Γεωργία Παπαδάκη: ΜΕ ΝΥΧΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΔΟΝΤΙΑ κ. ά.

     Η έκφραση αυτή, η οποία δηλώνει ότι κάποιος κάνει απεγνωσμένο αγώνα με όλες τις δυνάμεις του, είναι ο παραλλαγμένος τύπος της αντίστοιχης αρχαίας που με αυτή τη μορφή διασώθηκε μέχρι σήμερα, και θα τη συναντήσουμε εδώ σε ένα κείμενο της ύστερης αρχαιότητας, έναν Νεκρικὸ Διάλογο του Λουκιανού.

 

     Η λέξη «νύχι» προέρχεται από το αρχαίο ὀνύχιον, υποκοριστικό τού ὄνυξ,-χος () ‒ εξού, μεταξύ άλλων παραγώγων, και παρ-ωνυχία ή παρ-ωνυχίς,-ίδος= παρωνυχίδα ή παρανυχίδα.

 

     Με το ουσιαστικό ὄνυξ έχουμε σε χρήση και δύο στερεότυπες παροιμιακές φράσεις, κληρονομημένες επίσης από τους αρχαίους χρόνους: ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων και ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα.

      Η πρώτη σημαίνει από πολύ μικρή ηλικία, όταν δηλαδή τα νύχια του μικρού παιδιού είναι απαλά, γενικώς από πολύ νωρίς. Σε ένα  επίγραμμά του (Παλατινὴ Ανθολογία V 129)  ο επιγραμματοποιός Αυτομέδων1 μιλάει για μια χορεύτρια από την Ασία, τὴν κακοτέχνοις σχήμασιν ἐξ ἁπαλῶν κινουμένην ὀνύχων, που από μικρή λυγίζει το κορμί της κάνοντας άσεμνες κινήσεις.   

     Η δεύτερη φράση ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα (εννοείται τεκμαίρομαι = κρίνω, συμπεραίνω) αποδίδεται στον λυρικό ποιητή Αλκαίο και δηλώνει, κρίνω το σύνολο από ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό μέρος του, όπως το λιοντάρι από τα δυνατά του νύχια. Και στον Ερμότιμο του Λουκιανού διαβάζουμε– μιλάει το ομώνυμο πρόσωπο του διαλόγου: «Όπως λέγεται, ένας γλύπτης, νομίζω ο Φειδίας, είδε μόνο το νύχι ενός λιονταριού και από εκείνο υπολόγισε πόσο ήταν ολόκληρο το λιοντάρι και το έπλασε κατά την αναλογία του νυχιού».

 

    Η λέξη «δόντι» προέρχεται από τον μεσαιωνικό τύπο «(τό) ὀδόντιον», υποκοριστικό τού αρχαίου ὀδούς, ὀδόντος (). Σχετικά με το όνομα αυτό, αξίζει να σημειώσουμε ότι η παρομοίωση των δοντιών με μαργαριτάρια είναι αρχαία επιβίωση, όπως βλέπουμε σε ένα άλλο κείμενο του Λουκιανού, τις Εἰκόνες. Εκεί, ένα από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, περιγράφοντας με θαυμασμό μία πανέμορφη γυναίκα, λέει στον συνομιλητή του πως, όταν αυτή χαμογέλασε, φανέρωσε τα δόντια της τα οποία, για να αποδώσει τη λευκότητα και τη συμμετρία τους, τα παρομοιάζει με υπέροχο περιδέραιο ἐκ τῶν στιλπνοτάτων καὶ ἰσομεγεθῶν μαργαριτῶν, αποτελούμενο από τα πιο στιλπνά και ισομεγέθη μαργαριτάρια. Αλλά και η λαϊκή αντίληψη ότι, όταν βλέπεις στο όνειρό σου πως χάνεις κάποιο δόντι, θα χάσεις δικό σου άνθρωπο, είναι επίσης επιβίωση αρχαίας δοξασίας.  

 

    Περνάμε τώρα στην έκφραση «με νύχια και με δόντια» και στον διάλογο δύο νεκρών κυνικών φιλοσόφων, του Κράτητος και του Διογένους. Αφορμή της συνομιλίας τους είναι δύο πλούσια ξαδέλφια, ο Μοίριχος και ο Αριστέας που είχαν κάνει διαθήκες, αφήνοντας ο  μεν Μοίριχος στον Αριστέα την περιουσία του αν πέθαινε πριν από αυτόν, και ο Αριστέας τη δική του στον Μοίριχο, αν άφηνε πρώτος τον μάταιο τούτο κόσμο. Τελικά πέθαναν την ίδια μέρα και την περιουσία τους την κληρονόμησαν κάποιοι συγγενείς τους. Και οι δύο φιλόσοφοι βρίσκουν την ευκαιρία να μιλήσουν για έναν άλλον πλούτο, αυτόν που οι ίδιοι κληρονόμησαν από τους δασκάλους τους, δηλαδή τη σοφία, την αυτάρκεια, την αλήθεια, την παρρησία, την ελευθερία· περιουσία που, όσο ζούσαν, άφηνε αδιάφορους τους άλλους ανθρώπους οι οποίοι είχαν τον νου τους στο χρυσάφι. Ο Διογένης μάλιστα λέει ότι, όταν προσπαθούσε κανείς να τους διδάξει κάποια από αυτές τις αρετές, ήταν άδικος κόπος, γιατί τα λόγια του έφευγαν, έρρεαν σαν μέσα από αγγείο που ο πυθμένας του δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει και συνεχίζει:

 

   […] οἷόν τι πάσχουσιν αἱ τοῦ Δαναοῦ αὗται παρθένοι

   εἰς  τὸν τετρημένον πίθον ἐπαντλοῦσαι· τὸ δὲ χρυσίον

   ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι καὶ πάσῃ μηχανῇ ἐφύλαττον.

(περισσότερα…)

0 Comments

Φάνης Κωστόπουλος: Σχολιάζοντας ένα κείμενο Αθηναιογράφου  

           Ένα βράδυ, που δεν είχα διάθεση για τίποτα, πήρα να διαβάσω το βιβλίο Σειραί του Δημήτριου Καμπούρογλου (1852-1942), του γνωστού λόγιου, συγγραφέα, ιστορικού και κατεξοχήν αθηναιογράφου. Και αυτό όχι…

0 Comments