Κλεονίκη Δρούγκα: Στην Προτελευταία Σειρά
Όλο τον Μάρτιο ο κόσμος μου περιστρεφόταν γύρω από αυτήν τη στιγμή∙ στις πρόβες, μάλιστα, η πλάτη μου ήταν πιο ίσια κι από χάρακα της γεωμετρίας. Σαν κοίταζα το κοντάρι…
Όλο τον Μάρτιο ο κόσμος μου περιστρεφόταν γύρω από αυτήν τη στιγμή∙ στις πρόβες, μάλιστα, η πλάτη μου ήταν πιο ίσια κι από χάρακα της γεωμετρίας. Σαν κοίταζα το κοντάρι…
Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στ. 332-375/6 («Ωδή στον Άνθρωπο»)[1] πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀν- θρώπου δεινότερον πέλει· τοῦτο καὶ πολιοῦ πέραν πόντου χειμερίωι νότωι335 χωρεῖ, περιβρυχίοισιν περῶν ὑπ’ οἴδμασιν, θεῶν τε…
Το δράμα ξαναπαίζεται. Στα καμαρίνια παραμονεύουν τον Ορέστη κι εσύ χειροκροτάς ανυποψίαστος στο τέλος κάθε πράξης. Έ, έξοδος… ποιητή κι ούτ’ ένας θεός δεν αιωρείται στη σκηνή! Το μύθο…
Μέναμε Καραϊσκάκη 19, το’78. Στο Φάληρο. Σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο.Έξι ψυχές σε πενήντα τετραγωνικά, όπου τα πόδια του ενός έβρισκαν την πλάτη του άλλου. Η μέρα τελείωνε…
Και μόνο διαβάζοντας τον τίτλο ο αναγνώστης έχει αρχίσει να ζωγραφίζει με τη φαντασία του τις εικόνες που μπορεί να περιέχει το αφήγημα. Ο ομώνυμος πίνακας του Γκρέκο τις προσφέρει…
Σε αυτό το νησί, εκείνο το φθινόπωρο, είχαν έρθει όλοι οι φίλοι μου. Κάτι σαν μια ρετρό φωτογραφία βγαλμένη με τρίποδο, ήμασταν όλοι μαζεμένοι γύρω από μια φωτιά. Ήταν νύχτα…
Τριγύριζα στο σουπερμάρκετ σταματώντας κάθε τόσο και προσθέτοντας ένα εμπόρευμα στο καλάθι της νοικοκυράς. Στο καλάθι μου δηλαδή. Γιατί κεραυνοβολήθηκα όταν στον διάδρομο με τα απορρυπαντικά εκείνος ο ψηλός άντρας…
ΠΟΙΗΜΑ 14 Παίζεις με το φως όλου του κόσμου κάθε μέρα, αέρινη επισκέπτρια φτάνεις στα άνθη και τα νερά, είσαι πιο πολύ από αυτό το λευκό κεφαλάκι που κάθε μέρα…
Τροπικές χώρες. Ένα ποταμάκι τρέχει στη ραχοκοκαλιά μου. Η ζέστη χτυπάει στον κρόταφο. Εδώ όλα κινούνται αργά ενώ η άπνοια κατακάθεται στον χωματόδρομο και οι λιγοστές σκέψεις των πολιτών αυτής…
Την άσπιλη λευκότητα στα πρόσωπα και τα μαλλιά, πόσο την θαύμασες. Δεν υποπτεύθηκες τους ρόδακες και τα ψιμύθια, τις χρωστικές στις παρειές, στα βλέφαρα, που ξέπλυναν τα δακρυσμένα χρόνια. …
Με τσιρότα και παυσίπονα Καλοπιάναμε το απόστημα Όπως καλοπιάνουμε τα παιδάκια Για να μη μας ζαλίζουν με την γκρίνια τους Όσο εκείνο δούλευε από κάτω Εμείς κοιταζόμασταν φοβισμένοι Φοβισμένοι να…
ΕΥΑ Όταν το φίδι ανυπακοή ψιθύρισε στ’ αυτί μου Ράγισε η πλευρά της σιωπής Το θείο αναβλήθηκε σχέδιο Δεν ήμουν, άλλωστε, πλασμένη από χώμα Ρευστή σε χρόνο άχρονο, στον εκείνο…