η μία στην κοίτη της άλλης. Τίποτα άλλο συνταρακτικό δεν φαίνεται να συνέβη, τουλάχιστον προς το παρόν. Προς το παρόν βέβαια! Γιατί, στην πραγματικότητα,  κανένας δεν γνωρίζει τι του επιφυλάσσουν οι επόμενες μέρες της ζωής του!  Ούτε και οι επόμενες σελίδες ενός βιβλίου!

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.