Ασημίνα Ξηρογιάννη: Τρία μικρά πεζά
Μαμά Την μαμά μου ποτέ δεν την καταλάβαινα. Μας άφηνε μόνους μας για να πηγαίνει με τις λέξεις. Εμείς πάντα έπρεπε να σωπαίνουμε ή να περιμένουμε. Οι λέξεις ποτέ.…
Μαμά Την μαμά μου ποτέ δεν την καταλάβαινα. Μας άφηνε μόνους μας για να πηγαίνει με τις λέξεις. Εμείς πάντα έπρεπε να σωπαίνουμε ή να περιμένουμε. Οι λέξεις ποτέ.…
Ο καλός γείτονας που μας τα έφερε μας έδωσε σαφείς " εντολές". "Μην τα φάτε,να τα κάνετε γλυκό.Είναι μεγάλα και τραγανά ,ότι πρέπει για γλυκό κεράσι" .Κι εγώ τον παράκουσα…
Η εφηβεία δεν είχε βάλει ακόμη τη σφραγίδα της πάνω στο αδύνατο σώμα του Τόμας. Στην εμφάνιση ήταν παιδί, στην καρδιά του όμως ώρες-ώρες ένιωθε γέρος. Τον μπαμπά είχε να…
Ήταν κάποτε δυο φίλοι καρδιακοί, αχώριστοι από τόσο δα μικροί. Το καλοκαίρι, τα πόδια τους χάραζαν την άμμο σε θάλασσα άλλοτε γαλήνια κι άλλοτε κυματώδη, χτίζοντας κάθε πρωί πύργους στην…
Κινούμαι ανάμεσα σε σκιές, νύχτα ολόφωτη. Χώρος απροσδιόριστος, σημαντικός, πολυπράγμων. Κορεσμένος από αντικείμενα λογιών λογιών, έπιπλα πολύτιμα, απίστευτης ομορφιάς αλλά και ευτελείας, σακιά σκυλοτροφής. Μαζί με ίσκιους ετερογενείς σαν τ’…
Οι λέξεις ταξιδεύουν. Για να περάσουν απαρατήρητες τα σύνορα κρύβονται από τους μεθοριακούς φρουρούς, στο στόμα και στις καρδιές των ανθρώπων. Αν δεν ταξίδευαν ίσως να με φωνάζατε ακόμα με…
Τρεὶς μῆνες καθηλωμένος στὸν θάλαμο 303. Δὲν μιλῶ, δὲν μετακινοῦμαι. Ὁ Χρόνος γύρω ἀπὸ τὸ σάπιο κουφάρι μου πάντως περιφέρεται ἐλεύθερα. Ἀφυπνίζομαι μόνον ὅταν ἐντοπίζω κοντά μου καρδιὰ ἕτοιμη νὰ…
Στην Ε.Τ. Σήμερα η πρωινή αφύπνισή μου ήταν πρόωρη και κάπως παράξενη. Ένα τηλέφωνο και ένα κουδούνι συνέπεσαν και συνετέλεσαν σε αυτό. Και τα δύο δεν τα πρόλαβα. Η…
Στο μουσείο έκλεισαν τα φώτα. Τρέχω να προλάβω. Η πόρτα κλείνει, ο φύλακας φεύγει. Πανικοβάλλομαι, ολόμονη σ’ ένα κρύο και σκοτεινό κτίριο που στέλνει σήματα από το παρελθόν. Μου απομένει…
Οι άντρες κοντοστέκονται για λίγο μπρος στο πορτόνι του κήπου, να θαυμάσουν τα δυο παράξενα πουλιά, τις κρεμασμένες στο μπουγαδόσκοινο ως τους μηρούς αραχνοΰφαντες κάλτσες της, π’ ανεμίζουν στο απογευματινό…
Ταλαιπωρήθηκαν και οι δυο εκείνο το φθινόπωρο. Ο άμοιρος ο κόκορας περίμενε το τέλος του, δεμένος από το πόδι κάτω απ’ τη συκιά Κάθε μέρα, η δασκάλα που τον τάιζε…
Αφού αναριγήσαμε μπρος στο χυμένο αίμα, κι αφού τις τακτικές βαρβάρων αποδοκιμάσαμε και τις ακρότητες κάθε είδους στηλιτεύσαμε με μέτωπα και χέρια καθαρά, κι αφού τη θέση μας ρητά διαχωρίσαμε…