Αλέξανδρος Αδαμόπουλος: ένα διήγημα
Η ΡΟΜΠΑ Μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα! Ποιος διάολος είναι νυχτιάτικα; Και επιμένει· δέκα φορές χτύπησε το τηλέφωνο, το ’κλεισε και ξαναχτυπάει αμέσως μετά. -Γύρισες; Πήρα πριν λίγο και στο…
Η ΡΟΜΠΑ Μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα! Ποιος διάολος είναι νυχτιάτικα; Και επιμένει· δέκα φορές χτύπησε το τηλέφωνο, το ’κλεισε και ξαναχτυπάει αμέσως μετά. -Γύρισες; Πήρα πριν λίγο και στο…
΄Όταν κόντευε να ξημερώσει, ήρθε εκείνη και άνοιξε την πόρτα. Κι όταν τη ρώτησα γιατί τη νύχτα έκαναν θόρυβο οι πόρτες, μου ’λεγε πως έσβησε το λυχνάρι που ήταν κοντά…
Francisco Brines Σ’ ένα ταξίδι με αμάξι [A punto de un viaje en coche] Αντανακλούν τα παράθυρα του δειλινού τη φλόγα κι ένα φως γκρίζο επιπλέει φερμένο…
ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ Χτυπάει το κινητό ψάχνει στα τυφλά να το βρει. Το βρίσκει και το κάνει να σωπάσει. Με δυσκολία ανοίγει τα μάτια. Μισοκοιμισμένος ακόμη ελέγχει τα μηνύματα και χαζεύει…
Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ Όπως ανοίγουν οι σελίδες στην αγκαλιά μου κρύβεται ο Βιζυηνός αληθώς κοιμήσας τον Πασχάλην βαθέως όταν οι πόρτες του λεωφορείου ανοίγουν στη στάση Κίκιζα το κεφάλι μου…
Η ΚΟΤΣΙΔΑ Καθώς γλιστρούσε πάνω στο λεπτό φόρεμα για να πέσει μαλακά στο πάτωμα σκεφτόταν την δίδυμη αδελφή της να πονάει στον χωρισμό και πώς θα απομείνει μόνη εκεί…
Η ΜΑΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΦΟΣ Η Δήμητρα κάθεται μπροστά σ΄ ένα τραπέζι γεμάτο μεζέδες, φαγητά, πατάτες τηγανιτές και σαλάτες. Κρατά το πιρούνι άτεχνα, στον αέρα, κατά αραιά διαστήματα το κατεβάζει…
Η θΥΣΙΑ* Τα δόντια του κάστρου πήραν να σκουραίνουν από πάνω μας. Ήταν η ώρα, που φεύγει η μέρα κι έρχεται η νύχτα. Συνυπάρχουν και οι δύο για λίγο.…
ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΓΗ Σ’ αυτόν τον κήπο, αιώρες, αλυσοδεμένες κι ένα μηχανικό αηδόνι που χρήζει επισκευής. Το συντριβάνι, με ψεύτικα χρυσόψαρα, ν’ αποτραπούν τα σαρκοβόρα πτηνά και τα παρτέρια με…
Mην κλειδώσεις την πόρτα. Kινήσου ελαφρά σαν φύλλο στην αύρα πέρα στην κοιλάδα της αυγής. Αν είσαι πολύ όμορφος, καλύψου με στάχτη. Αν έξυπνος πολύ, πήγαινε μισοκοιμισμένος. Αυτό που είναι…
ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ‘ΑΛΛΟΣ’ ΤΟΥ ΡΕΜΠΩ Λίγα γαλλικά έμαθα στο σχολείο τα ξέχασα και αυτά. Τώρα δεν μπορώ πια να καταλάβω αν ο Ρεμπώ λέει «εγώ είμαι ένας…
ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΚΟΥΠΑ Δεν κλαίω γιατί πέθανες, Ούτε για τον τρόπο που πέθανες, Ή για το πόσο σύντομα γίναν όλα, Σαν εφιάλτης μεσημεριανού ύπνου, Ένα παράθυρο που ανοίγει, Μια κουρτίνα…